Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ἀφελῶς ὑπάρχειν

Γιάννης Δέδες
Διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν ἀντικειμενικῶν ἀξιῶν ὁ ὑπαρξιστὴς μεταβάλλεται εἰς τὸν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀναδημιουργὸν τῆς ζωῆς καὶ τῶν προϋποθέσεων δράσεως ἐντὸς τοῦ ἐλευθέρου χώρου τοῦ Μηδενός, τοῦ ὁποίου τὰ ἄπειρα ὅρια συλλαμβάνει ἡ ἀγωνία, δημιουργοῦσα οὕτω τὸ χάσμα τοῦ Μηδενὸς ἐν ἐμοὶ ὡς ἀπόστασιν μεταξὺ ἐμοῦ ὡς φυσικοῦ ὄντος καὶ ἐμοῦ ὡς ἀνωτέρου τοιούτου.
Ἡ τραγικωτέρα ἐμφάνισις τοῦ Μηδενὸς εἶναι ὁ θάνατος. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς παρουσιάζεται ὡς ἡ εὐεργετικωτέρα καὶ δυναμικωτέρα τοποθέτησις τῆς ὑπάρξεως ἐν τῇ ἀγωνίᾳ καὶ τῇ ἀπελπισίᾳ. Ἡ εὐεργεσία ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ὁ θάνατος ἀπομονώνει τὴν ὕπαρξιν καθ’ ἑαυτὴν καὶ συγκεντρώνει τὸν ἄνθρωπον εἰς περισυλλογὴν περὶ τοῦ προορισμοῦ του. Τὸ μελλοντικὸν τέλος, ὁ ἐξαφανισμὸς «σοβαρεύει» τὸ παρὸν ἐν τῇ ἀγωνίᾳ πρὸ τῆς ἐπικρεμαμένης ἀνυπαρξίας. Ἡ ἐπάνοδος εἰς ἑαυτὸν σημαίνει οὕτως ἐξαφάνισιν τοῦ ἀφελῶς ὑπάρχειν καὶ ἀποκάλυψιν εὐθύνης καὶ φροντίδος περὶ τῆς ἀναλόγως πρὸς τὸ ἀναπόφευκτον τοῦτο τέλος τῆς ὑπάρξεως βιώσεως τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ζωῆς. Οἱ ὑπαρξισταὶ φαίνονται νὰ διαπνέωνται κυρίως ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι τὸ εἰδέναι τεθνᾶναι εἶναι ἡ οὐσία τοῦ γιγνώσκειν ὀρθῶς ζῆν. Ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει ὡς θνητός, θνῄσκει ἀνὰ πᾶσα στιγμήν, ἵνα μετὰ τοῦ «θνητός», ὡς κυρίου κατηγορήματος τῆς οὐσίας του, αἰσθανθῇ ἑαυτὸν ἀληθῶς τοιοῦτον, ἀπαλλαγῇ οὕτω πάσης ψευδαισθήσεως καὶ στραφῇ ἐν ἀγωνίᾳ πρὸς τὰ ἔνδον, πρὸς δημιουργίαν νέας σοβαρᾶς ἀτομικῆς καὶ ἀπομεμονωμένης ὑπάρξεως, ὡς ἀποκαλύπτει αὐτὴν ἐν τῇ ἀπολύτῳ μονώσει ὁ θάνατος.   


Νικ. Ἀ. Νησιώτη, Ὑπαρξισμὸς καὶ Χριστιανικὴ πίστις, ἐκδ. Μήνυμα, 3Ἀθήνα 1986

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

ἡ ἀσθένεια τῆς ἐξουσίας


Γιῶργος Λαναρᾶς
Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι κανένας ἐγωισμὸς δὲν εἶναι τόσο ἀνυπόφορος, ὅσο αὐτὸς τοῦ χριστιανοῦ σὲ σχέση μὲ τὴν ψυχή του καὶ τὸν Θεό. Αὐτοὶ ποὺ διψοῦν γιὰ ἀρχὴ καὶ ἐξουσία εἶναι ψυχικὰ ἀσθενεῖς. Πάσχουν ἀπὸ τὸ σύμπλεγμα τῆς κατωτερότητας. Ἔχουν μέσα τους μιὰ πληγή, ποὺ δὲν θέλουν νὰ τὴ δοῦν. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἐπιδιώκουν τὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ πείσουν τοὺς ἑαυτούς τους ὅτι εἶναι κάτι καὶ ὅτι δὲν ἀπέτυχαν στὴ ζωή, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅμως, κυνηγοῦν τὴν ἀρχή, γιὰ νὰ πείσουν τοὺς ἄλλους γύρω τους ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς βλέπουν σὰν ἁπλοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ σὰν ἀνθρώπους ἰδιαίτερους καὶ ἐξαιρετικούς.
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο κινοῦνται καὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴν ἐντύπωση ὅτι θὰ σώσουν τὸν κόσμο. Ἡ μεγαλομανία ποὺ ἔχει κάποιος μέσα του, ὅτι τάχα, δηλαδή, θὰ σώσει τὸν κόσμο ἢ ὅτι θὰ καταφέρει μεγάλες καὶ ριζικὲς ἀλλαγὲς ἢ ἀκόμη ὅτι θὰ συμβάλει μὲ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο στὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητας, εἶναι σχεδὸν πάντοτε ἕνα προσωπεῖο ποὺ κρύβει τὸ πάθος γιὰ ἐξουσία καὶ ἀρχή. […] Κι ὅσο πιὸ μικρὸς εἶναι κανείς, τόσο πιὸ πολὺ ἕλκεται ἀπὸ τὴ φιλοδοξία καὶ τὴ φιλαρχία.


Μακαρίου ἐπισκόπου Χριστουπόλεως, Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, κείμενα πνευματικῆς ἐγρήγορσης, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2016

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Ὁ Γκουστὰβ Λαντάουερ καὶ τὸ ἔθνος τῆς κοινότητας


[…] Ὁ ἀναρχικὸς ἀντικρατισμός του ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὴν σχεδὸν φετιχιστικὴ ἀπόρριψη τοῦ κράτους, ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους ἀναρχοσοσιαλιστές. Τὸ κράτος ἐπικράτησε διότι ὡς σχέση ἀποδείχθηκε πιὸ ἀποτελεσματική, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀτόνησαν οἱ ὀργανικοὶ κοινωνικοὶ θεσμοὶ ποὺ δημιουργοῦσαν σχέση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ ἀναγκαία αὐτὴ σχέση ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθεῖ μὲ καταναγκασμό, προκειμένου νὰ δίνει τὴν ὀργανικὴ σύνδεση τῶν ἀνθρώπων-πολιτῶν μεταξύ τους.
Ἡ κατάργηση τοῦ κράτους ἔρχεται ὅταν ἐνεργοποιοῦνται καὶ γίνονται λειτουργικὲς αὐτὲς οἱ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μέσῳ ὀργανικῶν θεσμῶν τους. Ἔτσι, δὲν ἀρκεῖ ἡ καταστροφὴ τοῦ κράτους μὲ μιὰ ἁπλὴ πολιτικὴ ἐπανάσταση χωρὶς τὴν ἐνεργοποίηση αὐτῶν τῶν θεσμῶν. Τὸ κράτος μπορεῖ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὀνόμαζε «Volk» καὶ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὁ λαός, ἀλλὰ τὸ πρωτογενὲς ἔθνος ἀνθρώπων κάθε χώρας, δηλαδὴ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἑνώνουν ἀνθρώπους, ὀμάδες καὶ κοινότητες ἀνθρώπων. Τὸ κράτος καταργεῖται ὅταν βαθμιαία τὸ λαϊκὸ κοινωνικὸ σῶμα ἀναλαμβάνει τὴ δυνατότητα δημιουργίας μιᾶς σωστῆς κοινωνικῆς σχέσης βασισμένης στὴν ἐλευθερία τῆς ἐπιλογῆς. […]
Ὁ λαός-ἔθνος ἐνυπάρχει στὴν κοινωνία ἀλλὰ δὲν λειτουργεῖ, βρίσκεται σὲ ὕπνωση. Ἡ «λαϊκὴ ἑνότητα» αὐτὴ θὰ ξυπνήσει μέσα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη καὶ τὴν κυκλοφορία τῆς σύγχρονης πραγματικότητας καὶ παραγωγῆς. Μόνο τότε ὁ πραγματικὸς σοσιαλισμὸς μπορεῖ νὰ διευρυνθεῖ. Βέβαια τὸ πέρασμα σὲ μιὰ ἄλλη κοινωνία δὲν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ μιὰ οἰκονομίστικη ἀνάπτυξη τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκη τὸ πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων. Ὅπου πνεῦμα, εἶναι ἡ συνειδητοποίηση αὐτῆς τῆς ὀργανικῆς σύνδεσης τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀνάγκη τους νὰ ἑνωθοῦν ὀργανικὰ ὡς λαϊκὸ σῶμα. […]
Βασικὴ ἔννοια στὴ σκέψη τοῦ Λαντάουερ εἶναι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἀνταγωνιστικὸ πρὸς ἄλλα ἔθνη, ὅπως ἡ ἀστικὴ κρατικοοικονομικὴ ἀντίληψη. Τὸ ἔθνος τοῦ Λαντάουερ εἶναι μιὰ συγκεκριμένη κοινωνικοϊστορικὴ πραγματικότητα. Ἡ ζωτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ διαχρονικὸ κοινοτικὸ πνεῦμα καὶ τὰ κοινοτικὰ ἀγαθὰ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ τοῦ σοσιαλισμοῦ του. Τὸ κοινοτικὸ πνεῦμα εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ δημιουργικὴ ἐπαναλειτουργία ὅλων τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν ἄμεσων καὶ ὄχι καταπιεστικῶν σχέσεων. […]


Τὸ ἔθνος τῆς κοινότητας, ὁ ἀναρχοσοσιαλιστὴς Γκουστὰβ Λαντάουερ καὶ οἱ στοχασμοί του πάνω στὴν ἐθνικὴ ταυτότητα, ἐφημ. Ρήξη, ἀρ. φ. 123, 14/5/2016

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

πατρίς-θρησκεία καὶ μαύρη ἐργασία


[…] Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δικτατορίας, ἡ φυγὴ τῶν Ἑλλήνων ἐργαζόμενων πρὸς τὸ ἐξωτερικὸ ἐντείνεται. Ἐπίσης μειώνεται δραστικὰ τὸ ποσοστὸ τῶν ἐπαναπατρισμῶν. Τὰ στοιχεῖα εἶναι ἀμείλικτα: Μετὰ τὴν πτώση στὸ ποσοστὸ τῆς μετανάστευσης, ποὺ καταγράφηκε τὸ 1966, εἴχαμε νέα αὔξηση τῶν ρευμάτων πρὸς τὸ ἐξωτερικό. Τὸ 1968 ἔφυγαν 51.000 ἄτομα, τὸ ’69 91.500, τὸ ’70 93.000 καὶ τὸ 1971 62.000 (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, τ. ΙΣΤ´, σ. 288). Ταυτόχρονα τὸ ποσοστὸ τῆς παλιννόστησης ἔπεσε ἀπὸ τὸ 38% ποὺ κυμαινόταν κατὰ τὴ δεκαετία 1951-1960, στὸ 14% κατὰ τὴν τριετία ’67-’70 (Τὸ Βῆμα 6/7/1971).
Ἡ μεγάλη μαζικὴ φυγὴ ὀφείλεται σὲ δύο παράγοντες. Ὁ πρῶτος εἶναι πολιτικός, καὶ ὀφείλεται στὸ γενικότερο κλίμα τῆς ἔλλειψης ἐλευθεριῶν καὶ τῆς στέρησης τῶν δημοκρατικῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων ἐργαζόμενων. Ὁ δεύτερος εἶναι οἰκονομικός: Ὁ κατώτατος μισθὸς γιὰ μιὰ ἀνειδίκευτη ἑλληνίδα ἐργάτρια στὴ Γερμανία ἦταν 260 δρχ. ἐνῶ ἑνὸς ἀνειδίκευτου ἐργάτη 320 δρχ. Τὴν ἴδια ἐποχή, στὴν Ἑλλάδα, οἱ ἀντίστοιχοι μισθοὶ κυμαίνονταν ἀπὸ 120 μέχρι τὸ πολὺ 150 δρχ. (Τὸ Βῆμα 9/10/1971). Μεγάλη διαφορὰ ἔχουν καὶ οἱ συνθῆκες δουλειᾶς, ἡ ἀσφάλιση κ.ο.κ. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ μαρτυρία τοῦ ἀντιπροέδρου τῆς ΛΑΡΚΟ, γιὰ τὴν ἄρνηση τοῦ ἑλληνικοῦ προλεταριάτου νὰ παραμείνει ἀπασχολημένο μὲ τοὺς ὅρους δουλειᾶς ποὺ τοῦ ἐπιφυλάσσει ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία:Μὲ μεγάλη δυσκολία καλύπτουμε προσωρινὰ ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς ἀνάγκες μας σὲ μεταλλωρύχους. […] Οἱ περισσότεροι ὅμως ἀπὸ τοὺς προσλαμβανόμενους φεύγουν πολὺ σύντομα καὶ ἐπιστρέφουν στὰ χωριά τους, γιατὶ δὲν μποροῦν νὰ προσαρμοσθοῦν στὶς συνθῆκες τῆς βιομηχανικῆς ἐργασίας. (Τὸ Βῆμα 4/7/1971)
[…] Ἔτσι, κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1971, ὁ ΣΕΒ ζητάει ἐπίσημα ἀπὸ τὴν κυβέρνηση νὰ προβεῖ σὲ διακρατικὲς συμφωνίες γιὰ 10.000 ξένους ἐργαζόμενους (Τὸ Βῆμα 19/10/1972). Ἡ κυβέρνηση, βέβαια, ἔχει ἤδη ξεκαθαρίσει ὅτι δὲν προβλέπεται νὰ προβεῖ σὲ τέτοιες ἐπίσημες κινήσεις (Τὸ Βῆμα 6/5/1972). Ὡστόσο, οἱ δηλώσεις της εἶναι παραπλανητικές: Τὰ σχετικὰ δημοσιεύματα ἀναφέρουν ὅτι ἤδη στὴ χώρα ἐργάζονται 20-30 χιλιάδες ξένοι ἄνθρωποι (ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, τὸ Πακιστάν, τὴ Λιβύη, τὴν Ἰνδία κ.ἀ.), ποὺ στὴν πλειονότητά τους δὲν διαθέτουν ἄδειες ἐργασίας, καὶ ἀμείβονται μὲ πολὺ χαμηλὰ ἡμερομίσθια, δίχως ἀσφάλιση. (Τὸ Βῆμα 14/7/1974).
Καθὼς οἱ ἐργαζόμενοι αὐτοὶ ἀπορροφοῦνται στὴν ἑλληνικὴ βιομηχανία καὶ ἀρχίζουν να ἐμφανίζονται οἱ πρῶτες συνέπειες τῆς ὑποκατάστασης ντόπιας ἐργατικῆς δύναμης ἀπὸ τὴν ξένη, ἀρχίζουν καὶ οἱ πρῶτες ἀντιδράσεις, ἐνῶ δὲν λείπουν καὶ τὰ δημοσιεύματα ποὺ ἀποκαλύπτουν τὶς ἄθλιες συνθῆκες διαβίωσής τους, τὰ πρῶτα προβλήματα στὴ γειτονιά κ.ο.κ. (Τὸ Βῆμα 11/2/1973). Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1974, τὸ Ἐργατικὸ Κέντρο Ἀθήνας κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου γιὰ τὴ συμπαιγνία τῆς δικτατορίας καὶ τῶν μεγαλοβιομηχάνων, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ «εὔκολη λύση» τῆς ἐκμετάλλευσης τῶν ξένων ἐργατῶν ρίχνει κι ἄλλο τὰ ἡμερομίσθια καὶ ἐξαναγκάζει τοὺς Ἕλληνες στὴ μετανάστευση, καὶ ζητᾶ τὴ νομιμοποίησή τους. […]
Ποιὸς νὰ τὸ φανταζόταν, λοιπόν, ὅτι ἡ δικτατορία θὰ ἦταν ἐκείνη ποὺ θὰ ἐγκαινίαζε τὴ συστηματικὴ χρησιμοποίηση τῆς παράνομης ἐργασίας τῶν μεταναστῶν, ὡς ἐργαλεῖο ὑποκατάστασης τῆς ἀνύπαρκτης οἰκονομικῆς πολιτικῆς της; […]


