Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

ἡ τελεία τῆς ἠθικῆς



Ὁ ἁρμὸς τῆς λατρευτικῆς θεματικῆς τῶν τριῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι ἡ καταιγιστικὴ ἐπίθεση τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ γεννήτορα τῆς θρησκείας: τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας.
Ὁ θάνατος εἶναι τὸ θεριὸ τῆς πτώσης, ἡ ἐξημέρωση τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται -ψευδαισθητικά- μὲ τὴν ἐπιστόμωση τοῦ ὑπαρκτικοῦ κενοῦ ποὺ τὸν θυμίζει. Στάσεις καὶ πράξεις ἠθικῆς προφάνειας στηλώνουν τὸ ἀπειλούμενο ἐγὼ προσπορίζοντάς του τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἐχθρὸς Θεὸς ἢ ὁ ἐχθρὸς ἑαυτὸς καταπραΰνονται. Ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου χάσκει μασκαρεμένη ὑπὸ τὶς ἐπιχωματώσεις τῶν ἀτομικῶν κατορθωμάτων. Αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ βίου μετατρέπει τὸ ἐρωτηματικὸ τοῦ Θεοῦ σὲ τελεία. Ἡ κλήση Του προσκρούει στὴν ἀνενδεῆ ἐπιφάνεια τῆς ἠθικῆς αὐταξίας καὶ ἐξοστρακίζεται ἀναπάντητη. Στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ ἄδικη καὶ βίαιη οἰκειοποίηση τῆς ζωῆς, ἀφοῦ αὐτὴ στανικῶς σμικρύνεται στὶς προδιαγραφὲς τῆς ἠθικῆς αὐτοϊκανοποίησης.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ μιὰ ἄλλη ὄψη τοῦ ἐγωτισμοῦ. Ἐκείνη στὴν ὁποία φύονται πραγματώσεις παντελῶς ἀνήμπορες νὰ διεκδικήσουν ἠθικὲς ἀξιομισθίες. Αὐτὴ ἡ ἐξορισμένη στὸ κοινωνικὸ περιθώριο κίνηση βρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων ποὺ διαγράφει ἡ πτώση. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ἀπὸ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπουσιάζει ἡ ἀσφάλεια τῶν ἠθικῶν ἐπιτευγμάτων, ἀφοῦ εἶναι ἀνύπαρκτα, μέχρι τοῦ σημείου ἀκόμη καὶ τῆς ἄμεσης ἢ ἔμμεσης διαπόμπευσης, φανερώνεται σωστικό. Διότι ὁ βυθὸς τῆς ὑπαρκτικῆς ἀγωνίας παραμένει κενὸς ἀπὸ ἰζήματα ἠθικῆς ἐπάρκειας. Ἔτσι ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ διαθέτει περισσότερες πιθανότητες νὰ ἀπαντηθεῖ. Κι ὅταν αὐτὸ συμβεῖ ἡ ἀνταπόκριση λαμβάνει διαστάσεις σεισμικές, ποὺ κατακρημνίζουν τὶς σκαλωσιὲς τῆς φιλαυτίας, ὥστε ὁ ἑαυτὸς νὰ ὀρθοποδεῖ ἐλεύθερος. Πρόκειται γιὰ τὴ μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι παντελῶς ἀ-νόητη στοὺς κυνηγοὺς τῶν παράσημων τῆς ἠθικῆς.    
