Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

ἡ καθυπόταξη στὴν ἀντικειμενικότητα

Joseph Wright
[…] ὁ Φραγκίσκος Βάκων εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς ὑπόθεσης, ἐπειδὴ ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔθεσε τὶς κατευθυντήριες γραμμές, ἠθικές, αἰσθητικὲς καὶ ψυχολογικὲς τῆς «νέας φιλοσοφίας». Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Βάκων κατέληξε στὸ συμπέρασμα πὼς τὸ Novum Organum του θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται «ὄχι μόνο στὶς φυσικὲς ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἄλλη ἐπιστήμη» (συμπεριλαμβάνοντας τὴν Ἠθικὴ καὶ τὴν Πολιτικὴ) καὶ πὼς πρόκειται νὰ «ἀγκαλιάσει τὰ πάντα», ἄνοιγε τὸν δρόμο στὴν περιεκτικὴ καθυπόταξη τοῦ πολιτισμοῦ μας στὴν ἐπιστήμη καὶ στὸ ἀστικό, βιομηχανικὸ σύστημα, ποὺ εἶναι τὸ πνευματικό της τέκνο.
Στὸ πρόγραμμα τοῦ Βάκωνα ὑπάρχει ἡ συνταγὴ γιὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐπιστημονικοποίηση τοῦ κόσμου μας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὶς ἐργαστηριακὲς πρακτικές, ποὺ συχνὰ ξεπερνοῦν σὲ σκληρότητα κάθε περιγραφή, καὶ φτάνοντας μέχρι αὐτές, τὶς ἐξίσου πρόστυχες, τοῦ σύγχρονου ἀστυνομικοῦ κράτους. Ἀλλὰ ἂν ὁ Βάκων εἶναι ἡ κυρίαρχη μεγαλοφυΐα, ὁ «πολυεπιστήμων» αὐτῆς τῆς καθυπόταξης, ἄλλοι ἦταν αὐτοὶ -ὁ Γαλιλαῖος, ὁ Καρτέσιος καὶ ὁ Νεύτωνας- ποὺ τελειοποίησαν αὐτὸ τὸ μηχανιστικὸ ὅραμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο κτίστηκε ὁ σύγχρονος κόσμος μας. Αὐτοὶ σημάδεψαν τὴν ἔλευση ἑνὸς νέου ἐννοιολογικοῦ σύμπαντος· αὐτοὶ διαμόρφωσαν τὴν καθαρὰ ποσοτικὴ στάση ἀπέναντι στὴ φύση, ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ ἐμφανίζεται στὴν καινούργια προσέγγιση τῆς οὐράνιας μηχανικῆς ἀπὸ τὸν Γαλιλαῖο, καὶ ἐξέθρεψαν τὴν αὐταπάτη πὼς ἡ γνώση τοῦ κόσμου μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μόνο μὲ τὴν ἐφαρμογὴ μαθηματικῶν τεχνικῶν· πραγματικὰ ὁτιδήποτε δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ μέσα ἀπὸ τὸ δίκτυο τῶν ἀριθμῶν εἶναι μὴ ἐπιστήμη, μὴ γνώση, στὸ τέλος δὲ καὶ μὴ ὕπαρξη.
[…] Ὁ καρτεσιανὸς κόσμος δὲν εἶναι παρὰ ἕνας αὐστηρὰ ὁμοιόμορφος μαθηματικὸς κόσμος, ἕνας κόσμος γεωμετρίας στὸν ὁποῖο δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἐπέκταση καὶ κίνηση· κι ἂν ὁ Θεὸς εἶχε κάποιους λόγους νὰ τὸν δημιουργήσει, αὐτοὶ εἶναι γνωστοὶ μόνο σ’ Αὐτὸν τὸν ἴδιο καὶ δὲν ἔχουμε οὔτε μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν παραμικρὴ ἰδέα οὔτε γι’ αὐτούς, οὔτε καὶ γιὰ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀπὸ τὶς θεῖες ἢ τελολογικὲς πραγματικότητες, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο πὼς σύμφωνα μὲ τὸν Καρτέσιο δὲν διαθέτουμε καμιὰ ἱκανότητα μὲ τὴν ὁποία νὰ μποροῦμε νὰ τὶς συλλάβουμε.
Αὐτὸ φυσικὰ σήμαινε τὴν ἔξωση ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ σκέψη ὅλων τῶν ἐκτιμήσεων ποὺ βασίζονται στὴν ἀξία, στὴν τελειότητα, στὴν ἁρμονία, στὸ νόημα, στὴν ὀμορφιά, στὸ σκοπό, καθῶς παρόμοιες ἰδέες θεωροῦνται τώρα ὡς ὑποκειμενικὲς καὶ συνεπῶς ἄσχετες πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴ κατανόηση τοῦ πραγματικοῦ «ἀντικειμενικοῦ» κόσμου – τοῦ κόσμου τῶν ποσοτήτων καὶ τῆς ἀντικειμενικῆς γεωμετρίας καὶ μιᾶς φύσης ποὺ εἶναι ἀπρόσωπη καὶ καθαρὰ πρακτική. […]


