Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

κοινοκτημοσύνη καὶ ἐξουσία





σημείωση Domenico: τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐξουσία μάχεται λυσσαλέα τὴν κοινοκτημοσύνη, συνιστᾶ τὴν ἀκριβέστερη ἀπόδειξη ὅτι εἶναι ἐξίσου ἐγκληματικὴ ἡ «ἐξουσία» τῆς κοινοκτημοσύνης    

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Ὁ Μ. Ἀντώνιος γιὰ τὸν πλοῦτο, τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐλευθερία

4. Τὴν ἀπόκτηση τῶν χρημάτων καὶ τὸ πλούσιο ξόδεμά τους νὰ τὰ θεωρεῖς μόνο σὰν φαντασία ποὺ δὲν κρατᾶ παρὰ μόνο λίγο καιρὸ καὶ ξέροντας ὅτι ἡ ἐνάρετη καὶ θεάρεστη ζωὴ διαφέρει ἀπὸ τὸν πλοῦτο. Ὅταν τὸ μελετᾶς αὐτὸ σταθερά, οὔτε θὰ ἀνεστενάξεις, οὔτε θὰ κραυγάσεις, οὔτε θὰ θὰ κατηγορήσεις κανένα, ἀλλὰ θὰ εὐχαριστεῖς τὸ Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες ποὺ σοῦ δίνει, βλέποντας ὅτι οἱ χειρότεροι ἀπὸ σένα στηρίζονται στὰ λόγια καὶ στὰ χρήματα. Γιατὶ ἡ ἐπιθυμία, ἡ δόξα καὶ ἡ ἄγνοια εἶναι τὰ πιὸ κακὰ πάθη τῆς ψυχῆς.
6. Ὅσο πιὸ λίγη περιουσία ἔχει κανείς, τόσο εὐτυχέστερος εἶναι. Γιατὶ δὲν φροντίζει γιὰ πολλὰ πράγματα, γιὰ ὑπηρέτες, καλλιεργητές, ἀπόκτηση ζώων. Ὅταν ἀφοσιωνόμαστε σ’ αὐτὰ κι ὕστερα μᾶς συμβαίνουν ἐξαιτίας αὐτῶν δυσκολίες, κατηγοροῦμε τὸ Θεό. Μὲ τὴν αὐθαίρετη ἐπιθυμία μας τρέφουμε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι μένουμε στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, μέσα στὴν πλάνη, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζουμε τὸν πραγματικὸ ἑαυτό μας.
18. Ἐλεύθερους νόμιζε ὄχι ὅσους ἔτυχε νὰ εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὴ ζωὴ καὶ τοὺς τρόπους ἐλεύθερους. Δὲν πρέπει πράγματι νὰ ὀνομάζουμε ἐλεύθερους τοὺς ἄρχοντες ποὺ εἶναι πονηροὶ καὶ ἀκόλαστοι, γιατὶ εἶναι δοῦλοι τῶν παθῶν καὶ τῆς ὕλης. Ἐλευθερία καὶ εὐτυχία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ πραγματικὴ καθαρότητα καὶ ἡ καταφρόνηση τῶν προσκαίρων.
21. Ἂν παρακολουθεῖς τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν δοκιμάζεις, θὰ δεῖς ὅτι οἱ ἄρχοντες καὶ τὰ ἀφεντικὰ ἔχουν ἐξουσία μόνο τοῦ σώματος, ὄχι καὶ τῆς ψυχῆς. Καὶ νὰ τὸ θυμᾶσαι αὐτὸ πάντοτε. Γι’ αὐτό, ἂν διατάζουν φόνους ἢ τίποτε ἄτοπα ἢ ἄδικα καὶ ψυχοβλαβῆ, δὲν πρέπει νὰ ὑπακοῦμε σ’ αὐτοὺς καὶ ἂν μᾶς βασανίζουν ἀκόμη. Γιατὶ ὁ Θεὸς δημιούργησε τὴν ψυχὴ ἐλεύθερη καὶ αὐτεξούσια σὲ ὅλα ὅσα κάνει, καλὰ ἢ κακά.



σημείωση Domenico: καμία συγγένεια μὲ τὴν πλατωνικὴ διαρχία δὲν χαρακτηρίζει τὴ γλῶσσα τοῦ ἀποσπάσματος σχετικὰ μὲ τοὺς ὅρους «ὕλη» (-κακὴ καθεαυτὴ) καὶ «ψυχή-σῶμα» (-καλὴ ψυχή / κακὸ σῶμα), διότι ὅλα ἀποτελοῦν καλὰ λίαν κτίσματα τοῦ Δημιουργοῦ.  Ἀναλόγως τῆς πολιτείας τοῦ ἀνθρώπου ἡ ὕλη (ἀλλὰ καὶ ἡ σωματοψυχὴ ποὺ καὶ αὐτὴ εἶναι ὕλη) γίνονται εἴτε τόπος φανέρωσης τοῦ Θεοῦ εἴτε μέσον ἀποστασιοποίησης ἐξ Αὐτοῦ. Ἄλλωστε ἡ τελευταία φράση τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου κεφαλαίου διευκρινίζει ἐναργέστατα τὶς ἐν λόγῳ σχέσεις. 