Ἡ συκιὰ ποὺ διαθέτει φύλλα ὄχι ὅμως καρποὺς καὶ οἱ γεωργοὶ ποὺ ἐγκληματοῦν γιὰ νὰ σφετεριστοῦν (Μ. Δευτέρα), τὰ «οὐαὶ» πρὸς τὴν αὐτοδικαιωτικὴ ἠθικὴ τῶν Φαρισαίων καὶ ἡ μωρία τῆς παρθενικῆς χαύνωσης (Μ. Τρίτη), ἡ ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ τοῦ εὐσεβοῦς, κατὰ τὰ ἄλλα, συνδαιτημόνα Ἰούδα ποὺ τελικὰ προδίδει τὸν Χριστὸ καὶ τῆς προσωπικῶς καὶ κοινωνικῶς καταρρακωμένης πόρνης ποὺ σώζεται (Μ. Τετάρτη) φανερώνουν ὅτι στὴν ἀγγελία τῆς Ἀνάστασης οἱ ἠθικοὶ κωφεύουν. Μονωμένοι στὴν ἀδιατάρακτη γαλήνη τῶν ἀντικειμενικὰ μετρήσιμων ἐπιτυχιῶν τους καὶ τοῦ κύρους ποὺ ἀποκομίζουν, ἀτενίζουν ἀγέρωχοι τὴ ζωή.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τόσο ὁ Χριστός, ὅσο καὶ ὁ ὑμνολογικὸς πλοῦτος τῶν ἡμερῶν στηλιτεύουν τὴν ἐξουσία. Διότι ὅταν ὁ ἑαυτὸς πατᾶ στὸ συμπαγὲς ἔδαφος τῆς ἠθικῆς αὐταξίας του, ἔχοντας δηλαδὴ μεταποιήσει τὴν ἀπορία τῆς ὕπαρξης σὲ ἀμετάκλητη ἀπόφανση, καθίσταται ἀδιαπέραστος ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἄλλου· κάθε του πλησίασμα τὸ ἐκλαμβάνει ὡς ἀπειλή. Ἡ παρουσία ἀπαντᾶται μὲ ἐξουσία, γιατὶ ὁ κάθε ἄλλος συνιστᾶ ἐξ ὁρισμοῦ ἐνδεχόμενο ρωγμῆς στὸ καλοστημένο οἰκοδόμημα τῆς ἀτομικῆς εὐδαιμονίας.
Οἱ θαμῶνες τοῦ περιθωρίου, ὅπου τοὺς ἔταξε ὁ ἐξουσιαστικὸς καθωσπρεπισμός, διασώζουν στὴν ἠθική τους ἀνυποληψία μιὰ ζωὴ ποὺ παραμένει κωφὴ στὴ φλυαρία* τῆς μεγαλαυχίας. Γι’ αὐτὸ μᾶς προάγουν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ· γιατὶ ἡ τσαλακωμένη εἰκόνα τους δὲν ἔγινε ποτὲ κορνίζα στὰ ντουβάρια τοῦ ἐγώκλειστου ἑαυτοῦ.    
Ἂν ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας ἀκόμη εἰσηγητὴς μιᾶς ἀκόμη ἠθικῆς, τότε φαντάζουν χωρὶς νόημα ὁ ἱερὸς Νιπτήρας, ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, ἡ προσευχὴ στὴ Γεθσημανῆ. Χωρὶς ἐξήγηση παραμένουν ἡ προδοσία, οἱ ἐμπτυσμοί, τὰ ραπίσματα, τὰ κολαφίσματα, οἱ ὕβρεις, οἱ γέλωτες, ἡ πορφυρὰ χλαίνη, ὁ κάλαμος, ὁ σπόγγος, τὸ ὄξος, οἱ ἥλοι, ἡ λόγχη καὶ πρὸ πάντων ὁ Σταυρὸς καὶ ὁ θάνατος. Αὐτὰ τοῦ ἐπεφύλαξε ἡ ἠθικὴ συνέπεια τῶν εὐσεβῶν τῆς ἐποχῆς Του, αὐτὰ Τὸν κερνοῦν σὲ κάθε ἐποχὴ οἱ ἀμόλυντοι -θρησκευόμενοι ἢ μή- ὁμόφρονές τους.

