Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

ἡ κατασκευὴ τῆς χειραφέτησης

Π.Π. Ρούμπενς - Ὁ κῆπος τῆς ἀγάπης (1633)

Τὸ κοσμοθεωρητικὸ περιεχόμενο τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῶν Νέων Χρόνων καταφαίνεται στὴ σύνδεση βασικῶν σημείων τῆς αὐτοσυνείδησής του μὲ ὁρισμένες ἀξίες. Ἡ ἀποκοπὴ τῆς σκέψης ἀπὸ τὸ ὀντολογικό-μεταφυσικὸ πλαίσιο τῆς ἀντίπαλης κοσμοθεωρίας παρουσιάζεται ὡς ἀπελευθέρωση τῆς σκέψης καθαυτῆς ἢ ὡς χειραφέτηση τοῦ ἀνθρώπου· ὁ ὀρθολογισμὸς τῶν Νέων Χρόνων ἀξιώνει, ἔτσι, γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀνώτερη ἠθικὴ ἀξία, καὶ ἀκριβῶς μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα μπόρεσε πολὺ συχνὰ νὰ στέψει μὲ ἐπιτυχία τοὺς ἀγῶνες του καὶ νὰ κερδίσει σημαντικοὺς στοχαστὲς γιὰ τοὺς σκοπούς του. Ὅμως τὸ τὶ κατέχει κοσμοθεωρητικὴ ἀξία καὶ τὸ τὶ σημαίνει «ἀπελευθέρωση» καὶ «ἐλευθερία» δὲν ὁρίζεται ἐπιστημονικὰ παρὰ μόνο κοσμοθεωρητικά, καὶ μάλιστα πάντα σε ἀναφορὰ μὲ τὴν ἀξιολογικὴ κλίμακα ἑνὸς ἀντιπάλου, ἡ ὁποία χρησιμεύει ὡς ἀρνητικὸ κριτήριο. […] Οἱ ἄνθρωποι καλοῦνται νὰ ἀποτινάξουν ἕναν ζυγὸ καὶ νὰ ἀπαλλάξουν τὶς ψυχές τους ἀπὸ τὴν ἀπονεκρωτικὴ ἰδεολογικὴ ἐπήρεια τοῦ ἀντιπάλου, ἐνῶ συνάμα τοὺς ἀνοίγεται ἡ προοπτικὴ μιᾶς πρωτόγνωρης ζωντάνιας καὶ μιᾶς καινούργιας ὑπαρξιακῆς ἔντασης. Ἡ νέα σκέψη, ποὺ αὐτοθεωρεῖται αὐτόνομη, παρουσιάζεται τώρα ὡς ἡ ὔψιστη ἔκφραση τῆς ἔντασης αὐτῆς. Μονάχα τούτη ἡ μορφὴ ὑπαρξιακῆς ἔντασης ἐμφανίζεται τώρα πιὰ ὡς ἀληθινὴ ἐλευθερία καὶ ὡς ἠθικὸ ἀγαθό· ὅ,τι θεωροῦνταν πρωτύτερα ὡς ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀξιολογεῖται τώρα ὡς δουλεία ἤ, στὴν καλύτερη περίπτωση, ὡς εὐγενική -ἀλλὰ ὄχι καὶ λιγότερη ἐπικίνδυνη- ψευδαίσθηση. Στὴ ζοφερὴ περιγραφὴ μιᾶς ὁλόκληρης ἱστορικῆς ἐποχῆς ἀναζητᾶ μιὰ ἄλλη τὴν αὐτοσυνείδηση καὶ τὴ νομιμοποίησή της. Ὁ λεγόμενος Μεσαίωνας ἔχει, ἀσφαλῶς, τὰ ἰδιαίτερα κοινωνικά του γνωρίσματα, ποὺ ἀπαρτίζουν τὸν ἰδεώδη του τύπο, δηλ. τὴ δική μας εἰκόνα γι’ αὐτόν, ὡστόσο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθοῦμε τελεσίδικα γιὰ ποιὸν λόγο θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθεῖ ἠθικὰ καλύτερος ἢ χειρότερος ἀπὸ ἄλλες ἐποχές. Οὔτε καὶ μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ ἐπιστημονικά, ἂν τότε τὸ «ἀνθρώπινο πνεῦμα» καὶ ἡ «ἀνθρώπινη φύση» καταδυναστεύθηκαν (ἐδῶ δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὶς τοτεινὲς συγκεκριμένες μορφὲς τῆς κοινωνικῆς κυριαρχίας), ἀφοῦ τέτοιες ἔρευνες ἀναγκαστικὰ θὰ ὁρμηθοῦν ἀπὸ ἀξιολογικὲς κρίσεις (καὶ ὄχι ἁπλὲς ψυχολογικὲς ἢ βιολογικὲς ἀποφάνσεις) πάνω στὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Ὡστόσο, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πολλοὶ μεσαιωνικοὶ ἄνθρωποι, καὶ μάλιστα ὄχι οἱ λιγότερο προικισμένοι, ἔνιωσαν ὡς πλήρωμα τῆς ψυχῆς τους καὶ ως ὑπαρξιακὴ ἔνταση ἀκριβῶς τὰ πράγματα ἐκεῖνα, ποὺ ἀπὸ τὴν κοσμοθεωρητικὴ σκοπιὰ τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῶν Νέων Χρόνων παρουσιάστηκαν ὡς ἑτερονομία ἢ ἐξευτελισμὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμη καὶ ὡς πρὸς τὴν καθαρὰ νοητικὴ δραστηριότητα, ἡ ἐξονυχιστικὴ διερεύνηση ἑνὸς θεολογικοῦ προβλήματος θὰ πρέπει τότε νὰ προκαλοῦσε τουλάχιστον ἴση εὐχαρίστηση ἢ αἴσθηση ἐλευθερίας ὅσο ἀργότερα καὶ μιὰ ἐπιστημονικὴ ἀνακάλυψη.*