Μ. Ἀντώνιος, Παραινέσεις περὶ ἤθους ἀνθρώπων καὶ χρηστῆς πολιτείας, Κεφάλαια 170, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, μτφρ. Ἀντώνιος Γαλίτης, ἐκδ. Τὸ περιβόλι τῆς Παναγιᾶς, τ. Α´, Θεσσαλονίκη 51998 

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ἡττημένο ξεφάντωμα

Στέλιος Φαϊτάκης, Ἡ ἀπήχηση εἶναι μία χίμαιρα
Τὶ μοῦ ἀξίζει ἡ πρόοδος, τὶ μοῦ ἀξίζουν ὅλες οἱ ἀναρίθμητες θλίψεις καὶ τὰ βάσανα ποὺ ὑποφέρω στὸν καταραμένο δρόμο ἀπὸ τὴν κούνια ἕως τὸν θάνατο; Τὶ μοῦ ἀξίζει ὅλος ὁ κόπος καὶ ἡ ἐπιμέλεια, ἡ ὑποχρέωση, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καλωσύνη, ἡ κουλτούρα καὶ ὁ πολιτισμός, ὅταν πεθαίνω καὶ χάνομαι. Καθετὶ ποὺ ὀνομάζεται πρόοδος καὶ ἐπιμέλεια, ὑποχρέωση καὶ ἀγάπη, καλωσύνη, κουλτούρα καὶ πολιτισμός, ὅλες αὐτὲς οἱ δῆθεν ἀξίες, ὅλα αὐτὰ εἶναι βρυκόλακες ποὺ ρουφοῦν τὸ αἷμα μου, ρουφοῦν, ρουφοῦν… Καταραμένοι νὰ εἶναι!
Πρέπει νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς. Ἂν ὁ θάνατος εἶναι ἀναγκαιότητα, τότε ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι ὁ πιὸ χλευαστικὸς ἐμπαιγμός, τὸ πιὸ ἀηδιαστικὸ δῶρο, καὶ κυρίως φρίκη, ἀνυπόφορη φρίκη… Ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ θανάτου γιὰ τὴν ἐπιστήμη εἶναι ἀνεξέλεγκτη καὶ ἀκαταμάχητη. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἐπιστήμη δὲν εἶναι ἱκανὴ οὔτε νὰ βρεῖ οὔτε κἂν νὰ δώσει τὸ νόημα στὴ ζωή. Ἐνώπιον τοῦ προβλήματος τοῦ θανάτου ξεψυχᾶ καὶ ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη. […]
Τοποθετεῖστε τὸ ζήτημα τοῦ θανάτου πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ ὅλες τὶς ἀρχαῖες καὶ καινούργιες φιλοσοφίες. Κοντολογίς, ὅλη ἡ λογική, ὅλων τῶν φιλοσοφιῶν ἀπορρέει ἀπὸ μία ἀρχή: Οἱ κατηγορίες τῆς ἀνθρώπινης ἀντίληψης τεκμηριώνουν ὅτι εἶναι ἀπίθανο νὰ νικηθεῖ ὁ θάνατος· ὁ θάνατος εἶναι λογικὴ συνέπεια τῆς φυσικῆς φθορᾶς τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος, ἑπομένως ὁ θάνατος εἶναι ἀναπόφευκτη ἀναγκαιότητα. […] Οὐσιαστικὰ οἱ φιλοσοφίες δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο παρὰ ἡ ἀριθμητικὴ τῆς ἀπαισιοδοξίας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ τάφου θεωρεῖ τὸν κόσμο, τότε καμία φιλοσοφία δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ γλυκάνει τὸ πικρὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. […] Μόνο ἐνώπιον τῆς φοβερῆς πραγματικότητας τοῦ θανάτου ἐγὼ αἰσθάνομαι καὶ μαθαίνω πὼς ἡ φιλοσοφία καὶ ἡ ἐπιστήμη εἶναι, οὐσιαστικά, ὄχι μιὰ εὐχάριστη ἀλλὰ μία πικρὴ ἀγγελία. […]
Ἡ ἱστορία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ μιὰ ἄσπλαχνη, τυραννικὴ δικτατορία τοῦ θανάτου, μὰ δὲν εἶναι ἕνας ἐμπαιγμὸς πάνω σὲ κάθε πρόοδο; Νὰ μὴν ἐξαπατοῦμε τὸν ἑαυτό μας· ὁ θάνατος εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς τυραννίας καὶ τραγικότητας καὶ ἀλίμονο τὸ ξεφάντωμα τῆς εἰρωνείας καὶ τοῦ κωμικοῦ…[…]
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνατροπή, ἡ πρώτη ριζοσπαστικὴ ἐπανάσταση στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. […] Οὐσιαστικὰ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο παρὰ ἕνα θεῖο ἐργαστήριο ὅπου ἀδιάκοπα ξανατονώνεται, φρεσκάρεται καὶ ἐνισχύεται ἡ ἀνθρώπινη αἴσθηση καὶ ἐπίγνωση τῆς ὑποστατικῆς ἀθανασίας καὶ τῆς ἀπεραντοσύνης.


Ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Φιλοσοφικοὶ κρημνοί, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονής Χιλανδαρίου

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

ἀγάπη – πλούτου ἀλλοτρίωσις

Γιάννης Ψυχοπαίδης

[…] Διότι ἐὰν δὲν φόνευσες, ὅπως ἐσὺ λέγεις, οὔτε μοίχευσες, οὔτε ἔκλεψες, οὔτε ψευδομαρτύρησες ἐναντίον κάποιου, καθιστᾶς ἀνώφελη στὸν ἑαυτό σου τὴν ἐπιμέλεια γύρω ἀπ’ αὐτά, ἀφοῦ δὲν προσθέτεις αὐτὸ ποὺ ὑπολείπεται, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μπορέσεις νὰ εἰσέλθεις στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. […] Εἶναι φανερὸ λοιπὸν πὼς στέκεσαι μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐντολὴ καὶ ψευδῶς ὁμολόγησες στὸν ἑαυτό σου ὅτι ἔχεις ἀγαπήσει τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτό σου. Διότι νά, ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου σὲ ἀποδεικνύει ὅτι ἀπέχεις πάρα πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη. Γιατὶ ἂν αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο διαβεβαίωσες ἦταν ἀληθινό, ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ τὰ νιάτα σου τήρησες τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ ἔδωσες στὸν καθένα τόσο ὅσο καὶ στὸν ἑαυτό σου, τότε ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὴ ἡ περιουσία τῶν χρημάτων; Διότι ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τῶν φτωχῶν καταναλώνει τὸν πλοῦτο· ὅταν δηλαδὴ ὁ καθένας ἀποδέχεται λίγα γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν του, ὅλοι δὲ μαζὶ μοιράζονται τὰ ὑπάρχοντα ποὺ ξοδεύονται γιὰ ὅλους. Ὥστε αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πλησίον σὰν τὸν ἑαυτό του δὲν κατέχει τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸν πλησίον. Ἀλλὰ ὅμως φαίνεται νὰ ἔχεις πολλὰ κτήματα. Ἀπὸ ποῦ αὐτά; Ἀπὸ ποῦ αὐτὰ παρὰ ἀπὸ τοῦ ὅτι εἶναι φανερὸ ὅτι προτιμοῦσες τὴ δική σου ἀπόλαυση ἀπὸ τὴν παρηγορία τῶν πολλῶν. Ὅσο λοιπὸν ὑπερέχεις κατὰ τὸν πλοῦτο, τόσο ὑστερεῖς κατὰ τὴν ἀγάπη. Διότι πρὸ πολλοῦ θὰ εἶχες σκεφτεῖ νὰ ἀποξενωθεῖς ἀπὸ τὰ χρήματα, ἂν εἶχες ἀγαπήσει τὸν πλησίον. Τώρα ὅμως τὰ χρήματα εἶναι συνδεδεμένα μαζί σου περισσότερο ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ σώματος κι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ αὐτὰ σὲ λυπεῖ σὰν τὸν ἀκρωτηριασμὸ τῶν χρησιμότερων ἀπὸ αὐτά. Διότι ἂν εἶχες ντύσει τὸν γυμνό, ἂν εἶχες δώσει τὸν ἄρτο σου σὲ αὐτὸν ποὺ πεινᾶ, ἂν ἡ πόρτα σου εἶχε ἀνοίξει σὲ κάθε ξένο, ἂν εἶχες γίνει πατέρας τῶν ὀρφανῶν, ἂν συνέπασχες μὲ κάθε ἀδύνατο, γιὰ ποιὰ χρήματα θὰ δοκίμαζες τώρα λύπη; […]


Μέγας Βασίλειος, Πρὸς τοὺς πλουτούντας