*μικρὰν φωνὴν ἀφῆκεν ὁ ληστὴς ἐν τῷ Σταυρῷ
μεγάλην πίστιν εὗρεν
(Ὄρθρος Μ. Παρασκευῆς)

  
Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας        


Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

τύπος ὁ τῶν σωμάτων ἔρως

τοῦ πόθου πρὸς τὸν Θεό,
ἂς σοῦ γίνει ὑπόδειγμα ὁ σωματικὸς ἔρωτας

Κλίμαξ 26, 31

  
Τὸ πρότυπο τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν Θεὸ πρέπει νὰ ἀναζητηθῆ στὶς μορφὲς τοῦ ἀνθρώπινου ἔρωτα καὶ μάλιστα τοῦ σωματικοῦ ἔρωτα, ὄχι τῶν ἰδεαλιστικῶν σχημάτων τῆς πλατωνικῆς νοσταλγίας. Τὸ παραπάνω χωρίο δὲν εἶναι μιὰ μεταφορά, ἕνας εἰκονισμὸς ἢ συμβολισμός. «Τύπος» σημαίνει τὸ πρότυπο, τὸν συγκεκριμένο τρόπο, τὴν ἴδια ὁδό. Ὁ ἔρως τῶν σωμάτων εἶναι ἡ ἐναργέστερη ἀναζήτηση τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων. Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι τόσο πραγματικὸς καὶ συγκεκριμένος καὶ ὑποστατικὸς ὅσο καὶ ο ἀνθρώπινος, ὁ σωματικὸς ἔρωτας, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸ Πρόσωπο τοῦ Δεσπότου στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται εἶναι τὸ κατεξοχὴν Πρόσωπο, τὸ ἀρχέτυπο τοῦ προσώπου. […]
Ἔστω κι ἂν παρεκκλίνη ἀπὸ τὸν φυσικό της προορισμὸ καὶ ἀντικαταστήση τὴν ἀναζήτηση τῆς προσωπικῆς κοινωνίας μὲ τὴν ἀπρόσωπη ἐπιθυμία τοῦ εἴδους, ἡ ἐρωτικὴ ἀναφορὰ παραμένει πάντοτε μιὰ ἀνοιχτὴ δυνατότητα ἐπιστροφῆς στὴ σωστὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ἂν ὁ Θεὸς εἶναι πραγματικὰ προσωπικός, καὶ ὄχι μιὰ ἀπρόσωπη ἀξιολογική, ἠθική, ἢ αἰτιολογικὴ Ἀρχή, τότε ἡ σχέση μαζί Του δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλη ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάθος τῆς νυχθήμερης ἐρωτικῆς ἀναφορᾶς, τὴ «μανικὴ» αὐτὴ ἐπιθυμία ποὺ γεμίζει τὴ ζωὴ σὲ κάθε της πτυχὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ ἀγαπημένου προσώπου.


Χρήστου Γιανναρᾶ, Ἡ μεταφυσικὴ τοῦ σώματος, σπουδὴ στὸν Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα 1971    

