Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

ἀπὸ τὴν ἑτερονομία στὴν αὐτονομία...μιὰ φύση δρόμος

Εl Greco
Στὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο ἡ Κοίμηση τῆς Παναγίας γίνεται πανηγύρι πασχαλινό. Ἡ ἀντίφαση νὰ ἐορτάζεται μὲ χαρὰ ὁ θάνατος τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ θεμελιώνεται σὲ ἕνα δυναμικὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο συνήθως λησμονεῖται λόγῳ τῆς ὑπόμνησης ὅτι ἡ Θεοτόκος τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὴν ταφή της μετέστη-ἀναστήθηκε. Αὐτὴ ἡ ἱστορικὴ ἐπισήμανση ὅμως ἀφήνει ἀδικαιολόγητη ὑπαρξιακὰ τὴν ἀνάσταση τῆς Παναγίας, μὲ κίνδυνο ἡ νοηματοδότηση τῆς ζωῆς νὰ μένει θαμπωμένη ἀπὸ τὸ «κύρος» ἑνὸς ὑπερφυσικοῦ στιγμιότυπου τοῦ παρελθόντος. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἔχουν προκύψει δύο ἀναγνώσεις.
Κατὰ τὴν πρώτη ἀπὸ αὐτές, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Θείου θελήματος ἀπὸ τὴν Παναγία φανερώνει μόνο ἀπώλεια τῆς ἀτομικῆς βούλησης ἐνώπιον ἑνὸς ὑπερκείμενου ὄντος. Ἡ ἀναντίλεκτη ἰσχὺς τοῦ ὑπερβατικοῦ δὲν ἀφήνει περιθώρια ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τοῦ ἀτόμου. Ὁ καταναγκασμὸς αὐτὸς γίνεται τὸ δομικὸ ἀρχέτυπο ἑνὸς τρόπου ὑποταγῆς καὶ ἐνοχῆς. Ἔτσι ἱδρύεται ἡ ψευδαισθητικὴ ἑτερονομία, ἡ ὁποία παράγει τὴν ὑπαρξιακὴ καὶ θεσμικὴ ὑποδούλωση ἀτόμου καὶ κοινωνίας. Στοὺς ἀντίποδες βρίσκεται τὸ πρόταγμα τῆς αὐτονομίας ὅπου ἄτομο καὶ κοινωνία ἔχοντας ἀποτινάξει τὴ θεμελιώδη χειραγώγηση τῆς «μεταφυσικῆς» ἀναφορᾶς, πορεύονται στὴν ὁδὸ τῆς αὐτοπραγμάτωσης. Ἔτσι ἑρμηνεύει ὁ βαθύνους Κ. Καστοριάδης τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ: «Ἡ ἔλλειψη βούλησης ἐξαγιάζεται στὸ χριστιανισμὸ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό, ὅταν ἄβουλη ἡ Μαριὰμ ἀκούει καὶ δέχεται μοιρολατρικὰ αὐτά, ποὺ τῆς ἀνακοινώνει ὁ Γαβριήλ, ψελλίζοντας: "Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου" (Λουκ.1,38)». (Ἡ ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα, τόμος Α΄, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα, 2007). Ἰδωμένη στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἡ στιχομυθία Παναγίας καὶ Ἀρχαγγέλου ἀποτελεῖ καταστατικὴ συνθήκη τῆς ἐλευθερίας ποὺ ἐκχωρεῖται πειθαναγκασμένη καὶ γεννᾶ πολιτισμὸ φοβικῆς ὑπακοῆς.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη ἀνάγνωση. Αὐτὴ ποὺ ψηλαφεῖ στὴν κατάφαση τῆς νεαρῆς Μαρίας ὄχι τὴν καταναγκαστικὴ συμμόρφωση ἀλλὰ τὴν καταξίωση τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἀναγγελία τοῦ Θεοῦ ὑπονοεῖ τὴν ἐρωτηματικὴ ἀγάπη Του. Εἶναι ἐρωτηματική, ὄχι μόνο γιατὶ ἡ Μαρία θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀρνηθεῖ· ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ βλάστηση ἐκ τοῦ μηδενὸς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ-Λόγο ὡς ἕνας διαρκῶς ἀνοικτὸς διά-λογος, ὡς ἐρώτημα. Ἡ ἀποδοχὴ απὸ μέρους τῆς Θεοτόκου λοιπὸν σημαίνει τὸν ἐλεύθερο συντονισμὸ τοῦ βίου μὲ τὸ ἀγαπητικὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀβίαστο ἄνοιγμα τῆς Παναγίας στὸ Θείο θέλημα, ἀπὸ τὸ ἐρωτικὸ ξεχείλισμα τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὴν ὕπαρξη ἡ κτιστὴ φύση, δὲν παραδίδει τὴν ἐλευθερία ἀλλὰ τὴν μεταλαμβάνει. Ἡ Θεοτόκος δὲν παραχωρεῖ ἀλλὰ ἐμπεδώνει, πλουτίζει τὴν ἐλευθερία ριζώνοντάς την καὶ πάλι ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐκτροχιάστηκε. Ἡ ἀστοχία αὐτὴ συντελέστηκε ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποφάσισε ὅτι ἡ βούλησή του δὲν συνιστᾶ κίνηση συνάντησης ἀλλὰ κατάκτησης.