 Philip Sherrard, Ὁ βιασμὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς φύσης, διερεύνηση τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης, μτφρ. Ἰωσὴφ Ροηλίδης, ἐκδ. Δόμος 1994

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

τὰ ζόμπι τῆς ἐξουσίας

Τάκης Μάρθας
[…] ἡ κυριαρχικότητα τῶν ἀλαζόνων, δηλαδὴ τῶν ἐξουσιομανῶν, κατασκευάζει ἐφιαλτικοὺς κόσμους, ὅπως τοὺς περιγράφουν, λόγου χάρη, ὁ F. Kafka, ὁ  A. Huxley καὶ ὁ G. Orwell. Πολλὲς φορὲς ἡ πολιτικὴ τῆς δύναμης, τυφλὴ καὶ παράφορη, γιὰ μεγάλα ἀλλὰ φτηνὰ συμφέροντα σωριάζει ἐρειπιῶνες, ὅπως οἱ γίγαντες τῆς μυθολογίας ὄρη ἐπὶ ὀρέων. Στὶς μέρες μας, μὲ τὴ βοήθεια τῆς τεχνολογίας καὶ τῆς πολύπλοκης ὀργάνωσης διωκτικῶν καὶ πολεμικῶν συστημάτων, τὸ κακὸ γίνεται ὁλοένα καὶ περισσότερο ἀόρατο, καὶ ἑπομένως δριμύτερα σατανικό. Ὅσο πιὸ ἀόρατο γίνεται τὸ κακό, τόσο ὀξύνεται περισσότερο ἢ καλύτερα γίνεται σατανικὸ στὸ ἔπακρο. Ἡ ὑβριστικὴ ἢ ἡ ἀλαζονικὴ αὐτὴ συμπεριφορὰ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ πάθος τῆς κατοχῆς καὶ τῆς πλεονεξίας. Ἡ πλεονεξία, ὡς πάθος διαβρωτικό, ἐνίοτε ἐκτρέπει ἀκόμη καὶ γενναία φρονήματα· ξεπερνάει κανεὶς πιέσεις, πόνους καὶ ταλαιπωρίες, ἐνῶ εὔκολα δελεάζεται σὲ πειρασμούς. Γι’ αὐτὸ τὸ πάθος τῆς ἐξουσίας εἶναι τὸ πιὸ ἀβυσσαλέο καὶ τὸ πιὸ καφτερό· τρέφει ἢ καλύτερα ὑπερτρέφει τὸν ἀλαζόνα καὶ πλεονέκτη. Ἡ ἐξουσία, ἢ ἡ κατεξουσίαση, δίνει ἄνετη δυνατότητα γιὰ νὰ σβήσει κανεὶς -ἢ νὰ ἔχει τὴν ψευδαίσθηση ὅτι σβήνει- τὴ δίψα γιὰ ἀναγνώριση καὶ κατοχή. Πρόκειται γιὰ τὸ πάθος τῆς διακονίας ποὺ διαστρέφεται. Ἔτσι ἡ περιώνυμη προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ κάνει λόγο γιὰ κατεξουσίαση καὶ διακονία. (Ματθ. 20, 25 · Μάρκ. 10, 42) […] Πάντως ὁ διάκονος παραιτεῖται ἀπὸ κάθε τάση κατεξουσίασης, ἀκόμη κι ὅταν κατέχει ἐξουσία – τοῦτο τὸ τελευταῖο συντελεῖται μόνο μέσω θαύματος!
Ἀλλὰ γιὰ τὸ θαῦμα ὀφείλει κανεὶς νὰ παρατηρήσει τὸ ἑξῆς ἄκρως ἀξιοσημείωτο. Ὁ Χριστὸς ἀρνοῦνταν τὸ θαῦμα σὲ κάθε περίπτωση ποὺ τοῦ ζητοῦσαν θαυματουργία γιὰ νὰ πιστεύσουν. Στὴν προκειμένη περίπτωση συγκλονιστικὴ καὶ βιωμένη εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅτι ἡ πίστη κάνει τὸ θαῦμα, καὶ τὸ θαῦμα δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν πίστη – τελείως διαφορετικὴ ἡ ἀλήθεια ὅτι τὸ θαῦμα φανερώνει τὴ θεία δόξα. Πρέπει, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ τονιστεῖ μὲ ἔμφαση ὅτι τὸ θαῦμα ποὺ κατ’ ἀνάγκη ὁδηγεῖ ἢ ἁπλῶς στοχεύει νὰ ὁδηγήσει στὴν πίστη εἶναι θαῦμα ἐξουσιαστικό· ἐπιζητεῖ ὁ θαυματοποιὸς τὴν ἐξουσιαστικὴ ἐπιβολή. Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση θὰ πρόκειται γιὰ voundou ἢ γιὰ ζόμπι. Καὶ ἐν πάσει περιπτώσει ἕνα τέτοιο θαῦμα εὐνοεῖ πλείστους ὅσους θεραπευτὲς τῆς Α ἢ τῆς Β ἐξουσίας. […]