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

ὁ Σταυρὸς καὶ οἱ γενίτσαροι τῆς ζωῆς


Ἡ Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως τίθεται στὸ μέσον τῆς σαρακοστιανῆς ἀνάβασης. Δὲν θυμίζει ἁπλῶς ἀλλὰ ὑπομνηματίζει τὴν ἀσκητικὴ ἀπέκδυση τῆς ὑπαρκτικῆς ἀσχήμιας. Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ βακτηρία καὶ ὁ ξεναγὸς τοῦ ἀθλητῆ τῆς πίστης. Ἂν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πάλης ἐνάντια στὴ δουλεία καὶ τὸν φόβο ὁ ἀγωνιζόμενος ἀναζητήσει στήριξη σὲ ὁτιδήποτε πλὴν τοῦ Σταυροῦ, ἡ ἀναστάσιμη πορεία μεταβάλλεται στὸ φιάσκο τοῦ ἀμεταποίητου καγχάζοντος ἑαυτοῦ. Ἂν ἐπίσης ὁ ἀγωνιζόμενος ἀναζητήσει ἄλλον μίτο, πλὴν τοῦ Σταυροῦ, γιὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὶς λαβυρινθώδεις ἀτραποὺς τῆς φιλαυτίας, ἡ ναυτία τῆς αὐτοπεριδίνησης ἀλλοιώνει τὴν πραγματικότητα.
Ἡ κάθετη κίνηση στὴ ζωὴ εἶναι ἡ πεισματώδης ἐμμονὴ τῆς αὐτοδικαίωσης. Ὁ ἄνθρωπος αἴρεται ἀλαζονικὰ πάνω ἀπὸ τὸν πλησίον καὶ καταπίπτει μὲ τὸν πάταγο τῆς ἀπαίτησης στὸ σημεῖο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἤρθη. Ἡ διάρκεια αὐτῆς τῆς πολιτείας διανοίγει τὸν λάκκο τοῦ ἅδη, στὸν ὁποῖο ὅλο καὶ περισσότερο βυθίζεται ὁ καθέτως ἐπιμένων, ὥσπου μόνος θάπτεται στὸν βυθὸ ποὺ ὁ ἴδιος δώρισε στὸν ἑαυτό του.
Ἡ ὀριζόντια κίνηση στὴ ζωὴ εἶναι ἡ ἰσοπεδωτικὴ βεβαιότητα. Μὲ ταχύτητα ποὺ ἀφοπλίζει ἐκ τῶν προτέρων κάθε ἀπορία, ὁ ὁδοστρωτήρας – δρομέας προσπερνᾶ κάθε ἀλλότρια τοῦ ἑαυτοῦ του παρουσία ὄντας σίγουρος γιὰ τὴν πορεία καὶ τὸν προορισμό. Ἡ ἔνταση τοῦ τρόπου δὲν ἐπιτρέπει τὴ συνειδητοποίηση τῆς μοναξιᾶς. Στὸ ταχὺ πέρασμα δίπλα ἀπὸ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα ἀπομένει μόνο ὁ ἐξουθενωμένος παντογνώστης, ποὺ ἀγνόησε μέχρι καὶ τὸν ἴδιο.
Ἡ κατὰ μόνας πραγμάτωση τῆς ζωῆς δὲν ὑλοποιεῖται ἀποκλειστικὰ στὴ μονομέρεια εἴτε τῆς αὐτοδικαίωσης, εἴτε τῆς κατασφάλισης. Καὶ οἱ δύο παρὰ φύσιν κινήσεις πραγματοποιοῦνται συγχρόνως μὲ τὴ βαρύτητα καὶ τὴ συχνότητα τῆς κάθε μιᾶς νὰ ἀλλάζουν πρόσκαιρα τὸ πρόσημο. Ὁ οἰονεὶ σταυρὸς ποὺ σχηματίζουν οἱ δύο ὁδοὶ τῆς μίας, κατὰ τὰ ἄλλα, ἐξουσιαστικῆς πραγματείας, δὲν σταυρώνουν τὸν ἑαυτὸ γιὰ νὰ τὸν ἀναστήσουν. Ἀκολουθοῦν τὴν δαιμονιώδη ἀντίστροφη πορεία τῆς αὐτοδύναμης-ἰδιότροπης ἀνάστασης τοῦ ἑαυτοῦ, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει νομοτελειακὰ ἡ σταύρωση τοῦ πλησίον.
Τοιουτοτρόπως γεννᾶται καὶ τρέφεται ὁ θάνατος. Ἀντίδοτό του φανερώνεται ἡ σταυρικὴ ὁδὸς ἐπὶ τῆς ὁποίας ὅμως καθηλώνεται καθέτως ἡ αὐτοδικαίωση καὶ ὀριζοντίως ἡ κατασφάλιση, τὰ δίδυμα τῆς μητριᾶς ἐξουσίας, ποὺ γαλακτοτροφεῖ τοὺς γενίτσαρους τῆς ζωῆς. Ὁ σταυρούμενος κατὰ τὸν τρόπο τοῦ Χριστοῦ αἴρεται ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς δικαίωσης καὶ συγχρόνως ἀρνεῖται νὰ προσπεράσει τὴν ἀπορία. Ἡ ἀναζήτηση συνεπῶς τῆς ρίζας τοῦ εἶναι, τοῦ πυρήνα τῆς ὕπαρξης, εἶναι ἡ πρόγευση τῆς Ἀνάστασης.
Ἡ Ἀνάσταση ἀφορᾶ στὸν νεκρὸ ἑαυτὸ καὶ ἡ νεκρότητα στὴ διασπάθισή του. Ἡ κάθετη κίνηση τὸν βρίσκει καὶ ἡ ὀριζόντια τὸν θεραπεύει. Ἔτσι ἡ ἑτερότητα ἀνασαίνει στὴ λευτεριά· παιδευόμενη νὰ μὴν κοιτᾶ ἀφ’ ὑψηλοῦ, οὔτε νὰ σπρώχνεται ἀδιαφορώντας.       
      


Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας