Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

ἁρπαγή - δουλεία

Γιάννης Σπυρόπουλος

«Λαός μου, οἱ πράκτορες ὑμῶν καλαμῶνται ὑμᾶς». «Λαέ μου, οἱ εἰσπράκτορες σὲ καταληστεύουν». Διότι καὶ κατηγόρησε ἐκείνους καὶ τὰ ἔλεγε αὐτὰ σὰν κάποιος ἀπὸ τὸ λαὸ ποὺ πονοῦσε ὑπερβολικὰ γι’ αὐτά. «Πράκτορες» δὲ ἐδῶ φαίνεται μὲν νὰ ὀνομάζει τοὺς εἰσπράκτορες εἰσφορῶν, ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ὑπονοεῖ τοὺς ἅρπαγες, τοὺς πλεονέκτες· ἂν δὲ δὲν ἐννοεῖ αὐτούς, τότε ἐννοεῖ ἐκείνους ποὺ ἐπιβάλλουν φόρους. Πρόσεχε κι ἐδῶ τὴ σύνεση αὐτοῦ. Διότι δὲν ἀπορρίπτει τὸ νόμο τῆς φορολογίας, ἀλλὰ τὴν ἔλλειψη μέτρου. Καθόσον δὲν εἶπε «ἀπαιτοῦν», ἀλλὰ «καλαμῶνται», δηλαδὴ τοὺς ἀπογυμνώνουν ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά τους, τοὺς ἀποστεροῦν τὰ πάντα μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἀπαίτησης. Αὐτὴ δὲ τὴ λέξη («καλαμῶνται») τὴν εἶπε μὲ τὴ μεταφορικὴ ἔννοια τῶν καλαμώνων. Διότι «καλαμᾶσθαι» λέγεται τὸ μάζεμα μετὰ τὸν θερισμὸ τῶν στάχυων ποὺ ἔπεσαν ἀπὸ τοὺς θεριστὲς καὶ τὸ νὰ μὴ μείνει ἀπολύτως τίποτε στὸ χωράφι, πρᾶγμα βέβαια ποὺ καὶ αὐτοὶ τότε ἔκαναν, ἁρπάζοντας ὅλα τὰ ὑπάρχοντά τους καὶ ἀφήνοντας αὐτοὺς γυμνούς.
«Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀπαιτοῦν εἰσφορὲς σᾶς καταδυναστεύουν». Καὶ τὸ φοβερότερο βέβαια εἶναι ὅτι οὔτε ἐδῶ σταματοῦσαν τὴν πλεονεξία τους, ἀλλ’ ἐπέκτειναν τὴν τυραννικὴ ἐξουσία τους καὶ ἀκόμα πιὸ πέρα κάνοντας δούλους τοὺς ἐλεύθερους. […]
«Στὰ σπίτια σας βρίσκονται τὰ ἁρπαχθέντα ὑπάρχοντα τοῦ φτωχοῦ». Διότι συνήθως δὲν καταστρέφει  τὰ ἀμπέλια τόσο πολὺ τὸ χαλάζι, ὅσο φυσικὸ εἶναι νὰ κατακαίει τὴν ψυχὴ τοῦ φτωχοῦ καὶ τοῦ δυστυχισμένου ἡ ἀδικία, καταβασανίζοντας αὐτὴν μὲ χειρότερη ἀπὸ ὁποιονδήποτε θάνατο στενοχώρια. Παντοῦ βέβαια καὶ πάντοτε τὸ ἅρπαγμα τῶν ξένων ὑπαρχόντων εἶναι κακὸ πρᾶγμα, πρὸ πάντων ὅμως ὅταν ἐκεῖνος ποὺ βλάπτεται βρίσκεται μέσα στὴ χειρότερη φτώχεια. […] Μαζὶ μὲ τὴν ἁρπαγὴ τῶν ὑπαρχόντων τους καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς φτωχότερους καὶ τοὺς μεταχειρίζονταν χειρότερα καὶ ἀπὸ δούλους, ἐκδηλώνοντας μαζὶ μὲ τὴν πλεονεξία τους καὶ τὴν ἀλαζονεία τους ἀποκομίζοντας ἀπὸ τὸν ἄδικο αὐτὸν πλοῦτο μεγάλη ὑπερηφάνια. Διότι εἶναι στενὰ συνδεδεμένο μὲ τὴν πλεονεξία τὸ νόσημα τῆς ὑπερηφάνιας καὶ ὅσο περισσότερο συμβεῖ νὰ αὐξήσει κανεὶς τὸν πλοῦτο, τόσο περισσότερο ἐρεθίζει τὸ νόσημα αὐτό.


Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἠσαΐαν, κεφάλαιον Γ´  

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

παρὰ φύσιν ὁ πλοῦτος

 Samuel Luke Fildes, Homeless, 1869

Μέχρι ποιὸ σημεῖο, πλούσιοι, ἐπεκτείνετε τὶς παράλογες ἀξιώσεις σας; Ἢ μήπως κατοικεῖτε μοναχοί σας πάνω στὴ γῆ; Γιατὶ ἰδιοποιεῖστε ἐγωιστικὰ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, ἀγνοώντας τὰ ἀνάλογα δικαιώματα τῶν συνανθρώπων σας; Ἡ γῆ δημιουργήθηκε γιὰ ὅλους, πλούσιους καὶ φτωχούς, πῶς λοιπὸν διεκδικεῖτε γιὰ τὸν ἑαυτό σας ἀποκλειστικὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Ἡ φύση δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ὕπαρξη πλουσίων, ἀφοῦ ὅλους μᾶς γεννάει φτωχούς. Πράματι δὲν γεννιόμαστε ντυμένοι, πολὺ δὲ περισσότερο δὲν ἤρθαμε στὸν κόσμο ἐφοδιασμένοι μὲ χρυσάφι ἢ ἀσήμι. Γεννηθήκαμε γυμνοὶ χωρὶς νὰ φέρουμε μαζί μας οὔτε τροφές, οὔτε ροῦχα, οὔτε ποτά. Γυμνοὺς μᾶς παίρνει πάλι πίσω ἡ μητέρα γῆ. Μέσα στὸν τάφο δὲν χωρᾶνε τὰ ὅρια τῆς ἰδιοκτησίας.


Ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων, ἀπὸ τὸν λόγο στὸν φτωχὸ Ναβουθαί, Λατινικὴ Πατρολογία, τ. 14, 731-756, στὸ Γεωγίου Δημ. Ροδίτη, Χριστιανισμὸς καὶ πλούτος, Ἀθήνα 2009 

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

«θελκτικὸ ἀντικείμενο»

Alberto Giakometti
[…] Ἡ ὕπαρξή μου εἶναι ἐπειδὴ ἔχει κληθεῖ. Καθόσον τὴν ἐπωμίζομαι, αὐτὴ ἡ ὕπαρξη ἀποβαίνει ἀμιγὴς γενναιοδωρία. Ὑπάρχω ἐπειδὴ προσφέρομαι. Οἱ ἀγαπημένες φλέβες τῶν χεριῶν μου, ὑπάρχουν ἀπὸ καλοσύνη. Ἔχω μάτια, μαλλιά, φρύδια καὶ τὰ προσφέρω ἀδιάλειπτα μὲ ἕνα ξεχείλισμα καλοσύνης στὴν ἀδιάλειπτη ἐπιθυμία διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄλλος ὑπάρχει ἐλεύθερα. Ἀντίθετα, προτοῦ μᾶς ἀγαπήσουν, εἴμασταν ἀνήσυχοι γιὰ αὐτὴ τὴν ἀβάσιμη καὶ ἀδικαίωτη ἀπόφυση ποὺ ἦταν ἡ ὕπαρξή μας· ἀντὶ νὰ νιώθουμε «ὑπεράριθμοι», νιώθουμε τώρα ὅτι αὐτὴ ἡ ὕπαρξη ἀνακτήθηκε καὶ ἐπιθυμήθηκε στὶς παραμικρές της λεπτομέρειες ἀπὸ μιὰν ἀπόλυτη ἐλευθερία τὴν ὁποία ταυτόχρονα καθορίζει – καὶ τὴν ὁποία θέλουμε κι ἐμεῖς μὲ τὴ δική μας ἐλευθερία. Αὐτὸ εἶναι τὸ βάθος τῆς ἐρωτικῆς χαρᾶς, ὅταν ὑπάρχει: νὰ νιώθουμε δικαιωμένοι στὴν ὕπαρξή μας. […]
Γοητεύω κάποιον σημαίνει ἐπωμίζομαι πλήρως καὶ διακινδυνεύω τὴν ἀντικειμενικότητά μου γιὰ τὸν ἄλλον, ἐκτίθεμαι στὸ βλέμμα του καὶ ἀφήνομαι στὴ ματιά του, διατρέχω τὸν κίνδυνο νά-μέ-δεῖ γιὰ νὰ κάνω ἕνα νέο ξεκίνημα καὶ νὰ προσοικειωθῶ τὸν ἄλλον μέσα καὶ διὰ τῆς ἀντικειμενικότητάς μου. Ἀρνοῦμαι νὰ ἐγκαταλείψω τὸ πεδίο ὅπου νιώθω τὴν ἀντικειμενικότητά μου· σὲ αὐτὸ τὸ πεδίο θέλω νὰ δώσω τὸν ἀγώνα ὡς θελκτικὸ ἀντικείμενο. […] Ἡ γοητεία σκοπεύει νὰ προξενήσει στὸν ἄλλον τὴ συνείδηση τῆς μηδενικότητάς του ἔναντι τοῦ γοητευτικοῦ ἀντικειμένου. Διὰ τῆς γοητείας σκοπῶ νὰ συγκροτήσω τὸν ἑαυτό μου ὡς ὀντολογικὴ πληρότητα καὶ νὰ ἀναγνωριστῶ αὐτούσιος. Ἔτσι συγκροτοῦμαι ὡς σημαῖνον ἀντικείμενο.
[…] Καθ’ ἑαυτὸς ὁ ἄλλος - ἀντικείμενο δὲν ἔχει ποτὲ ἱκανὴ δύναμη ὥστε νὰ προκαλέσει τὸν ἔρωτα. Ἂν ὁ ἔρωτας ἔχει ὡς ἰδεῶδες τὴν ἰδιοποίηση τοῦ ἄλλου ὡς ἄλλου, δηλαδὴ ὡς παρατηροῦσα ὑποκειμενικότητα, αὐτὸ τὸ ἰδεῶδες μπορεῖ νὰ προβληθεῖ ξεκινώντας ἀπὸ τὴ συνάντησή μου μὲ τὸν ἄλλον - ὑποκείμενο, ὄχι μὲ τὸν ἄλλον - ἀντικείμενο.



Ζὰν Πὼλ Σάρτρ, Τὸ Εἶναι καὶ τὸ Μηδέν, Δοκίμιο φαινομενολογικῆς ὀντολογίας, μτφρ. Κωστῆ Παπαγιώργη, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 2007


σημείωση Domenico: Ὅταν ἡ διακινδύνευση χειραγωγεῖται ἀπὸ ὅρια, ἡ δικαίωση φύεται νομοτελειακά, δηλαδὴ μὲ χαρὰ φαλκιδευμένη. Τὸ τέρας τῆς ἀντικειμενοποίησης βρυχᾶται ἀνίκητο. Σὰν σπαρακτικὴ διάγνωση μοιάζει, παρὰ σὰν ἀπελευθερωτικὴ κορύφωση. Ἂν τὸ τελευταῖο ἰσχύει, τότε εἶχε δίκιο ἕνας σπουδαῖος δάσκαλος ποὺ εἶπε γιὰ τὸν J. P. Sartre ὅτι εἶναι ὁ μεγαλύτερος θεολόγος τῆς Δύσης…   





Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

βάπτισμα - ἡ σπορὰ τοῦ ἔρωτα

Ὅτι λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βρεθεῖ στὴ φύση τῶν ἀνθρώπων αὐτὴ ἡ δύναμη (τοῦ μαρτυρίου) μὲ τὴν ὁποία ἔδειξαν ἐκείνη τὴν τόλμη καὶ ἐκείνη τὴν προθυμία καὶ κατόρθωσαν νὰ πραγματοποιήσουν ὅσα προθυμοποιήθηκαν, δὲν χρειάζεται καμία συζήτηση. Ἀφοῦ δὲ ἀναγκαστικὰ μένει νὰ δεχθοῦμε ὡς αἰτία τούτων τὴ χάρη τοῦ βαπτίσματος, ἂς ζητήσουμε τώρα τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸ λουτρὸ αὐτὸ ἐργάστηκε σὲ αὐτούς. Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ κόποι καὶ οἱ ἀγῶνες ἦταν ἀνθρώπων ἐρωτευμένων καὶ ὅτι τοὺς ὁδήγησαν σ’ αὐτὸν τὸν ριζοσπαστισμὸ τὰ βέλη καὶ τὰ θέλγητρα τοῦ Χριστοῦ. Ἂς ἐξετάσουμε ἤδη ποιὸ εἶναι τὸ αἴτιο τοῦ ἔρωτα, τὶ ὑπέστησαν ὥστε νὰ ἀγαπήσουν ἔτσι, ἀπὸ ποῦ δέχθηκαν τὸ πῦρ.
Βέβαια αἴτιο τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ γνώση, αὐτὴ γεννᾶ ἐκείνη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ καταληφθεῖ κανεὶς ἀπὸ ἔρωτα γιὰ ὁποιοδήποτε καλό, ἂν δὲν ἐξακριβώσει πόσο κάλλος ἔχει. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὴ ἡ γνώση συμβαίνει ἄλλοτε νὰ εἶναι τελεία, ἄλλοτε δὲ ἀτελής, εἶναι εὔλογο ὁμοίως νὰ εἶναι καὶ τὸ θέλγητρο. Ἔτσι ἀπὸ τὰ καλὰ καὶ ἀγαθὰ ὅσα γνωρίζονται τελείως ἀγαπιοῦνται καὶ τελείως, ὅπως ἁρμόζει σὲ τόσο κάλλος. Ἐνῶ γιὰ ἐκεῖνα ποὺ δὲν εἶναι πολὺ φανερὰ στοὺς ἐραστὲς καὶ ὁ ἔρως εἶναι ἀσθενής. Ἀποδεικνύεται λοιπὸν ὅτι τὸ βάπτισμα τοὺς ἐνέβαλε κάποια ἐπίγνωση καὶ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι γνώρισαν σαφῶς τὸ καλό, αἰσθάνθηκαν τὴν ὡραιότητα καὶ γεύθηκαν τὸ κάλλος Ἐκείνου. […]
Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τὸ νὰ γεννηθεῖ κανεὶς στὴ νέα γέννηση, νὰ βιώσει τὸν μακάριο βίο καὶ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ὑγεία, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ πιεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸ φάρμακο καὶ κατὰ τὸ δυνατὸ σὲ ἀνθρώπους νὰ ὁμολογήσει τὴν ὁμολογία, νὰ ὑποβληθεῖ στὰ πάθη καὶ νὰ ν’ ἀποθάνει τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ νέου νόμου, ἔτσι γεννᾶται ὁ χριστιανός. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο φθάνει στὴ θαυμαστὴ φιλοσοφία, ἐπιδιδόμενος σὲ ἄριστα ἔργα καὶ ἔχοντας ἀκλόνητη πίστη πιστεύοντας ὄχι ἀπὸ καταναγκαστικὴ πειθὼ καὶ διατηρώντας τὸ ἦθος του ὄχι ἀπὸ τοὺς νόμους, ἀλλὰ δεχόμενος μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦτο κι ἐκεῖνο καὶ μορφούμενος μὲ τὰ δύο αὐτὰ στὸ μακάριο εἶδος τοῦ Χριστοῦ. […]
Σ’ αὐτοὺς ποὺ γεύθηκαν τὸν Σωτῆρα εἶναι παρὸν τὸ ἴδιο τὸ ποθούμενο, πρὸς τὸ ὁποῖο κατασκευάσθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ ἀνθρώπινος ἔρως σὰν σὲ κανόνα καὶ μέτρο, σὰν θησαυρὸς τόσο μεγάλος καὶ τόσο εὐρύς, ὥστε νὰ δυνηθεῖ νὰ ὑποδεχθεῖ τὸν Θεό.    


Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος Β´, Τίνα συντέλειαν τὸ θεῖον παρέχεται βάπτισμα