Νίκου Ἀ. Ματσούκα, Ὁ Σατανᾶς, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1999

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

τὸ τέρας

Γουίλιαμ Μπλέηκ, Τὸ φάντασμα τῶν ψύλλων
[…] ἂν τουλάχιστον βλέπουμε τὴν κρίση ὡς κρίση ἑνὸς ὁλόκληρου πολιτισμοῦ, ἡ δεσπόζουσα παράμετρος εἶναι ἀνθρωπολογική. Οἱ κοινωνικές, θρησκευτικές, τεχνολογικὲς κ.ἄ. συνθῆκες ποὺ συνέρρευσαν ἐκεῖ, γύρω στὸν 16ο-17ο αἰώνα, δημιούργησαν ἕναν κτητικὸ καὶ ὑπολογιστικὸ ἀνθρωπολογικὸ τύπο ποὺ ἔχει μεταθέσει τὴν ἄμεση ἐπιδίωξη τῆς ἀπόλαυσης, τῆς χαρᾶς, τῆς αὐθόρμητης συντροφικότητας στὴ νοσηρὴ ἐπιδίωξη τοῦ κέρδους, (ποὺ κι αὐτὸ εἶναι στὴν ὑπηρεσία μιᾶς ἀκόμη πιὸ νοσηρῆς ἐπιδίωξης τῆς κυριαρχίας, πάνω στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στὴ φύση). Γεννήθηκε κυριολεκτικὰ ἕνα τέρας ποὺ ἀναπαράγεται ἀπεριόριστα γύρω μας καὶ μέσα μας, καὶ ἔχει ἀποκρυσταλλωθεῖ στὴν ἀντικειμενικὴ δομὴ τοῦ συστήματος παραγωγῆς, αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζουμε καπιταλισμό, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρά του συνυποθέτει αὐταρχικὲς πολιτικὲς μορφὲς διαχείρισης ποὺ ἀναπαράγουν καὶ διευρύνουν συνεχῶς τὴν ἑτερονομία, τὴν καθυπόταξη τῶν ἀνθρώπων ἐν πρώτοις στοὺς διαχειριστὲς τῆς παραγωγικῆς μηχανῆς, ποὺ εἶναι μὲ τὴ σειρά τους ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι ὑποταγμένοι στὴν αὐτόνομη κίνηση τῆς μηχανῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔχει πλέον κανέναν ἀνθρώπινο σκοπό: μοναδικὸς σκοπὸς τοῦ καπιταλισμοῦ εἶναι ἡ αὐτοαξιοποίηση καὶ ἡ συνεχὴς ἐπέκταση τοῦ κεφαλαίου – μὲ οἱοδήποτε ἀνθρώπινο καὶ περιβαλλοντολογικὸ τίμημα. […]