Παναγιώτης Κονδύλης, Ὁ εὐρωπαϊκὸς διαφωτισμός, τ. Α´, Ἀθήνα, 31998  



*σημείωση Domenico: ἡ τελευταία ἀποστροφὴ ἐκφράζει τὴν ἐμπεδωμένη νοησιαρχικὴ ροπὴ τῆς δυτικῆς θεολογίας τῆς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ στὰ καθ’ ἡμᾶς ἐγείρει δικαίως ζητήματα ἔκπτωσης     




Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

μιὰ κοινοτικὴ κριτικὴ τοῦ μαρξισμοῦ



[…] Ἡ σχέση τοῦ Καραβίδα μὲ τὸν μαρξισμὸ εἶναι πιὸ οὐσιαστική. Ἐνῶ ἀπορρίπτει τὸν κομμουνισμὸ ὡς σύστημα ἐναλλακτικὸ τοῦ καπιταλισμοῦ, κατ’ οὐσίαν κινούμενο στὴν ἴδια λογικὴ τῆς βιομηχανικῆς κοινωνίας, καὶ ἐνῶ θεωρεῖ τὸν σοσιαλισμὸ ἐπιφανειακὴ συγκάλυψη καὶ συμπτωματικὴ θεραπεία τῶν παθογενειῶν τοῦ καπιταλισμοῦ καὶ τὴν σοσιαλδημοκρατία ἕνα εἶδος ἀλυσιτελοῦς φιλανθρωπίας, δέχεται τὸν μαρξισμό, ἀλλὰ ὡς ερμηνευτικὸ σχῆμα μόνον τῆς δυτικῆς βιομηχανικῆς κοινωνίας. Υἱοθετεῖ, μάλιστα, δημιουργικὰ μέρος τῆς ὁρολογίας καὶ ὁρισμένα ἀναλυτικὰ ἐργαλεῖα του στὸ δικό του ἑρμηνευτικὸ σχῆμα. Κατὰ τὰ ἄλλα, ὁ Καραβίδας, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ κι ἀλλοῦ, εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἀμφισβήτησε τὸν μαρξισμὸ ἐκ τῶν ἔσω, πολὺ πρὶν τὸν Καστοριάδη καὶ τὸν Ἀξελό, καὶ μάλιστα ὄχι ἀμφισβητώντας σὰν καὶ αὐτοὺς τὴν φιλοσοφικὴ καὶ πολιτική του ὁρολογία, ἀλλὰ τὴν ἐπάρκεια τῆς γενικώτερης κοινωνιολογικῆς του ἀνάλυσης καὶ τῆς ἱστορικῆς του θεώρησης. Πράγματι, ὁ Καραβίδας δὲν πολέμησε τὸν μαρξισμὸ ὡς ἀντεθνικὸ καὶ κοινωνικὰ ἐπικίνδυνο κατασκεύασμα, ἀλλὰ κατέδειξε τὴν ἀδυναμία ἐφαρμογῆς του στὶς συγκεκριμένες μὴ δυτικὲς περιπτώσεις. […]
Ὁ Κώστας Βεργόπουλος ἐκτιμᾶ ὅτι τὸ ἔργο τοῦ Καραβίδα «συνιστᾶ μιὰ ρωμαλέα προσπάθεια γιὰ τὴν διερεύνηση καὶ τὴν ὁριοθέτηση ἑνὸς "τρίτου δρόμου", πέρα ἀπὸ τὸν ατομοκεντρικὸ καπιταλισμὸ καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀναπόφευκτη "σοσιαλιστικὴ" γραφειοκρατία». […]


Μελέτης Η. Μελετόπουλος, Κοινοτισμός, Τὸ ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου Καραβίδα καὶ οἱ συγγενεῖς προσεγγίσεις, Ἐναλλακτικὲς Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2013

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

φιλοκτημοσύνη - τάφος εἰδωλολατρίας


 […] Πρῶτο κακὸ γέννημα τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, ἂν ἐξετάσεις, θὰ βρεῖς πὼς εἶναι ἡ φιλοκτημοσύνη. Δὲν εἶναι ὑπαίτιες οἱ ἐπιθυμίες ποὺ συντελοῦν στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς συνοδεύουν ἀπὸ τὴν πολὺ μικρὴ ἡλικία. Ἐνῶ ἡ φιλαργυρία ἀναφύεται ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὅταν ἀκόμα εἴμαστε παιδιά. Ἀπὸ αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ φιλαργυρία δὲν ἔχει τὴν ἀρχή της στὴ φύση, ἀλλὰ στὴν προαίρεση. Καὶ δίκαια ὁ θεσπέσιος Παῦλος τὴν ὀνόμασε ρίζα ὅλων τῶν κακῶν. Γιατὶ ἡ φιλαργυρία γεννᾶ πολλὰ κακά· ἀνελεημοσύνες, ἀπάτες, ἁρπαγές, κλοπές, καὶ γενικὰ κάθε εἶδος πλεονεξίας, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ὀνόμασε δεύτερη εἰδωλολατρία. Ἀκόμη σὲ ὅσα κακὰ δὲ φυτρώνουν ἀπὸ αὐτή, σὲ ὅλα σχεδὸν προμηθεύει τὰ ὑλικὰ τῆς ὑπάρξεώς τους. Κι αὐτὰ εἶναι ὅσα πάθη γεννιοῦνται ἀπὸ τὴ φιλοϋλία  τῆς ψυχῆς ποὺ δὲν ἔχει προθυμία γιὰ ἀγαθοεργία.
[…] οὔτε γιὰ ἀγαθοεργία δὲν ἀπομένει πρόφαση στοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐπιθυμοῦν τὸν πλοῦτο. Στὴν πραγματικότητα φοβοῦνται τὴ φτώχεια, μὴν πιστεύοντας σ’ Ἐκεῖνον, ποὺ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ δώσει ὅλα τὰ ἀναγκαία σ’ ἐκείνους ποὺ ζητοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὲ τὴ σκέψη μόνο αὐτὴ σὰν ἀφορμή, ἀκόμη κι ἂν τὰ ἔχουν ὅλα, δὲν ἐλευθερώνονται ποτὲ ἀπὸ τὴ νοσηρὴ καὶ ὀλέθρια αὐτὴ ἐπιθυμία, ἀλλὰ μαζεύοντας πάντοτε, φορτώνουν τὸν ἑαυτό τους ἄχρηστο φορτίο, ἢ μᾶλλον τοῦ κατασκευάζουν παράδοξο τάφο, ἐνῶ εἶναι ἀκόμη ζωντανοί. Γιατὶ οἱ νεκροὶ θάβονται στὸ κοινὸ χῶμα, ἐνῶ ὁ νοῦς τοῦ ζωντανοῦ φιλαργύρου θάβεται στὸ χρυσάφι ποὺ κι αὐτὸ εἶναι χῶμα. Κι αὐτὸς ὁ τάφος εἶναι πιὸ βρωμερὸς ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ ὅσους ἔχουν ὑγιεῖς τὶς πνευματικὲς αἰσθήσεις. Καὶ τόσο πιὸ βρωμερὸς εἶναι, ὅσο μὲ περισσότερο χρυσὸ τὸν ἔχει σκεπάσει. Γιατὶ ἡ δυσωδία τῆς πληγῆς τῶν ἀθλίων θαμμένων διαπερνᾶ τὸ πάχος αὐτοῦ τοῦ τάφου και φτάνει μέχρι τὸν οὐρανό, στοὺς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ Θεό. Ἀπὸ αὐτὸ γίνονται σιχαμεροὶ καὶ πράγματι ἄξιοι ἀποστροφῆς, γιατὶ - κατὰ τὸν Δαβίδ- βρώμησαν ἐξαιτίας τῆς ἀφροσύνης τους.
Ἀπὸ τὸ βρωμερὸ καὶ νεκροποιὸ αὐτὸ πάθος ἀπαλάσσει τοὺς ἀνθρώπους ἡ θεληματικὴ καὶ χωρὶς ἀνθρωπαρέσκεια* ἀκτημοσύνη, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν «ἐν πνεύματι πτωχεία» ποὺ μακάρισε ὁ Κύριος. […]


Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Πρὸς τὴ μοναχὴ Ξένη, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν, τ. Δ´, μτφρ. Ἀντώνιος Γ. Γαλίτης, ἐκδ. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσ/νίκη 31997 





*σημείωση Domenico: σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὑπάρχει καὶ ἀκτημοσύνη ἀνθρωπαρέσκειας, γεγονὸς ποὺ ὑπονοεῖ ὅτι ὁ ἐπαναστατικὸς μετασχηματισμὸς τῆς κοινωνίας θὰ εἶναι ἀενάως φαλκιδευμένος ἐκ τῶν ἔσω, ἂν δὲν πυροδοτεῖται ἀπὸ τὴ συστατικὴ προϋπόθεση τῆς ἐπανάστασης: τὴν ἑδραία θέληση γιὰ διαρκῆ ἀγώνα ὑπαρκτικῆς μεταποίησης ἐπὶ τὸ Λογικότερον