Γιώργου Ρακκᾶ, Πατρίς-Θρησκεία καὶ Μαύρη Ἐργασία, περ. Ἄρδην, τ. 90, Ἰούνιος-Αὔγουστος 2012  

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

ἡ ἐξέγερση κι ὁ ἰδανικὸς χῶρος τῆς ὕπαρξης


[…] Κανεὶς δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ αὐτὸ (τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι σὲ μιὰ στιγμὴ συνεπῆρε τοὺς νέους ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, ὅπως συνέβη μὲ τὸ Πολυτεχνεῖο). Ἦταν ὅμως τὸ συγκεκριμένο πρόβλημα: Ν’ ἀπαλλάξουμε τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἀπὸ τὴν καταπίεση τῆς δικτατορίας. Δὲν ἦταν τὸ μεγαλιῶδες ὅραμα ἑνὸς καλύτερου κόσμου. Οἱ ἐμπειρίες τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων δείχνουν ὅτι πρῶτα πρέπει νὰ κοιτάζουν τὸ ἄτομό τους καὶ ὕστερα νὰ ρίξουν μιὰ ματιὰ στὸ συμφέρον τοῦ συνόλου. Ἡ δική μας γενιὰ παρέμεινε στὸ πεδίο τοῦ ρομαντισμοῦ ἐπιδιώκοντας ν’ ἀλλάξει τὸν κόσμο. Ἡ σημερινὴ γενιὰ δὲν εἶχε περιθώρια γιὰ ὄνειρα – γκρεμίστηκαν ὅλα. […] Ἰδιαίτερη διέξοδος γιὰ μένα εἶναι νὰ μετακινήσουμε τὰ ἐνδιαφέροντά μας ἀπὸ τὸν πεπτικὸ σωλήνα τῆς κοινωνικῆς μας ζωῆς στὸ χῶρο τοῦ πνεύματος, στὸ χάος τῆς ὕπαρξης. Μιὰ τέτοια πορεία θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ταύτιση τοῦ φυσικοῦ μὲ τὸν μεταφυσικὸ κόσμο.
Στὰ παιδιά μας κληροδοτήσαμε τὴν ἐμπειρία τῆς ἀποτυχίας, τὴν ἐμπειρία ὅτι ὁ κόσμος δὲν ἀλλάζει μέσα σὲ λίγες ὧρες. Στροφὴ λοιπὸν πρὸς τὸ μεγάλο θέμα τῆς ὕπαρξης ποὺ θὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἀπονέκρωση καὶ τὴ μοναξιὰ τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας. Πρέπει νὰ καταλάβουν οἱ νέοι, ὄχι μόνον ἐμεῖς οἱ ἀπερχόμενοι, ὅτι εἴμαστε θεατὲς αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ ὅτι στὸ δρόμο ποὺ διανύουμε πολλοὶ χάνονται, μένουν ὅμως οἱ ἄξιοι. Κανεὶς ἀνάξιος δὲν ἐπέζησε πολὺ στὴ μνήμη τῶν μεταγενέστερων.
  […] Ἡ ἰδεολογία εἶναι χρήσιμη ὡς καταφύγιο, ἀλλὰ ὄχι ὡς μόνιμη κατοικία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ σκοπός του εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς βαθύτερης αἰτίας τῆς ὕπαρξής του. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἰδανικός μας χῶρος.

Σωτήρης Πατατζής, συνέντευξη στὸν Σπύρο Κατσίμη, ἐφημ. Καθημερινὴ 30-31 Μαρτίου 1980. Ἀναδημοσίευση ἀποσπασμάτων στὴν Ἐφημερίδα τῶν Συντακτῶν, 13-14 Ἰουνίου 2015



Σωτήρης Πατατζής. Διηγηματογράφος καὶ θεατρικὸς συγγραφέας. Γεννήθηκε στὴ Μεσσήνη τὸ 1914 κι ἀποφοίτησε ἀπὸ τὸ Γυμνάσιό της. Διπλωματοῦχος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν καὶ σπουδαστὴς τῆς Νομικῆς. Ὡστόσο ἀναγκάστηκε γιὰ λόγους οἰκονομικῆς ἀνέχειας νὰ διακόψει τὶς σπουδές του καὶ νὰ δώσει ἐξετάσεις στὴ Σχολὴ Χωροφυλάκων. Ὑπηρέτησε στὴ Λιβαδειὰ μὲ τὸ βαθμὸ τοῦ ἐνωμοτάρχη, μετὰ τὴν ἐπιβολή τῆς γερμανικῆς κατοχῆς ὅμως λιποτάκτησε καὶ κατέφυγε στὸ ἀντάρτικο λαμβάνοντας μέρος στὴν Ἐθνικὴ Ἀντίσταση μὲ τὸ ΕΑΜ Μεσσηνίας. 

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

ἡ εὐθύνη τῆς ἐλευθερίας

Δυστυχῶς, τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι δὲν ξέρουμε πῶς νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι· ἀπαιτοῦμε ἐλευθερία γιὰ τὸν ἑαυτό μας εἰς βάρος ὅλων τῶν ἄλλων καὶ δὲν ἐννοῦμε νὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ τὸ παραμικρὸ γιὰ χάρη κάποιου ἄλλου: θὰ τὸ θεωρούσαμε καταπάτηση τῶν ἀτομικῶν μας δικαιωμάτων καὶ ἐλευθεριῶν. Σήμερα ὅλοι πάσχουμε ἀπὸ ἄμετρο ἐγωισμό. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι ἐλευθερία. Ἐλευθερία σημαίνει ὅτι μαθαίνεις νὰ ἔχεις ἀπαιτήσεις μόνο ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, ὄχι ἀπὸ τὴ ζωὴ ἢ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ ξέρεις νὰ δίνεις: ἐλευθερία σημαίνει θυσία ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης. […]
Τὸ πρότυπο τῶν κοινωνικῶν σχέσεων ἔχει διαμορφωθεῖ κατὰ τέτοιον τρόπο, ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀπαιτοῦν τὸ παραμικρὸ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, αἰσθάνονται ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ κάθε ἠθικὴ ὑποχρέωση καὶ προβάλλουν ἀπαιτήσεις μόνο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα ἐν γένει […]. Μὲ τὴ σκέψη ὅτι «εἴμαστε ὅλοι μαζί», κοντολογὶς ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα βρίσκεται στὴ διαδικασία οἰκοδόμησης κάποιου πολιτισμοῦ, ἀποφεύγουμε μονίμως τὶς προσωπικές μας εὐθύνες καί, χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦμε, μεταθέτουμε στοὺς ἄλλους κάθε εὐθύνη γιὰ ὅσα συμβαίνουν. Μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνεται ὁλοένα πιὸ ἀπεγνωσμένη ἡ σύγκρουση ἀτόμου καὶ κοινωνίας, νὰ ψηλώνει ὁλοένα περισσότερο τὸ τεῖχος τῆς ἀποξένωσης ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
Ζοῦμε σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ δὲν ἔχει χτιστεῖ μὲ τὶς προσπάθειες κανενὸς συγκεκριμένα παρὰ μὲ τὶς «συντονισμένες» προσπάθειες ὅλων μαζί, ὅπου ἡ προσωπικότητα διεκδικεῖ τὰ δικαιώματά της ὄχι ἀπὸ τὸν ἑαυτό της παρὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὁπότε τὸ ἄτομο γίνεται εἴτε ὄργανο τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν φιλοδοξιῶν κάποιων ἄλλων εἴτε ἀφέντης ποὺ προσαρμόζει καὶ χρησιμοποιεῖ τὴν ἐνέργεια τῶν ἄλλων χωρὶς κανένα σεβασμὸ γιὰ τὰ δικαιώματά τους. […]
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀναθέσαμε σὲ ἄλλους νὰ λύνουν τὰ προβλήματά μας, μεγάλωσε τὸ ρῆγμα μεταξὺ πνεύματος καὶ ὕλης. Τὶς ἰδέες ποὺ κυβερνοῦν τὸν κόσμο ὅπου ζοῦμε τὶς ἔχουν ἀναπτύξει ἄλλοι, κι ἐμεῖς πρέπει εἴτε νὰ συμμορφωθοῦμε στοὺς κανόνες αὐτῶν τῶν ἰδεῶν εἴτε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε καὶ νὰ τὶς ἀντικρούσουμε – θέση ποὺ γίνεται ὁλοένα πιὸ ἀπελπιστική. […]

Ἀντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας τὸ χρόνο, μτφρ. Σεραφεὶμ Βελέντζας, ἐκδ. Νεφέλη, Ἀθήνα 1987




Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

κοινοτικὴ αὐτοδιαχείριση στὴν κατοχὴ

Τάσσος

Πρῶτος ὁ Ἄρης, σὲ χρόνο ἀνύποπτο, στὴν ἱστορικὴ σύσκεψη τῆς 14ης Μαΐου 1942 στὴ Λαμία -μία ἑβδομάδα προτοῦ βγεῖ στὸ βουνό- εἶχε θέσει τὸ θέμα τῆς αὐτοδιοίκησης τῶν περιοχῶν ποὺ θὰ ἐλευθερώνονταν, καὶ στὴ συνέχεια, μὲ μανικὴ σχεδὸν ἐπιμονή, προτρέπει τοὺς χωρικοὺς στὴν αὐτοδιαχείριση τῆς κοινοτικῆς ζωῆς τους. […]
Μπορεῖ ἡ εὐθύνη γιὰ τὴν τήρηση τῆς τάξης νὰ πέρασε στὸν ΕΛΑΣ, ἀλλὰ ὁ Ἄρης ἐπιδιώκει νὰ ἀποφασίζουν καὶ νὰ ἐνεργοῦν μόνοι τους οἱ χωρικοί. Τοὺς καλεῖ νὰ διακόψουν κάθε σύνδεση μὲ τὸν κρατικὸ μηχανισμὸ καὶ νὰ διαχειριστοῦν μόνοι τους τὶς ὑποθέσεις τους. Ἡ πρώτη, ἐμβρυώδης πράξη Λαϊκῆς Αὐτοδιοίκησης ἔγινε μὲ προτροπὴ τοῦ Ἄρη στὰ Βράχα Εὐρυτανίας· οἱ κάτοικοι συγκεντρώθηκαν καὶ ψήφισαν μὲ ἀνάταση χειρὸς τὸ Κοινοτικό τους Συμβούλιο. […]
Σὲ ἀνοιχτὴ συνέλευση οἱ κάτοικοι κάθε χωριοῦ ἐκλέγουν ἐλεύθερα μιὰ ἐπιτροπὴ ποὺ ἀναλαμβάνει τὴ διαχείριση ὅλων τῶν ὑποθέσεων τῆς κοινότητας. Ἔτσι ἡ προσωπικὴ ζωὴ τοῦ χωρικοῦ καὶ οἱ κοινὲς ὑποθέσεις συνδέονται· ἡ καθημερινότητα ἀρχίζει νὰ ἀποκτᾶ ἄλλο νόημα καὶ ἀξία. Ἡ λειτουργία τῶν πρώτων Λαϊκῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα ποὺ προέκυψαν βοήθησαν στὴ γρήγορη διάδοσή τους καὶ ἐπιπλέον στὴ συνειδητοποίηση τῆς δύναμης αὐτενέργειας τῶν ἀνθρώπων. […]
Ἡ Αὔρα Παρτσαλίδη ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα στὸ βουνὸ καὶ μαγεύεται: «Δὲν ὑπάρχει οὔτε τὸ πιὸ μικρὸ καὶ ὀρεινὸ μικροχώρι τῆς Ρούμελης ποὺ νὰ μὴν ἔχει τὴν αὐτοδιοίκησή του καὶ τὸ λαϊκὸ δικαστήριο –αὐτὸ γίνεται καὶ στὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. (…) Ποιοὶ εἶναι στὴν αὐτοδιοίκηση, στὶς ἐπαρχιακὲς καὶ νομαρχιακὲς συνελεύσεις, ποιοὶ εἶναι οἱ δικαστές; Ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ἐργαζόμενοι. Εἶναι ἀγρότες, κτηνοτρόφοι, ἐργάτες, δάσκαλοι, διανοούμενοι, βιοπαλαιστές. Παρακολουθῆστε μιὰ ἐπαρχιακὴ συνέλευση, λ.χ. τῆς Εὐρυτανίας, καὶ θὰ νιώσετε τὴν ὠριμότητα τοῦ λαοῦ μας καὶ τὴν ἱκανότητά του νὰ κυβερνήσει».
Αὐτὴ ἡ κοινωνικὴ ὁμοθυμία ἀντιμετωπίστηκε ἀπὸ τοὺς παλιοὺς πολιτικοὺς τῆς Ἀθήνας σὰν μέγιστος κίνδυνος·


Διονύσης Χαριτόπουλος, Ἄρης, ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀτάκτων, ἐκδ. Ἑλληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα 2003

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

πλοῦτος-προϊὸν ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας

Jean-Michel Basquiat

[…] δὲν βλέπεις τοὺς ἐπιτυχημένους οἰκονομικά, αὐτοὺς ποὺ μὲ λίγους κόπους ἀπέκτησαν πολλὰ ἀγαθά; Χρήματα καὶ σπίτια καὶ στρέμματα γῆς τόσα καὶ τόσα καὶ κοπάδια ἀπὸ δούλους καὶ ἀσήμι καὶ χρυσάφι σὲ μεγάλες ποσότητες; Αὐτὰ ὀνομάζεις ἀγαθὰ καὶ δὲν σκεπάζεις τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ ντροπὴ καὶ δὲν ζητᾶς νὰ χωθεῖς βαθιὰ μέσα στὴ γῆ, πού, ἐνῶ σὰν ἄνθρωπος ἔχεις ὁρισθεῖ νὰ φιλοσοφεῖς γιὰ τὸν οὐρανό, χάσκεις μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα γιὰ πράγματα τῆς γῆς καὶ ἀποκαλεῖς ἀγαθὰ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀνάξια λόγου; Ἂν αὐτὰ εἶναι ἀγαθά, τότε θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀποκαλοῦμε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κατόχους αὐτῶν· γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει κάτι ἀγαθό, πῶς μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἀγαθός; Τὶ λοιπόν, πές μου. Ὅταν οἱ κάτοχοί τους πλεονεκτοῦν, ἁρπάζουν, θὰ τοὺς ὀνομάσουμε ἀγαθούς; Ἂν λοιπὸν εἶναι ἀγαθὸ ὁ πλοῦτος, ἐνῶ συγκεντρώνεται ἀπὸ πλεονεξία, ὅσο αὐξάνεται, τόσο περισσότερο ἀγαθὸς κάνει νὰ νομίζεται αὐτὸς ποὺ τὸν κατέχει. Ἂν λοιπὸν ὁ πλοῦτος εἶναι ἀγαθὸ πρᾶγμα, ἐνῶ ἀὐξάνεται ἀπὸ τὴν πλεονεξία, ὅσο πλεονεκτεῖ ὁ κάτοχός του, τόσο πιὸ ἀγαθὸς εἶναι. Εἶδες τὸν παραλογισμό; Ἀλλά, κάποιος θὰ πεῖ, ἂν δὲν πλεονεκτεῖ; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ συμβεῖ κάτι τέτοιο; Διότι τὸ πάθος τοῦ πλούτου εἶναι ὀλέθριο καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ μὲ κανένα τρόπο νὰ πλουτήσει κάποιος χωρὶς νὰ ἀδικήσει. Αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τὸ ἐπιβεβαίωσε λέγοντας «ποιήσατε ὑμῖν φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας». Τὶ λοιπόν, θὰ πεῖ κάποιος, ἀδίκησε αὐτὸς ποὺ κληρονόμησε τὸν πατέρα του; Ναί, γιατὶ κληρονόμησε τὰ προϊόντα τῆς ἀδικίας. Γιατὶ βέβαια δὲν ἦταν πλούσιος ὁ πρόγονός του ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ εἶναι φυσικὸ νὰ ποῦμε ὅτι πολλοὶ ἄλλοι ὑπῆρξαν πρὶν ἀπὸ αὐτὸν καὶ κατόπιν ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς βρέθηκε κάποιος ποὺ παρέλαβε καὶ καρπώθηκε ἄδικα τὰ ἀγαθὰ τῶν ἄλλων.

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΙΒ´ στὴν Πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή, PG 62, 562


        

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

ἐπιστήμη καὶ ἐξουσία

φωτογραφία Ἀντρέι Ταρκόφσκι
Φαντάσου μιὰ πολυμαθῆ ἀκαδημία ἀποτελούμενη ἀπὸ τοὺς πιὸ λαμπροὺς ἐκπροσώπους τῆς ἐπιστήμης. Ὑπόθεσε πὼς ἡ ἀκαδημία αὐτὴ ἐπιφορτιζόταν μὲ τὸ καθῆκον νὰ βγάζει νόμους καὶ νὰ ὀργανώνει τὴν κοινωνία καὶ ὅτι, ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴν ἀγνότερη ἀγάπη γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἐπέβαλε στὴν κοινωνία μόνο νόμους ποὺ εἶναι σὲ ἀπόλυτη ἁρμονία μὲ τὶς πιὸ πρόσφατες ἀνακαλύψεις τῆς ἐπιστήμης. Ὑποστηρίζω πὼς μιὰ τέτοια νομοθεσία καὶ ὀργάνωση θὰ ἦταν τερατωδία κι αὐτὸ γιὰ δύο λόγους:
Πρῶτον, ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη ἐπιστήμη εἶναι πάντα καὶ ἀναγκαστικὰ ἀτελής, καὶ ὅταν συγκρίνουμε αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀνακαλύψει μ’ αὐτὸ ποὺ μένει νὰ ἀνακαλύψει, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι ἀκόμη στὰ σπάργανά της. Αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια σὲ τέτοιο βαθμὸ πού, ἂν ἀναγκάζαμε τὴν πρακτικὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων –τόσο τὴν συλλογικὴ ὅσο καὶ τὴν ἀτομική- νὰ συμφωνεῖ αὐστηρὰ καὶ ἀποκλειστικὰ μὲ τὰ πιὸ πρόσφατα δεδομένα τῆς ἐπιστήμης, θὰ καταδικάζαμε τόσο τὴν κοινωνία ὅσο καὶ τὰ ἄτομα νὰ ὑποφέρουν μαρτύρια πάνω σὲ ἕνα κρεβάτι τοῦ Προκρούστη, ποὺ σύντομα θὰ τοὺς διαμέλιζε καὶ θὰ τοὺς ἔπνιγε, ἐπειδὴ ἡ ζωὴ εἶναι πάντα ἀπείρως μεγαλύτερο πρᾶγμα ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη. […]
Εἶναι χαρακτηριστικὸ τοῦ προνομίου καὶ κάθε προνομιούχας θέσης νὰ καταστρέφει τὰ πνεύματα καὶ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. […]
Ἕνα ἐπιστημονικὸ σῶμα στὸ ὁποῖο ἔχουν ἐμπιστευθεῖ τὴ διακυβέρνηση τῆς κοινωνίας θὰ καταλήξει σύντομα νὰ ἀφιερωθεῖ ὄχι πιὰ στὴν ἐπιστήμη ἀλλὰ σὲ κάποια ἄλλη προσπάθεια. Κι ἡ προσπάθεια αὐτή, ὅπως στὴν περίπτωση ὅλων τῶν καταστημένων δυνάμεων, θὰ εἶναι ἡ διαιώνιση τοῦ ἑαυτοῦ του καθιστώντας τὴν κοινωνία τὴν ὁποία τοῦ ἔχουν ἐμπιστευθεῖ νὰ φροντίσει ἀκόμη πιὸ ἠλίθια καί, συνεπῶς, κάνοντάς την νὰ χρειάζεται ἀκόμη περισσότερο τὴν καθοδήγηση καὶ τὴν διακυβέρνησή του.


Μιχαὴλ Μπακούνιν, Κριτικὴ τῆς ὑπάρχουσας κοινωνίας, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, ἐκδ. Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2007

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

αὐτονομία-γένεση καὶ παρέκκλιση

Τάκης Κατσουλίδης, Τοπίο στὸ ἡλιοβασίλεμα

Ὅμως, ἂν ὁ ἐλεύθερος ἀνταγωνισμὸς σημαίνει ἀνταγωνιστικὴ ἐλευθερία, συσχετικὰ ἡ ἐλεύθερη ἀσυδοσία τῆς ἀγορᾶς συνεπάγεται καὶ ἀσύδοτη ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου, μιὰν ἐλευθερία προτεινόμενη γενικὰ ὡς αὐτονομία καὶ συνεχὴς διεύρυνση αὐτονομίας, ποὺ ὑπ’ αὐτὲς τὶς συνθῆκες συνιστᾶ ἐλευθερία τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία τείνει στὴν ἀτέρμονη ἐπέκτασή της, ἀποβαίνοντας κτητικὴ καὶ κατακτητικὴ καὶ ἐκβάλλοντας σὲ σκληρότερη ἑτερονομία: αὐτὴν τοῦ νόμου τοῦ ἰσχυρότερου ἐν μέσῳ γενικευμένης συνθήκης ἀλληλομαχίας […]
(ὁ Μαρσὲλ Γκωσέ) ὑποστηρίζει πὼς ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν ἑτερονομία στὴν αὐτονομία ἐνεργήθηκε ἀπὸ τὸν χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος ἐνεῖχε τὴ δυνατότητα κριτικῆς τῆς θρησκείας στὸ ἴδιο τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ θρησκευτικοῦ κόσμου, κι ἔτσι εἰσήγαγε στὴ θρησκευτικὴ λογικὴ μιὰ ριζικὰ νέα σχέση μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ θείου: Σ’ ἀντίθεση δηλαδὴ μὲ τὶς πρωτόγονες θρησκεῖες, ὑποστηρίζει ὁ Γκωσέ, ποὺ ἐστιάζονταν στὴν καταγωγή, ὁ χριστιανισμὸς θραύει τὴν ἀμετακίνητη ἐξάρτηση ἀπὸ ἕνα μυθικὸ παρελθόν, παρουσιάζοντας ἕναν θεὸ δημιουργό (Γένεση) ποὺ ἐνσαρκώνεται στὴν Ἱστορία (Χριστός). Ὄντας ἔτσι καταγωγὴ καὶ πρόσβαση στὴν Ἱστορία, «ἐνεργεῖ σὲ ἕνα παρόν, σὲ ἕναν χρόνο ἐνεστωτικὸ ἀντὶ νὰ ἔχει πράξει ἅπαξ διὰ παντός», ἔτσι ποὺ ὁ ἀνθρώπινος χρόνος δὲν εἶναι ἀγκυροβολημένος στὸ παρόν, διότι τὸ πέρασμα τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ ἀναγγέλλει μιὰ προοπτικὴ μελλοντικῆς σωτηρίας εἰσάγοντας τὴν ἰδέα τῆς Ἱστορίας.  




Γιάννης Καλλιόρης, Ὅλα ἢ τίποτα, ἀντιεξουσιαστικὸς λόγος καὶ συνείδηση τῶν ὁρίων, ἐκδ. ἁρμός, Ἀθήνα 2014

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

ἡ κατασκευὴ τῆς χειραφέτησης

Π.Π. Ρούμπενς - Ὁ κῆπος τῆς ἀγάπης (1633)

Τὸ κοσμοθεωρητικὸ περιεχόμενο τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῶν Νέων Χρόνων καταφαίνεται στὴ σύνδεση βασικῶν σημείων τῆς αὐτοσυνείδησής του μὲ ὁρισμένες ἀξίες. Ἡ ἀποκοπὴ τῆς σκέψης ἀπὸ τὸ ὀντολογικό-μεταφυσικὸ πλαίσιο τῆς ἀντίπαλης κοσμοθεωρίας παρουσιάζεται ὡς ἀπελευθέρωση τῆς σκέψης καθαυτῆς ἢ ὡς χειραφέτηση τοῦ ἀνθρώπου· ὁ ὀρθολογισμὸς τῶν Νέων Χρόνων ἀξιώνει, ἔτσι, γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀνώτερη ἠθικὴ ἀξία, καὶ ἀκριβῶς μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα μπόρεσε πολὺ συχνὰ νὰ στέψει μὲ ἐπιτυχία τοὺς ἀγῶνες του καὶ νὰ κερδίσει σημαντικοὺς στοχαστὲς γιὰ τοὺς σκοπούς του. Ὅμως τὸ τὶ κατέχει κοσμοθεωρητικὴ ἀξία καὶ τὸ τὶ σημαίνει «ἀπελευθέρωση» καὶ «ἐλευθερία» δὲν ὁρίζεται ἐπιστημονικὰ παρὰ μόνο κοσμοθεωρητικά, καὶ μάλιστα πάντα σε ἀναφορὰ μὲ τὴν ἀξιολογικὴ κλίμακα ἑνὸς ἀντιπάλου, ἡ ὁποία χρησιμεύει ὡς ἀρνητικὸ κριτήριο. […] Οἱ ἄνθρωποι καλοῦνται νὰ ἀποτινάξουν ἕναν ζυγὸ καὶ νὰ ἀπαλλάξουν τὶς ψυχές τους ἀπὸ τὴν ἀπονεκρωτικὴ ἰδεολογικὴ ἐπήρεια τοῦ ἀντιπάλου, ἐνῶ συνάμα τοὺς ἀνοίγεται ἡ προοπτικὴ μιᾶς πρωτόγνωρης ζωντάνιας καὶ μιᾶς καινούργιας ὑπαρξιακῆς ἔντασης. Ἡ νέα σκέψη, ποὺ αὐτοθεωρεῖται αὐτόνομη, παρουσιάζεται τώρα ὡς ἡ ὔψιστη ἔκφραση τῆς ἔντασης αὐτῆς. Μονάχα τούτη ἡ μορφὴ ὑπαρξιακῆς ἔντασης ἐμφανίζεται τώρα πιὰ ὡς ἀληθινὴ ἐλευθερία καὶ ὡς ἠθικὸ ἀγαθό· ὅ,τι θεωροῦνταν πρωτύτερα ὡς ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀξιολογεῖται τώρα ὡς δουλεία ἤ, στὴν καλύτερη περίπτωση, ὡς εὐγενική -ἀλλὰ ὄχι καὶ λιγότερη ἐπικίνδυνη- ψευδαίσθηση. Στὴ ζοφερὴ περιγραφὴ μιᾶς ὁλόκληρης ἱστορικῆς ἐποχῆς ἀναζητᾶ μιὰ ἄλλη τὴν αὐτοσυνείδηση καὶ τὴ νομιμοποίησή της. Ὁ λεγόμενος Μεσαίωνας ἔχει, ἀσφαλῶς, τὰ ἰδιαίτερα κοινωνικά του γνωρίσματα, ποὺ ἀπαρτίζουν τὸν ἰδεώδη του τύπο, δηλ. τὴ δική μας εἰκόνα γι’ αὐτόν, ὡστόσο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθοῦμε τελεσίδικα γιὰ ποιὸν λόγο θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθεῖ ἠθικὰ καλύτερος ἢ χειρότερος ἀπὸ ἄλλες ἐποχές. Οὔτε καὶ μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ ἐπιστημονικά, ἂν τότε τὸ «ἀνθρώπινο πνεῦμα» καὶ ἡ «ἀνθρώπινη φύση» καταδυναστεύθηκαν (ἐδῶ δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὶς τοτεινὲς συγκεκριμένες μορφὲς τῆς κοινωνικῆς κυριαρχίας), ἀφοῦ τέτοιες ἔρευνες ἀναγκαστικὰ θὰ ὁρμηθοῦν ἀπὸ ἀξιολογικὲς κρίσεις (καὶ ὄχι ἁπλὲς ψυχολογικὲς ἢ βιολογικὲς ἀποφάνσεις) πάνω στὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Ὡστόσο, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πολλοὶ μεσαιωνικοὶ ἄνθρωποι, καὶ μάλιστα ὄχι οἱ λιγότερο προικισμένοι, ἔνιωσαν ὡς πλήρωμα τῆς ψυχῆς τους καὶ ως ὑπαρξιακὴ ἔνταση ἀκριβῶς τὰ πράγματα ἐκεῖνα, ποὺ ἀπὸ τὴν κοσμοθεωρητικὴ σκοπιὰ τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῶν Νέων Χρόνων παρουσιάστηκαν ὡς ἑτερονομία ἢ ἐξευτελισμὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμη καὶ ὡς πρὸς τὴν καθαρὰ νοητικὴ δραστηριότητα, ἡ ἐξονυχιστικὴ διερεύνηση ἑνὸς θεολογικοῦ προβλήματος θὰ πρέπει τότε νὰ προκαλοῦσε τουλάχιστον ἴση εὐχαρίστηση ἢ αἴσθηση ἐλευθερίας ὅσο ἀργότερα καὶ μιὰ ἐπιστημονικὴ ἀνακάλυψη.*


Παναγιώτης Κονδύλης, Ὁ εὐρωπαϊκὸς διαφωτισμός, τ. Α´, Ἀθήνα, 31998  



*σημείωση Domenico: ἡ τελευταία ἀποστροφὴ ἐκφράζει τὴν ἐμπεδωμένη νοησιαρχικὴ ροπὴ τῆς δυτικῆς θεολογίας τῆς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ στὰ καθ’ ἡμᾶς ἐγείρει δικαίως ζητήματα ἔκπτωσης     




Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

μιὰ κοινοτικὴ κριτικὴ τοῦ μαρξισμοῦ



[…] Ἡ σχέση τοῦ Καραβίδα μὲ τὸν μαρξισμὸ εἶναι πιὸ οὐσιαστική. Ἐνῶ ἀπορρίπτει τὸν κομμουνισμὸ ὡς σύστημα ἐναλλακτικὸ τοῦ καπιταλισμοῦ, κατ’ οὐσίαν κινούμενο στὴν ἴδια λογικὴ τῆς βιομηχανικῆς κοινωνίας, καὶ ἐνῶ θεωρεῖ τὸν σοσιαλισμὸ ἐπιφανειακὴ συγκάλυψη καὶ συμπτωματικὴ θεραπεία τῶν παθογενειῶν τοῦ καπιταλισμοῦ καὶ τὴν σοσιαλδημοκρατία ἕνα εἶδος ἀλυσιτελοῦς φιλανθρωπίας, δέχεται τὸν μαρξισμό, ἀλλὰ ὡς ερμηνευτικὸ σχῆμα μόνον τῆς δυτικῆς βιομηχανικῆς κοινωνίας. Υἱοθετεῖ, μάλιστα, δημιουργικὰ μέρος τῆς ὁρολογίας καὶ ὁρισμένα ἀναλυτικὰ ἐργαλεῖα του στὸ δικό του ἑρμηνευτικὸ σχῆμα. Κατὰ τὰ ἄλλα, ὁ Καραβίδας, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ κι ἀλλοῦ, εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἀμφισβήτησε τὸν μαρξισμὸ ἐκ τῶν ἔσω, πολὺ πρὶν τὸν Καστοριάδη καὶ τὸν Ἀξελό, καὶ μάλιστα ὄχι ἀμφισβητώντας σὰν καὶ αὐτοὺς τὴν φιλοσοφικὴ καὶ πολιτική του ὁρολογία, ἀλλὰ τὴν ἐπάρκεια τῆς γενικώτερης κοινωνιολογικῆς του ἀνάλυσης καὶ τῆς ἱστορικῆς του θεώρησης. Πράγματι, ὁ Καραβίδας δὲν πολέμησε τὸν μαρξισμὸ ὡς ἀντεθνικὸ καὶ κοινωνικὰ ἐπικίνδυνο κατασκεύασμα, ἀλλὰ κατέδειξε τὴν ἀδυναμία ἐφαρμογῆς του στὶς συγκεκριμένες μὴ δυτικὲς περιπτώσεις. […]
Ὁ Κώστας Βεργόπουλος ἐκτιμᾶ ὅτι τὸ ἔργο τοῦ Καραβίδα «συνιστᾶ μιὰ ρωμαλέα προσπάθεια γιὰ τὴν διερεύνηση καὶ τὴν ὁριοθέτηση ἑνὸς "τρίτου δρόμου", πέρα ἀπὸ τὸν ατομοκεντρικὸ καπιταλισμὸ καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀναπόφευκτη "σοσιαλιστικὴ" γραφειοκρατία». […]


Μελέτης Η. Μελετόπουλος, Κοινοτισμός, Τὸ ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου Καραβίδα καὶ οἱ συγγενεῖς προσεγγίσεις, Ἐναλλακτικὲς Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2013

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

φιλοκτημοσύνη - τάφος εἰδωλολατρίας


 […] Πρῶτο κακὸ γέννημα τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, ἂν ἐξετάσεις, θὰ βρεῖς πὼς εἶναι ἡ φιλοκτημοσύνη. Δὲν εἶναι ὑπαίτιες οἱ ἐπιθυμίες ποὺ συντελοῦν στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς συνοδεύουν ἀπὸ τὴν πολὺ μικρὴ ἡλικία. Ἐνῶ ἡ φιλαργυρία ἀναφύεται ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὅταν ἀκόμα εἴμαστε παιδιά. Ἀπὸ αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ φιλαργυρία δὲν ἔχει τὴν ἀρχή της στὴ φύση, ἀλλὰ στὴν προαίρεση. Καὶ δίκαια ὁ θεσπέσιος Παῦλος τὴν ὀνόμασε ρίζα ὅλων τῶν κακῶν. Γιατὶ ἡ φιλαργυρία γεννᾶ πολλὰ κακά· ἀνελεημοσύνες, ἀπάτες, ἁρπαγές, κλοπές, καὶ γενικὰ κάθε εἶδος πλεονεξίας, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ὀνόμασε δεύτερη εἰδωλολατρία. Ἀκόμη σὲ ὅσα κακὰ δὲ φυτρώνουν ἀπὸ αὐτή, σὲ ὅλα σχεδὸν προμηθεύει τὰ ὑλικὰ τῆς ὑπάρξεώς τους. Κι αὐτὰ εἶναι ὅσα πάθη γεννιοῦνται ἀπὸ τὴ φιλοϋλία  τῆς ψυχῆς ποὺ δὲν ἔχει προθυμία γιὰ ἀγαθοεργία.
[…] οὔτε γιὰ ἀγαθοεργία δὲν ἀπομένει πρόφαση στοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐπιθυμοῦν τὸν πλοῦτο. Στὴν πραγματικότητα φοβοῦνται τὴ φτώχεια, μὴν πιστεύοντας σ’ Ἐκεῖνον, ποὺ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ δώσει ὅλα τὰ ἀναγκαία σ’ ἐκείνους ποὺ ζητοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὲ τὴ σκέψη μόνο αὐτὴ σὰν ἀφορμή, ἀκόμη κι ἂν τὰ ἔχουν ὅλα, δὲν ἐλευθερώνονται ποτὲ ἀπὸ τὴ νοσηρὴ καὶ ὀλέθρια αὐτὴ ἐπιθυμία, ἀλλὰ μαζεύοντας πάντοτε, φορτώνουν τὸν ἑαυτό τους ἄχρηστο φορτίο, ἢ μᾶλλον τοῦ κατασκευάζουν παράδοξο τάφο, ἐνῶ εἶναι ἀκόμη ζωντανοί. Γιατὶ οἱ νεκροὶ θάβονται στὸ κοινὸ χῶμα, ἐνῶ ὁ νοῦς τοῦ ζωντανοῦ φιλαργύρου θάβεται στὸ χρυσάφι ποὺ κι αὐτὸ εἶναι χῶμα. Κι αὐτὸς ὁ τάφος εἶναι πιὸ βρωμερὸς ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ ὅσους ἔχουν ὑγιεῖς τὶς πνευματικὲς αἰσθήσεις. Καὶ τόσο πιὸ βρωμερὸς εἶναι, ὅσο μὲ περισσότερο χρυσὸ τὸν ἔχει σκεπάσει. Γιατὶ ἡ δυσωδία τῆς πληγῆς τῶν ἀθλίων θαμμένων διαπερνᾶ τὸ πάχος αὐτοῦ τοῦ τάφου και φτάνει μέχρι τὸν οὐρανό, στοὺς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ Θεό. Ἀπὸ αὐτὸ γίνονται σιχαμεροὶ καὶ πράγματι ἄξιοι ἀποστροφῆς, γιατὶ - κατὰ τὸν Δαβίδ- βρώμησαν ἐξαιτίας τῆς ἀφροσύνης τους.
Ἀπὸ τὸ βρωμερὸ καὶ νεκροποιὸ αὐτὸ πάθος ἀπαλάσσει τοὺς ἀνθρώπους ἡ θεληματικὴ καὶ χωρὶς ἀνθρωπαρέσκεια* ἀκτημοσύνη, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν «ἐν πνεύματι πτωχεία» ποὺ μακάρισε ὁ Κύριος. […]


Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Πρὸς τὴ μοναχὴ Ξένη, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν, τ. Δ´, μτφρ. Ἀντώνιος Γ. Γαλίτης, ἐκδ. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσ/νίκη 31997 





*σημείωση Domenico: σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὑπάρχει καὶ ἀκτημοσύνη ἀνθρωπαρέσκειας, γεγονὸς ποὺ ὑπονοεῖ ὅτι ὁ ἐπαναστατικὸς μετασχηματισμὸς τῆς κοινωνίας θὰ εἶναι ἀενάως φαλκιδευμένος ἐκ τῶν ἔσω, ἂν δὲν πυροδοτεῖται ἀπὸ τὴ συστατικὴ προϋπόθεση τῆς ἐπανάστασης: τὴν ἑδραία θέληση γιὰ διαρκῆ ἀγώνα ὑπαρκτικῆς μεταποίησης ἐπὶ τὸ Λογικότερον  

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ἡ φοβικὴ τυραννία τοῦ ἐγωισμοῦ

Ρένα Τζολάκη
Τελικὰ ἡ ἐλευθερία στὸν πτωτικὸ ἄνθρωπο εἶναι βάρος παρὰ χαρά. Ἡ ἐλευθερία συνεπάγεται εὐθύνη, γεγονὸς ποὺ φέρνει ἄγχος καὶ φόβο. Ὁ πτωτικὸς ἄνθρωπος προτιμᾶ τὴν πρόσκαιρη ἀσφάλεια παρὰ τὴν ἐλευθερία. Χρειάστηκε ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ἀντιστρέψει αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ἡ πολιτεία καὶ ἡ ἐξουσία εἶναι μέσα παροχῆς προκατασκευασμένης σιγουριᾶς. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο πολλοὶ ταυτίζουν πίστη καὶ πατρίδα, Ἐκκλησία καὶ πολιτεία. Ὁ φόβος μπροστὰ στὴν ἐλευθερία γεννᾶ τὸν πόθο γιὰ τὴν ἐξουσία. Ὁ Ἔριχ Φρὸμ λέγει ὅτι ὁ πόθος τῆς ἐξουσίας δὲν πηγάζει ἀπὸ δύναμη, ἀλλὰ ἀπὸ ἀδυναμία. Φοβᾶται ὁ ἀδύναμος, ὁ ἐγωιστής. Αὐτὸς ποὺ δὲν εἶναι σὲ σχέση. Φοβᾶται ὁ μισός. […]
Ἡ ἐλευθερία ἐν τῷ μεταξὺ παραβιάζεται καὶ ἔμμεσα. Κάτω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη τρυφερότητα, τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἀγάπη κρύβεται συχνὰ τυραννικὸς χειρισμὸς καὶ τὸ χειρότερο δεσμωτήριο τοῦ προσώπου. Ἕνας τρόπος νὰ τυραννᾶς τοὺς ἄλλους εἶναι μέσα ἀπὸ τὴν «ἀγάπη». Τὴν δῆθεν ἀγάπη. Τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ κινητοποιήσει τὸν ἄνθρωπο εἶναι ὁ σεβασμὸς μέχρι θανάτου τῆς ἐλευθερίας του. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἀπαλύνει τὴν ὕπαρξη καὶ νὰ ἀφυπνίσει τὴ λαχτάρα γιὰ σχέση καὶ ἕνωση.


