Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

μεταφυσική - τῆς φυσικότητας καὶ τῆς ἀπελευθέρωσης

τοῦ Νώντα, γιὰ λόγους πολλούς, λεπτοὺς ὁδηγοὺς

Ὄλγα Σταυρίδου, Ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, Καστοριά, λάδι σὲ μουσαμά, 1983

[…] ἡ θρησκεία, σὰν εἰκονοπλαστικὴ ἀνταπόκριση τῆς θρησκευτικότητας, ἐγκλεισμὸς τοῦ θεοῦ μέσα στὴ γλῶσσα, γιὰ νὰ φτερουγίζει κρατημένος ἀπ’ τὴν ἀνθρώπινη κλωστή, συγκεντρώνει τὴ δύναμη τῆς ἐλευθερίας σὲ πίστη, ἔτσι καθὼς μ’ ἕναν καθρέφτη μποροῦμε νὰ συγκεντρώσουμε σὲ πυκνὴ βούλα τὸν ἥλιο ἀπάνω στὸ δέρμα ὥστε ν’ ἀρχίσει νὰ καίγεται. Βλέπουμε καθαρὰ τὴν πραγματικότητα τῆς μεταφυσικῆς· ποὺ δὲν εἶναι μιὰ λέξη καὶ μιὰ ἰδιοτροπία, ἕνα φαινόμενο τῆς Ἱστορίας ἐξαντλήσιμο καὶ ποὺ παρακολουθοῦμε τὰ λοίσθιά του στὴν ἐποχή μας, τὴν ἀληθῶς ἀνακεφαλαιωτικὴ καὶ πού, σίγουρα, θὰ ὁδηγήσει τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα σὲ μεγάλες εἰλικρίνειες.
Βλέπουμε καθαρά, νομίζω, τὴν κατάργηση κάθε σκιᾶς, ὁλόγυρα στὴ μεταφυσική. Θέλω νὰ πῶ, δὲν εἶναι κάποιο πνευματικὸ ἐπικοδόμημα ἡ μεταφυσική, ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ ἐξηγήσουμε καὶ νὰ τὸ περιορίσουμε, σύμφωνα μὲ ὁποιοδήποτε ρεαλισμό, μὲ ὁποιαδήποτε κοινωνιολογία, μὲ ὅποια ψυχολογία, κι ὅ,τι ἄλλο, καὶ τελικὰ νὰ δείξουμε πὼς τελειώνουν τὰ ψωμιά του, ἀλλὰ εἶναι ὁ βαθύτερος πραγματισμὸς τῆς ὑπάρξεως, ἡ βαθύτερη χρήση τῆς ἐλευθερίας, τὸ ἐσώτατο κίνητρο, ποὺ κατευθύνει στὴν κλίμακα τῶν ἀπελευθερώσεων ἕως τὸ θάνατο καὶ τὴ θέωση. Ὁ ἄνθρωπος ἀκαταμάχητα θέλει τὸ ὕψος, ἐκεῖνο ποὺ τὸν λυτρώνει ἀπ’ τὶς ἀμέτρητες αἰχμαλωσίες τοῦ ἀποτελέσματος καὶ τοῦ χαρίζει τὴν ποθούμενη καὶ γι’ αὐτὸ τόσο ρεαλιστικὴ αὐτοβεβαίωση. Ἄρα, λοιπόν, ἡ μεταφυσικὴ ἀντίληψη δὲν εἶναι παρανόηση τῆς φυσικότητας, μὰ εἶναι ἡ ἀποκορύφωση τῆς φυσικότητας, ἡ δύναμη ποὺ κάνει κατόρθωμα τὴ φ υ σ ι κ ό τ η τ α καὶ ποὺ χωρὶς τὴ λειτουργία της ἡ φυσικότητα σκλαβώνει τὸν ἄνθρωπο.

Ν. Δ. Καρούζου, Μεταφυσικὲς ἐντυπώσεις ἀπ’ τὴ ζωὴ ὣς τὸ θέατρο, ἐκδ. Ἄψινθος, Ἀθήνα 1966


                                                        