Ἡ παραίτηση-κένωση τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸ ἐγωικὸ θέλημα φιλοτεχνεῖ τὸν τόπο ὅπου δεξιώνεται τὸν Ἕτερο. Ἔτσι αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ ροπὴ τῆς ἐπιβολῆς καὶ τοῦ φόβου καὶ ὁ Ἄλλος γίνεται ζωή της. Συνεπῶς, ἑτεροκαθορισμὸς εἶναι ἡ πραγμάτωση μακρὰν τοῦ ἑτέρου. Ἑτερονομία παράγεται ὅταν τὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς δομεῖται στὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον· ὅταν καθορίζομαι ἀπὸ κάτι ποὺ ἵσταται μακριά μου, ἄγνωστο καὶ γι’ αὐτὸ γιὰ πάντα ξένο. Στὴ μοναξιὰ αὐτὴ μόνο εἴδωλα καὶ φαντάσματα μποροῦν νὰ παραχθοῦν, ἀπολύτως ἱκανὰ νὰ ψευδομαρτυροῦν, νὰ ρυπαίνουν τὴ γνώμη (τὸ ἀτομικὸ θέλημα) μὲ εἰκασίες ποὺ τροφοδοτεῖ ἡ απόσταση. Διότι στὴ μακρινὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλο ποὺ μετέχει στὴν ἴδια φύση μὲ ἐμένα, ὅμως δὲν τὴν ἀνοίγει, δὲν τὴν κοινωνεῖ ἀλλὰ τὴν ἰδιοποιεῖται, ἐμφιλοχωροῦν τὰ τεχνητὰ προϊόντα τοῦ νόμου, γιατὶ ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει ἡ καρδιὰ τὸ κάνει διάταγμα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πρώτη ὕλη τῆς ἑτερονομίας – τὸ περίκλειστο ἐγωικὸ φρούριο ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι ἀδύνατη ἡ θέα ἀπέναντι.
Τὸ κάθε ἀτομικὸ φρόνημα χαρακώνει τὴν κοινὴ φύση. Οἱ δὲ χαρακιὲς τοῦ ἀγοραφοβικοῦ γνωμικοῦ θελήματος δὲν ἀργοῦν νὰ μεταβληθοῦν σὲ ὀρύγματα, ἀπὸ ὅπου κρυμμένοι οἱ ἕτεροι πυροβολοῦν ἀλλήλους.
Τὴν ἀσυναίσθητη ἀντίφαση νὰ λογίζεται αὐτονομία ἡ κατεξοχὴν ὑποδούλωση στὸν ἀκοινώνητο ἑαυτό, ἀναποδογύρισε ἐπαναστατικὰ ἡ Θεοτόκος: ἀπὸ τὸ εἶναι της ἀνέτειλε ἡ ὄντως ἐλευθερία, ὅταν ὑπέταξε τὰ γνωμικά της φαντάσματα σὲ μία λησμονημένη πρόταση: νὰ ἐπαναπατρισθεῖ ἡ βούληση στὴ φύση ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ πηγάζει. Αὐτὸ σημαίνει αὐτονομία: Νὰ ἀγκαλιάζω στὴν πατρίδα τῆς κοινῆς φύσης ὅλους τοὺς γνωμικοὺς μετανάστες μὲ πρῶτο τὸν ἴδιο μου τὸν ἑαυτό.
Ἡ Παναγία λοιπὸν γκρέμιζε μὲ πείσμα τὰ τείχη ποὺ ἐμπόδιζαν τὴ θέα, ὥσπου ἡ ἐλευθερία τοῦ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου» τὰ ξεθεμελίωσε ὁλοκληρωτικά. Μόνο σὲ αὐτὴ τὴν ἀνοιχτοσιὰ μποροῦσε νὰ συλληφθεῖ ὁ Ἀχώρητος. Αὐτὴ τὴν καθολικότητα χαρίζει ἡ ἐπαναγείωση στὴ φύση, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ὑπερπτήσεις τῆς ἀτομικῆς βούλησης πάνω ἀπὸ αὐτή. Ἡ Μαρία ὑπῆρξε ὁ πρῶτος καὶ κατεξοχὴν αὐτόνομος ἄνθρωπος. Κανένας νόμος, καμία συνθήκη, καμία προδιαγραφή, καμία ἀρχὴ δὲν ὅρισε τὸν βίο της, ἀφοῦ βρέθηκε ὁ θεληματικὸς χῶρος στὴν ὕπαρξή της γιὰ νὰ συν-χωρέσει ὁ Ἀχώρητος.  
Ἡ τέχνη τοῦ φυσικοῦ θελήματος νὰ ἐξαχρειώνει τὸν θάνατο (ὄχι τὴ ζωὴ) σὲ κοίμηση εἶναι ἡ μόνη αὐτονομία.      



Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

αὐτονομία: μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ ἑτερονομίας

Τάκης Μάρθας
[…] Ἡ σχέση μὲ τὸ ὑπερβατικὸ δὲν ἐκφράζεται μὲ τοὺς ὅρους μιᾶς «ἑτερονομίας» τοῦ Kant, γιατὶ ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει κανένα ἕτερο μέσα στὴ «θεονομία». Νὰ ἐξαρτᾶται κανεὶς ἀπὸ τὸ Θεό, σημαίνει νὰ λαβαίνη τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἐσωτερικότητάς του, νὰ συνειδητοποιῆ ὅτι μέσα του κατοικεῖ ὁ Λόγος: «Δὲ σᾶς ὀνομάζω πιὰ ὑπηρέτες, σᾶς ὀνομάζω φίλους».
Ἀντίθετα, κάθε αὐτονομία «περικλείνει» τὸν ἄνθρωπο ποὺ κλείνεται στὸν ἑαυτό του. Μέσα στὴν ἄσκηση, ὁ ἅγιος Ἀντώνιος ὁρίζει ἀκριβῶς τὶς τρεῖς θελήσεις ποὺ ἀναπαρίστανται μέσα στὸν ἄνθρωπο: ἐκείνη τοῦ Θεοῦ, σωτήρια καὶ ἐνεργοῦσα ἐσωτερικὰ ποὺ εἶναι ἡ θεονομία στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος συγκατατίθεται ἐλεύθερα μὲ τέλεια συνεργία, κάνοντάς τη δική του. Ἐκείνη τοῦ ἀνθρώπου πού, χωρὶς νὰ εἶναι πλασμένη ἁμαρτωλή, εἶναι ἄστατη καὶ προβληματική, καὶ ἐκφράζεται ὡς αὐτονομία· καὶ τέλος, ἡ δαιμονικὴ θέληση, ξένη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι ἡ ἑτερονομία.
Ἂν ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι παρὰ μιὰ καθαρὴ ὑποταγὴ στὴ θεία ἐνέργεια καὶ καταλήγει στὸ νὰ τὴν ἀναπαράγη, νὰ τὴν ἀντιγράφη, στὴν περίπτωση αὐτή, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἐλευθερωμένος κατ’ εἰκόνα τῆς θείας ἐλευθερίας, δὲ σημαίνει πιὰ τίποτε. Λοιπόν, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος, «ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε κατὰ τὴ θέλησή του ἀπὸ τὸ Πνεῦμα καὶ μποροῦσε νὰ κινηθῆ αὐτὸς ὁ ἴδιος», ἐξ ἰδίων. Πάνω ἀπὸ τὴν ἠθικὴ τῶν δούλων καὶ τῶν μισθοφόρων, τὸ Εὐαγγέλιο θέτει τὴν ἠθικὴ τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ.
Τὸ χριστολογικὸ δόγμα τῆς ἑνότητας τῶν δυὸ φύσεων τοῦ Χριστοῦ προσδιορίζεται στὸ δόγμα τῆς ἑνότητας τῶν δυὸ βουλήσεων καὶ ἀπαιτεῖ σὰ συμπέρασμά του, τὴν ἑνότητα τῶν δυὸ ἐλευθεριῶν. Πρέπει νὰ ἀποφύγη κανεὶς κάθε σύγχυση μεταξὺ τοῦ ψυχολογικοῦ ὅρου τῆς βούλησης καὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ὅρου τῆς ἐλευθερίας. […]


Πὼλ Εὐδοκίμωφ, Ἡ ἐλευθερία, περ. Χριστιανικὸν Συμπόσιον, ἐτήσια ἔκδοσις χριστιανικοῦ στοχασμοῦ καὶ τέχνης, βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἐστίας, ἀπόδοση Λουκίας Ἰ. Μεταξᾶ, 1970