Φώτης Τερζάκης, Ὁ ἀναρχισμὸς στὸν κομμουνισμό, Ἐμμένοντας στὴν ἐπαναστατικὴ ἀνάγκη, ἐκδ. Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2014

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

ἡ ἀθεϊστικὴ ὑπεράσπιση τοῦ Θεοῦ

σκηνὴ ἀπὸ τὴ Νοσταλγία τοῦ Ἀντρέι Ταρκόφσκι
[…] Ὁ Θεὸς ποὺ νοεῖται ἀναγωγικὰ μὲ ἀφετηρία τὶς ἀξίες τῆς ἀνθρώπινης ἠθικῆς ἐμπειρίας εἶναι τὸ ἴδιο νεκρός, ὅσο καὶ ὁ Θεὸς τῆς κλασικῆς μεταφυσικῆς ποὺ προσδιορίζεται ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς αἰτιοκρατίας. «Τὸ ἔσχατο χτύπημα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐναντίον τοῦ ὑπεραισθητοῦ κόσμου, γράφει ὁ Χάιντεγγερ, ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεός, ἡ πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης, ὑψώθηκε σὲ ἀνώτατη ἀξία. Τὸ σκληρότερο χτύπημα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι νὰ τὸν θεωρήσουμε ἀπρόσιτον στὴ γνώση, νὰ ἀποδείξουμε τὴν ὕπαρξή του ἀναπόδεικτη, ἀλλὰ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ θεωρούμενος ὡς ὑπαρκτὸς Θεὸς ὑψώθηκε σὲ ὕψιστη ἀξία. Καὶ αὐτὸ τὸ χτύπημα δὲν προέρχεται ἀπὸ τοὺς ἐκτός, αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς θεολόγους των». […]
Τὸ κήρυγμα τοῦ Νίτσε ἐπισημαίνει ἔμμεσα ἀλλὰ σαφέστατα τὴ θεμελιώδη «αἵρεση» -ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ ἀφετηριακὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας- ποὺ ἀποτέλεσε τὸν ἱστορικὸ πειρασμὸ τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης: Τὴν ἐκζήτηση λογικῆς καὶ κοινωνικῆς ἐπιβολῆς, τελικὰ τὴ «θρησκειοποίηση» τῆς Ἐκκλησίας – τὴ μετατροπή της σὲ θρησκεία ποὺ προσφέρει συναισθηματικὲς καὶ νοητικὲς κατοχυρώσεις στὸν ἀτομικὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ συντηρεῖ τὶς ἠθικο-πρακτικὲς σκοπιμότητες τοῦ κοινωνικοῦ βίου. […]
«Σὲ αὐτὸν τὸν Θεὸ (τῆς νοησιαρχίας καὶ τοῦ ὠφελιμισμοῦ) ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ προσευχηθεῖ οὔτε νὰ προσφέρει θυσία. Ἐνώπιον τῆς αὐτοαιτίας ὁ ἄνθρωπος δὲν πέφτει στὰ γόνατα ἀπὸ δέος, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑμνήσει καὶ νὰ λατρέψει αὐτὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀθεϊστικὴ σκέψη ποὺ ἀρνεῖται τὸν Θεὸ τῆς φιλοσοφίας, τὸν Θεὸ ὡς αὐτοαιτία, εἶναι ἴσως πιὸ μοντὰ στὸν θεϊκὸ Θεὸ (ist dem göttlichen Gott vielleicht näher)».
Μὲ τὴ διατύπωση αὐτὴ ὁ Χάιντεγγερ ἔρχεται νὰ ἀναγνωρίσει καὶ στὸ κήρυγμα τοῦ Νίτσε μιὰ θεϊκότερη ἀντίληψη γιὰ τὸν Θεὸ -θεϊκότερη σὲ σχέση μὲ τὰ νοητὰ εἴδωλα τῆς θεϊστικῆς μεταφυσικῆς. Καὶ νὰ διαπιστώσει μιὰ πιθανὴ διαφύλαξη τῆς θεϊκότητας τοῦ Θεοῦ στὸ ἱστορικὸ γεγονὸς τοῦ εὐρωπαϊκοῦ μηδενισμοῦ. […]


Χρήστου Γιανναρᾶ, Χάιντεγγερ καὶ Ἀρεοπαγίτης, ἐκδ. Δόμος, 2Ἀθήνα 1988