Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ἀφελῶς ὑπάρχειν

Γιάννης Δέδες
Διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν ἀντικειμενικῶν ἀξιῶν ὁ ὑπαρξιστὴς μεταβάλλεται εἰς τὸν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀναδημιουργὸν τῆς ζωῆς καὶ τῶν προϋποθέσεων δράσεως ἐντὸς τοῦ ἐλευθέρου χώρου τοῦ Μηδενός, τοῦ ὁποίου τὰ ἄπειρα ὅρια συλλαμβάνει ἡ ἀγωνία, δημιουργοῦσα οὕτω τὸ χάσμα τοῦ Μηδενὸς ἐν ἐμοὶ ὡς ἀπόστασιν μεταξὺ ἐμοῦ ὡς φυσικοῦ ὄντος καὶ ἐμοῦ ὡς ἀνωτέρου τοιούτου.
Ἡ τραγικωτέρα ἐμφάνισις τοῦ Μηδενὸς εἶναι ὁ θάνατος. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς παρουσιάζεται ὡς ἡ εὐεργετικωτέρα καὶ δυναμικωτέρα τοποθέτησις τῆς ὑπάρξεως ἐν τῇ ἀγωνίᾳ καὶ τῇ ἀπελπισίᾳ. Ἡ εὐεργεσία ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ὁ θάνατος ἀπομονώνει τὴν ὕπαρξιν καθ’ ἑαυτὴν καὶ συγκεντρώνει τὸν ἄνθρωπον εἰς περισυλλογὴν περὶ τοῦ προορισμοῦ του. Τὸ μελλοντικὸν τέλος, ὁ ἐξαφανισμὸς «σοβαρεύει» τὸ παρὸν ἐν τῇ ἀγωνίᾳ πρὸ τῆς ἐπικρεμαμένης ἀνυπαρξίας. Ἡ ἐπάνοδος εἰς ἑαυτὸν σημαίνει οὕτως ἐξαφάνισιν τοῦ ἀφελῶς ὑπάρχειν καὶ ἀποκάλυψιν εὐθύνης καὶ φροντίδος περὶ τῆς ἀναλόγως πρὸς τὸ ἀναπόφευκτον τοῦτο τέλος τῆς ὑπάρξεως βιώσεως τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ζωῆς. Οἱ ὑπαρξισταὶ φαίνονται νὰ διαπνέωνται κυρίως ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι τὸ εἰδέναι τεθνᾶναι εἶναι ἡ οὐσία τοῦ γιγνώσκειν ὀρθῶς ζῆν. Ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει ὡς θνητός, θνῄσκει ἀνὰ πᾶσα στιγμήν, ἵνα μετὰ τοῦ «θνητός», ὡς κυρίου κατηγορήματος τῆς οὐσίας του, αἰσθανθῇ ἑαυτὸν ἀληθῶς τοιοῦτον, ἀπαλλαγῇ οὕτω πάσης ψευδαισθήσεως καὶ στραφῇ ἐν ἀγωνίᾳ πρὸς τὰ ἔνδον, πρὸς δημιουργίαν νέας σοβαρᾶς ἀτομικῆς καὶ ἀπομεμονωμένης ὑπάρξεως, ὡς ἀποκαλύπτει αὐτὴν ἐν τῇ ἀπολύτῳ μονώσει ὁ θάνατος.   


Νικ. Ἀ. Νησιώτη, Ὑπαρξισμὸς καὶ Χριστιανικὴ πίστις, ἐκδ. Μήνυμα, 3Ἀθήνα 1986

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

ἡ ἀσθένεια τῆς ἐξουσίας


Γιῶργος Λαναρᾶς
Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι κανένας ἐγωισμὸς δὲν εἶναι τόσο ἀνυπόφορος, ὅσο αὐτὸς τοῦ χριστιανοῦ σὲ σχέση μὲ τὴν ψυχή του καὶ τὸν Θεό. Αὐτοὶ ποὺ διψοῦν γιὰ ἀρχὴ καὶ ἐξουσία εἶναι ψυχικὰ ἀσθενεῖς. Πάσχουν ἀπὸ τὸ σύμπλεγμα τῆς κατωτερότητας. Ἔχουν μέσα τους μιὰ πληγή, ποὺ δὲν θέλουν νὰ τὴ δοῦν. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἐπιδιώκουν τὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ πείσουν τοὺς ἑαυτούς τους ὅτι εἶναι κάτι καὶ ὅτι δὲν ἀπέτυχαν στὴ ζωή, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅμως, κυνηγοῦν τὴν ἀρχή, γιὰ νὰ πείσουν τοὺς ἄλλους γύρω τους ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς βλέπουν σὰν ἁπλοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ σὰν ἀνθρώπους ἰδιαίτερους καὶ ἐξαιρετικούς.
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο κινοῦνται καὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴν ἐντύπωση ὅτι θὰ σώσουν τὸν κόσμο. Ἡ μεγαλομανία ποὺ ἔχει κάποιος μέσα του, ὅτι τάχα, δηλαδή, θὰ σώσει τὸν κόσμο ἢ ὅτι θὰ καταφέρει μεγάλες καὶ ριζικὲς ἀλλαγὲς ἢ ἀκόμη ὅτι θὰ συμβάλει μὲ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο στὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητας, εἶναι σχεδὸν πάντοτε ἕνα προσωπεῖο ποὺ κρύβει τὸ πάθος γιὰ ἐξουσία καὶ ἀρχή. […] Κι ὅσο πιὸ μικρὸς εἶναι κανείς, τόσο πιὸ πολὺ ἕλκεται ἀπὸ τὴ φιλοδοξία καὶ τὴ φιλαρχία.


Μακαρίου ἐπισκόπου Χριστουπόλεως, Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, κείμενα πνευματικῆς ἐγρήγορσης, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2016

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Ὁ Γκουστὰβ Λαντάουερ καὶ τὸ ἔθνος τῆς κοινότητας


[…] Ὁ ἀναρχικὸς ἀντικρατισμός του ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὴν σχεδὸν φετιχιστικὴ ἀπόρριψη τοῦ κράτους, ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους ἀναρχοσοσιαλιστές. Τὸ κράτος ἐπικράτησε διότι ὡς σχέση ἀποδείχθηκε πιὸ ἀποτελεσματική, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀτόνησαν οἱ ὀργανικοὶ κοινωνικοὶ θεσμοὶ ποὺ δημιουργοῦσαν σχέση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ ἀναγκαία αὐτὴ σχέση ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθεῖ μὲ καταναγκασμό, προκειμένου νὰ δίνει τὴν ὀργανικὴ σύνδεση τῶν ἀνθρώπων-πολιτῶν μεταξύ τους.
Ἡ κατάργηση τοῦ κράτους ἔρχεται ὅταν ἐνεργοποιοῦνται καὶ γίνονται λειτουργικὲς αὐτὲς οἱ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μέσῳ ὀργανικῶν θεσμῶν τους. Ἔτσι, δὲν ἀρκεῖ ἡ καταστροφὴ τοῦ κράτους μὲ μιὰ ἁπλὴ πολιτικὴ ἐπανάσταση χωρὶς τὴν ἐνεργοποίηση αὐτῶν τῶν θεσμῶν. Τὸ κράτος μπορεῖ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὀνόμαζε «Volk» καὶ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὁ λαός, ἀλλὰ τὸ πρωτογενὲς ἔθνος ἀνθρώπων κάθε χώρας, δηλαδὴ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἑνώνουν ἀνθρώπους, ὀμάδες καὶ κοινότητες ἀνθρώπων. Τὸ κράτος καταργεῖται ὅταν βαθμιαία τὸ λαϊκὸ κοινωνικὸ σῶμα ἀναλαμβάνει τὴ δυνατότητα δημιουργίας μιᾶς σωστῆς κοινωνικῆς σχέσης βασισμένης στὴν ἐλευθερία τῆς ἐπιλογῆς. […]
Ὁ λαός-ἔθνος ἐνυπάρχει στὴν κοινωνία ἀλλὰ δὲν λειτουργεῖ, βρίσκεται σὲ ὕπνωση. Ἡ «λαϊκὴ ἑνότητα» αὐτὴ θὰ ξυπνήσει μέσα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη καὶ τὴν κυκλοφορία τῆς σύγχρονης πραγματικότητας καὶ παραγωγῆς. Μόνο τότε ὁ πραγματικὸς σοσιαλισμὸς μπορεῖ νὰ διευρυνθεῖ. Βέβαια τὸ πέρασμα σὲ μιὰ ἄλλη κοινωνία δὲν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ μιὰ οἰκονομίστικη ἀνάπτυξη τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκη τὸ πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων. Ὅπου πνεῦμα, εἶναι ἡ συνειδητοποίηση αὐτῆς τῆς ὀργανικῆς σύνδεσης τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀνάγκη τους νὰ ἑνωθοῦν ὀργανικὰ ὡς λαϊκὸ σῶμα. […]
Βασικὴ ἔννοια στὴ σκέψη τοῦ Λαντάουερ εἶναι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἀνταγωνιστικὸ πρὸς ἄλλα ἔθνη, ὅπως ἡ ἀστικὴ κρατικοοικονομικὴ ἀντίληψη. Τὸ ἔθνος τοῦ Λαντάουερ εἶναι μιὰ συγκεκριμένη κοινωνικοϊστορικὴ πραγματικότητα. Ἡ ζωτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ διαχρονικὸ κοινοτικὸ πνεῦμα καὶ τὰ κοινοτικὰ ἀγαθὰ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ τοῦ σοσιαλισμοῦ του. Τὸ κοινοτικὸ πνεῦμα εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ δημιουργικὴ ἐπαναλειτουργία ὅλων τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν ἄμεσων καὶ ὄχι καταπιεστικῶν σχέσεων. […]


Τὸ ἔθνος τῆς κοινότητας, ὁ ἀναρχοσοσιαλιστὴς Γκουστὰβ Λαντάουερ καὶ οἱ στοχασμοί του πάνω στὴν ἐθνικὴ ταυτότητα, ἐφημ. Ρήξη, ἀρ. φ. 123, 14/5/2016