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

χαρισματικὴ αὐτονομία

Βάσω Κατράκη
[…] Ἀπέναντι στὰ ἀντικρουόμενα σχήματα τῆς πολυώνυμης ἑτερόνομης καὶ τῆς ποικιλόμορφης αὐτόνομης ἠθικῆς ὁ Χριστιανισμὸς προβάλλει ἕνα τρίτο εἶδος ῆθικῆς, ποὺ ὑπερβάλλει καὶ γεφυρώνει τὴν ἀντιθετικὴ διάκριση αὐτονομίας καὶ ἑτερονομίας. Προβάλλει τὴν ἠθικὴ τῆς ἑτερόνομης ἢ χαρισματικῆς αὐτονομίας. Ἡ ἠθικὴ αὐτὴ ἀρχίζει μὲ τὴν ἑτερονομία καὶ καταλήγει στὴν αὐτονομία. […]
Ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος «δεδανεισμένον» τὸ εἶναι του, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει «δεδανεισμένην» καὶ τὴν αὐτονομία του. Καὶ ἐπειδὴ ἡ αὐτονομία, ὅπως καὶ τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου, προσφέρεται ως δωρεά, τὸν καθιστᾶ ὄντως αὐτόνομο· τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν αὐτονομία τῆς φιλαυτίας καὶ τὸν εἰσάγει στὴν αὐτονομία τῆς υἱοθεσίας του ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ τῆς θεώσεως. […]
Ὅσο περισσότερο προσεγγίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν Χριστό, τόσο περισσότερο κατανοεῖ τὸν βαθύτερο ἑαυτό του καὶ ζεῖ τὴν ἀληθινὴ αὐτονομία. Αὐτὴ κορυφώνεται μὲ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, ποὺ καθιστᾶ ψηλαφητὴ καὶ τὴν μετάβαση ἀπὸ τὴν ἑτερονομία στὴν χαρισματικὴ αὐτονομία. Γιατί, ὅπως εἶναι φυσικό, κανεὶς δὲν εἶναι πιὸ ἐλεύθερος καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ αὐτόνομος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ νικᾶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου.
Ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ ἔχει δυναμικὸ χαρακτήρα. Δὲν ἐκδιπλώνεται σὲ ἕνα ἀλλὰ σὲ περισσότερα ἐπίπεδα. Τὰ ἐπίπεδα αὐτά, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὰ στάδια τῆς πνευματικῆς τελειώσεως τῶν πιστῶν, συνοψίζονται συνήθως σὲ τρία: α) τῶν δούλων, β) τῶν μισθωτῶν καὶ γ) τῶν ἐλευθέρων ἢ τέκνων τοῦ Θεοῦ. Στὰ δύο πρῶτα ἐπίπεδα ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ λειτουργεῖ ἑτερόνομα σύμφωνα μὲ τὸν νομοδότη Θεό, ἐνῶ στὸ τρίτο αὐτόνομα μέσα στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Στὸ πρῶτο ἐπίπεδο τὸ κίνητρο τῆς ἠθικῆς συμπεριφορᾶς εἶναι ὁ φόβος τῆς τιμωρίας, στὸ δεύτερο ἡ ἐλπίδα τῆς ἀμοιβῆς, ἐνῶ στὸ τρίτο ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀγάπη. Στὸ πρῶτο ἐπίπεδο ὁ ἄνθρωπος ἐνεργεῖ δουλικά, στὸ δεύτερο ὠφελιμιστικά, ἐνῶ στὸ τρίτο κινεῖται μὲ ἐλευθερία καὶ ἀνιδιοτέλεια. Στὰ δύο πρῶτα ἐπίπεδα ἡ ἠθικὴ ζωὴ παραμένει ἀτελὴς καὶ προκαταρκτική, ἐνῶ στὸ τρίτο γίνεται πλήρης καὶ αὐθεντική. Στὸ τελευταῖο ἐπίπεδο ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ λειτουργεῖ αὐτόνομα ὡς ἠθικὴ τῆς ἐλευθερίας, τῆς αὐτονομίας, τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. […]


Γεώργιος Ἰ. Μαντζαρίδης, Αὐτονομία καὶ ἑτερονομία στὴν ἠθική, περ. Σύναξη, Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2014, τ.132   

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

«ἐλεημοσύνη» ἢ κοινωνία;

Γιῶργος Κόρδης

Δὲ σώζει τὸν ἄνθρωπο τὸ νὰ ἐλεήσει ἕναν· ἀντίθετα, τὸ νὰ καταφρονήσει ἕναν, τοῦ προξενεῖ τὴν κόλαση. […]
Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὸν πλησίον του ὅπως τὸν ἑαυτό του, δὲν ἀνέχεται νὰ ἔχει τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸν πλησίον του. Ἂν τώρα ἔχει, ἀλλὰ δὲν τὰ μοιράζει ἄφθονα, ὥστε νὰ γίνει καὶ ὁ ἴδιος φτωχὸς καὶ νὰ ἐξομοιωθεῖ μὲ τοὺς πλησίον, δὲν εἶναι ἐκπληρωτὴς τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου. Τὸ ἴδιο κι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ δίνει σὲ ὅλους ὅσοι τοῦ ζητοῦν, ἂν συμβεῖ νὰ ἔχει ἔστω καὶ ἕνα νόμισμα ἢ ἕνα κομμάτι ψωμὶ καὶ ἀρνηθεῖ σὲ κάποιον ποὺ τοῦ ζητεῖ. Ἐπίσης κι ἐκεῖνος ποὺ δὲν κάνει στὸν πλησίον ὅσα καὶ αὐτὸς θέλει νὰ τοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι. Ἔτσι κι ἐκεῖνος ποὺ ἔθρεψε, ξεδίψασε καὶ ἔντυσε κάθε φτωχὸ καὶ ἐλάχιστο καὶ τοῦ ἔκανε καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ἂν καταφρονήσει καὶ παραβλέψει ἕνα μόνο ἀπὸ αὐτούς, θὰ θεωρηθεῖ ὅτι παρέβλεψε πεινασμένο καὶ διψασμένο τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, τὸ Θεό.

Ἁγίου Συμεὼν Νέου Θεολόγου, 154 Θεολογικὰ καὶ Πρακτικὰ Κεφάλαια, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ´, μτφρ. Ἀντώνιος Γ. Γαλίτης, ἐκδ. Τὸ περιβόλι τῆς Παναγιᾶς, Θεσσαλονίκη 31997




σημείωση Domenico: ἡ ὑπαρκτικὴ ὁριογραμμὴ μεταξὺ ἀστικῆς ἐλεημοσύνης καὶ ἐκκλησιαστικοῦ βίου εἶναι ἡ καθολικότητα τῆς κοινωνίας. Ἡ πρώτη προοπτικὴ θεριεύει τὸ κυριαρχικὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοεπιβεβαίωσης τεμαχίζοντας τὴ φύση· ἡ δεύτερη ζυμώνει τὸν ἑαυτὸ στὸν Γολγοθὰ τοῦ ὁμοουσίου μεταγγίζοντας στὴ φύση τὴν ἀνοιχτοσιὰ τῆς χάρης...