Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ἡ φοβικὴ τυραννία τοῦ ἐγωισμοῦ

Ρένα Τζολάκη
Τελικὰ ἡ ἐλευθερία στὸν πτωτικὸ ἄνθρωπο εἶναι βάρος παρὰ χαρά. Ἡ ἐλευθερία συνεπάγεται εὐθύνη, γεγονὸς ποὺ φέρνει ἄγχος καὶ φόβο. Ὁ πτωτικὸς ἄνθρωπος προτιμᾶ τὴν πρόσκαιρη ἀσφάλεια παρὰ τὴν ἐλευθερία. Χρειάστηκε ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ἀντιστρέψει αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ἡ πολιτεία καὶ ἡ ἐξουσία εἶναι μέσα παροχῆς προκατασκευασμένης σιγουριᾶς. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο πολλοὶ ταυτίζουν πίστη καὶ πατρίδα, Ἐκκλησία καὶ πολιτεία. Ὁ φόβος μπροστὰ στὴν ἐλευθερία γεννᾶ τὸν πόθο γιὰ τὴν ἐξουσία. Ὁ Ἔριχ Φρὸμ λέγει ὅτι ὁ πόθος τῆς ἐξουσίας δὲν πηγάζει ἀπὸ δύναμη, ἀλλὰ ἀπὸ ἀδυναμία. Φοβᾶται ὁ ἀδύναμος, ὁ ἐγωιστής. Αὐτὸς ποὺ δὲν εἶναι σὲ σχέση. Φοβᾶται ὁ μισός. […]
Ἡ ἐλευθερία ἐν τῷ μεταξὺ παραβιάζεται καὶ ἔμμεσα. Κάτω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη τρυφερότητα, τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἀγάπη κρύβεται συχνὰ τυραννικὸς χειρισμὸς καὶ τὸ χειρότερο δεσμωτήριο τοῦ προσώπου. Ἕνας τρόπος νὰ τυραννᾶς τοὺς ἄλλους εἶναι μέσα ἀπὸ τὴν «ἀγάπη». Τὴν δῆθεν ἀγάπη. Τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ κινητοποιήσει τὸν ἄνθρωπο εἶναι ὁ σεβασμὸς μέχρι θανάτου τῆς ἐλευθερίας του. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἀπαλύνει τὴν ὕπαρξη καὶ νὰ ἀφυπνίσει τὴ λαχτάρα γιὰ σχέση καὶ ἕνωση.


Ἀλέξανδρος Κατσιάρας - Μάρω Βαμβουνάκη, Ὅταν ὁ Θεὸς πεθαίνει, μιὰ συζήτηση, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2003 

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ἡ ὑποκατάσταση τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τὴν ἐξουσία

Δήμητρα Σιατερλῆ, χωρὶς τίτλο 2014

Τὸ φαινόμενο τῆς ἐξουσίας, πολιτικῆς-κοσμικῆς ἀλλὰ καὶ ἱερατικῆς, ἐξηγεῖται πολὺ εὔκολα στὸ πλαίσιο τῆς ὅλης θεολογικῆς σκέψεως τοῦ Χρυσοστόμου. Συνιστᾶ καὶ αὐτή, ὅπως ὁ πλοῦτος ἢ ὁ γάμος, ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως. Ἡ ἐξουσία ἀποβαίνει πρόβλημα ἐφόσον προϋποθέτει ἄρχοντα τὸν ὁποῖο ἐκμαυλίζει ἡ αἴσθηση τῆς ὑπεροχῆς καὶ τῆς δυνάμεως, καὶ ἀρχόμενο, ὁ ὁποῖος δυσανασχετεῖ γιὰ τὴν ὑποταγή του. […]
Τὴν κατάσταση τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσαι, τὴν ὕπαρξη ἄρχοντα καὶ ἀρχομένου καὶ γενικότερα ἀνώτερου καὶ κατώτερου, συνδέει μὲ τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ὁ Θεός, δημιουργώντας τὸν ἄνθρωπο, τὸν προίκισε μὲ τὸ ἀγαθὸ τῆς «ἀρχῆς», τῆς ἐξουσίας, ὅπως δηλώνουν οἱ βιβλικοὶ λόγοι «καὶ ἀρχέτωσαν τῶν θηρίων τῆς γῆς» (Γεν. 1, 26) (PG 54, 593). Τὴν «ἀρχὴν» ὅμως αὐτήν, ποὺ ἦταν διαφορετικῆς ποιότητας ἀπὸ τὴν μεταπτωτικὴ ἐξουσία, ἀπώλεσε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ δική του πρωτοβουλία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὴν παρακοή-ἁμαρτία ἡ ὑποταγὴ ἀνθρώπου σὲ ἄνθρωπο (PG 54, 594-595). Πρόκειται γιὰ ὑποκατάσταση τοῦ ἀγαθοῦ τῆς παραδεισιακῆς «ἀρχῆς» μὲ τὴν ὑποταγή, πού, βέβαια, εἶναι ἀνεπιθύμητη κι ἐπαχθής, ἀφοῦ οἱ μεταξύ τους ἰσότιμοι, ἐλεύθεροι καὶ μακάριοι ἄνθρωποι πρέπει νὰ μεταβληθοῦν ὁ ἕνας σὲ ἄρχοντα καὶ ὁ ἄλλος σὲ ἀρχόμενο, ὁ ἕνας σὲ διατάσσοντα κι ὁ ἄλλος σὲ διατασσόμενο. Στὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε τὴν «ἀρχὴν» ἐπὶ τῶν θηρίων καὶ γενικὰ ἐπὶ τῆς φύσεως μὲ ἄλλες προϋποθέσεις, γεννιῶνται τώρα ἐξουσιαστικὲς διαθέσεις ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του. Ἄρα τὸ ἴδιο ἀγαθὸ μεταστοιχειώνεται σὲ τυραννικὴ δύναμη κι ἑπομένως κάποιοι πρέπει νὰ ὑποστοῦν τὴν τυραννία. […]
Κανένας ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας δὲν μαστίγωσε τόσο πολὺ τοὺς παντὸς εἴδους ἐλλειμματικοὺς καὶ τυραννικοὺς ἄρχοντες ὅσο ὁ Χρυσόστομος (PG 52, 24 · PG 56, 42, · PG 62, 48 · PG 60, 365 · PG 63, 232).
Γι’ αὐτὸ καὶ πρῶτος διακρίνει σαφῶς μεταξὺ τοῦ ἄρχειν, ποὺ εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς ἐκλογῆς, ποὺ ἀνήκει στὴν εὐθύνη τῶν ἀνθρώπων. Ἀρνεῖται ὅτι ὁ κάθε ἄρχοντας εἶναι «ἐλέῳ Θεοῦ», δὲν «χειροτονεῖται» - ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ἔθεσε μόνο τὴν τάξη τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι. […] Δὲν συνιστᾶ ἡ κάθε ἐκλογὴ ἄρχοντα θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στὶς περιπτώσεις αὐτές, ποὺ εἶναι οἱ περισσότερες, τὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὰ μέλη τῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἴδια τὴν κοινωνία εἶναι καταστρεπτικά.  Φθάνει στὸ σημεῖο νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ κακὸς ἄρχοντας εἶναι χειρότερο κακὸ καὶ ἀπὸ τὴν «ἀναρχία»* (PG 56, 42).


Στυλιανοῦ Γ. Παπαδόπουλου, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τ. Β´, εκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα 22010



* σημείωση Domenico: Ἡ αὐτονόητη ἐπισήμανση ὅτι στὸν ὅρο «ἀναρχία» τοῦ κειμένου δὲν ἀπαντᾶται τὸ σύγχρονο περιεχόμενο τῆς ἐλευθεριακῆς αὐτοθέσμισης παρὰ μόνο ἡ πολιτικὴ ἀκαταστασία, ποὺ θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη τῆς κοινωνίας, ὑπονοεῖ σαφέστατα ὅτι ἡ ἀπόπειρα ἄρσης τῆς μεταπτωτικῆς ἀναγκαιότητας τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι κάθε ἄλλο παρὰ ἀπάδει πρὸς τὴ σκέψη τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ συγγραφέα ὅτι «ἡ πολιτεία, τὴν ὁποία προϋποθέτει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀναγνώριζε πρωτεύοντα ρόλο στὸ Χριστιανισμό» ἐνισχύει τὸ παραπάνω ἐνδεχόμενο διαγράφοντας τὶς ἀπαραβίαστες σὲ κάθε ἐποχὴ προϋποθέσεις τους καὶ τὰ ὅριά τους. Ὅσο γιὰ τὴ διάκριση τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι ὡς θεία τάξη αὐτὴ διέπεται ἀπὸ τέτοιας σφοδρότητας ὑπαρκτικὴ κριτική, ποὺ ἡ ἀνεκτὴ λειτουργία της (τῆς διάκρισης) βρίσκει τὸ πλήρωμά της
στὴν ἀναίρεσή της.        

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

πίστη καὶ ἐπιστήμη


"Ἡ ὑποθήκη τῆς πατερικῆς θεολογίας ὅτι «ἡ σχέσις σῴζει» (PG 3, 725) καὶ ἡ ἐπαναστατικὴ ἀνακάλυψη τῆς μοντέρνας φυσικῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Σχετικότητα (Relativität) σημαίνει ἀναφορικότητα (καὶ ὄχι σχετικισμό, ὅπως ἀνόητα ἰσχυρίζονται οἱ ἀδαεῖς), σχηματίζουν ἕνα σημεῖο διαλογικῆς συνάντησης πρωτοποριακῆς θεολογίας καὶ μοντέρνας φυσικῆς". 

Μάριος Π. Μπέγζος, Ἀνατολικὴ ἠθικὴ καὶ Δυτικὴ τεχνική, θέματα φυσικῆς φιλοσοφίας τῆς θρησκείας, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 1993