Ἀλέξανδρος Κατσιάρας - Μάρω Βαμβουνάκη, Ὅταν ὁ Θεὸς πεθαίνει, μιὰ συζήτηση, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2003 

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ἡ ὑποκατάσταση τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τὴν ἐξουσία

Δήμητρα Σιατερλῆ, χωρὶς τίτλο 2014

Τὸ φαινόμενο τῆς ἐξουσίας, πολιτικῆς-κοσμικῆς ἀλλὰ καὶ ἱερατικῆς, ἐξηγεῖται πολὺ εὔκολα στὸ πλαίσιο τῆς ὅλης θεολογικῆς σκέψεως τοῦ Χρυσοστόμου. Συνιστᾶ καὶ αὐτή, ὅπως ὁ πλοῦτος ἢ ὁ γάμος, ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως. Ἡ ἐξουσία ἀποβαίνει πρόβλημα ἐφόσον προϋποθέτει ἄρχοντα τὸν ὁποῖο ἐκμαυλίζει ἡ αἴσθηση τῆς ὑπεροχῆς καὶ τῆς δυνάμεως, καὶ ἀρχόμενο, ὁ ὁποῖος δυσανασχετεῖ γιὰ τὴν ὑποταγή του. […]
Τὴν κατάσταση τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσαι, τὴν ὕπαρξη ἄρχοντα καὶ ἀρχομένου καὶ γενικότερα ἀνώτερου καὶ κατώτερου, συνδέει μὲ τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ὁ Θεός, δημιουργώντας τὸν ἄνθρωπο, τὸν προίκισε μὲ τὸ ἀγαθὸ τῆς «ἀρχῆς», τῆς ἐξουσίας, ὅπως δηλώνουν οἱ βιβλικοὶ λόγοι «καὶ ἀρχέτωσαν τῶν θηρίων τῆς γῆς» (Γεν. 1, 26) (PG 54, 593). Τὴν «ἀρχὴν» ὅμως αὐτήν, ποὺ ἦταν διαφορετικῆς ποιότητας ἀπὸ τὴν μεταπτωτικὴ ἐξουσία, ἀπώλεσε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ δική του πρωτοβουλία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὴν παρακοή-ἁμαρτία ἡ ὑποταγὴ ἀνθρώπου σὲ ἄνθρωπο (PG 54, 594-595). Πρόκειται γιὰ ὑποκατάσταση τοῦ ἀγαθοῦ τῆς παραδεισιακῆς «ἀρχῆς» μὲ τὴν ὑποταγή, πού, βέβαια, εἶναι ἀνεπιθύμητη κι ἐπαχθής, ἀφοῦ οἱ μεταξύ τους ἰσότιμοι, ἐλεύθεροι καὶ μακάριοι ἄνθρωποι πρέπει νὰ μεταβληθοῦν ὁ ἕνας σὲ ἄρχοντα καὶ ὁ ἄλλος σὲ ἀρχόμενο, ὁ ἕνας σὲ διατάσσοντα κι ὁ ἄλλος σὲ διατασσόμενο. Στὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε τὴν «ἀρχὴν» ἐπὶ τῶν θηρίων καὶ γενικὰ ἐπὶ τῆς φύσεως μὲ ἄλλες προϋποθέσεις, γεννιῶνται τώρα ἐξουσιαστικὲς διαθέσεις ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του. Ἄρα τὸ ἴδιο ἀγαθὸ μεταστοιχειώνεται σὲ τυραννικὴ δύναμη κι ἑπομένως κάποιοι πρέπει νὰ ὑποστοῦν τὴν τυραννία. […]
Κανένας ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας δὲν μαστίγωσε τόσο πολὺ τοὺς παντὸς εἴδους ἐλλειμματικοὺς καὶ τυραννικοὺς ἄρχοντες ὅσο ὁ Χρυσόστομος (PG 52, 24 · PG 56, 42, · PG 62, 48 · PG 60, 365 · PG 63, 232).
Γι’ αὐτὸ καὶ πρῶτος διακρίνει σαφῶς μεταξὺ τοῦ ἄρχειν, ποὺ εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς ἐκλογῆς, ποὺ ἀνήκει στὴν εὐθύνη τῶν ἀνθρώπων. Ἀρνεῖται ὅτι ὁ κάθε ἄρχοντας εἶναι «ἐλέῳ Θεοῦ», δὲν «χειροτονεῖται» - ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ἔθεσε μόνο τὴν τάξη τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι. […] Δὲν συνιστᾶ ἡ κάθε ἐκλογὴ ἄρχοντα θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στὶς περιπτώσεις αὐτές, ποὺ εἶναι οἱ περισσότερες, τὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὰ μέλη τῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἴδια τὴν κοινωνία εἶναι καταστρεπτικά.  Φθάνει στὸ σημεῖο νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ κακὸς ἄρχοντας εἶναι χειρότερο κακὸ καὶ ἀπὸ τὴν «ἀναρχία»* (PG 56, 42).


Στυλιανοῦ Γ. Παπαδόπουλου, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τ. Β´, εκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα 22010



* σημείωση Domenico: Ἡ αὐτονόητη ἐπισήμανση ὅτι στὸν ὅρο «ἀναρχία» τοῦ κειμένου δὲν ἀπαντᾶται τὸ σύγχρονο περιεχόμενο τῆς ἐλευθεριακῆς αὐτοθέσμισης παρὰ μόνο ἡ πολιτικὴ ἀκαταστασία, ποὺ θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη τῆς κοινωνίας, ὑπονοεῖ σαφέστατα ὅτι ἡ ἀπόπειρα ἄρσης τῆς μεταπτωτικῆς ἀναγκαιότητας τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι κάθε ἄλλο παρὰ ἀπάδει πρὸς τὴ σκέψη τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ συγγραφέα ὅτι «ἡ πολιτεία, τὴν ὁποία προϋποθέτει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀναγνώριζε πρωτεύοντα ρόλο στὸ Χριστιανισμό» ἐνισχύει τὸ παραπάνω ἐνδεχόμενο διαγράφοντας τὶς ἀπαραβίαστες σὲ κάθε ἐποχὴ προϋποθέσεις τους καὶ τὰ ὅριά τους. Ὅσο γιὰ τὴ διάκριση τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι ὡς θεία τάξη αὐτὴ διέπεται ἀπὸ τέτοιας σφοδρότητας ὑπαρκτικὴ κριτική, ποὺ ἡ ἀνεκτὴ λειτουργία της (τῆς διάκρισης) βρίσκει τὸ πλήρωμά της
στὴν ἀναίρεσή της.        

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

πίστη καὶ ἐπιστήμη


"Ἡ ὑποθήκη τῆς πατερικῆς θεολογίας ὅτι «ἡ σχέσις σῴζει» (PG 3, 725) καὶ ἡ ἐπαναστατικὴ ἀνακάλυψη τῆς μοντέρνας φυσικῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Σχετικότητα (Relativität) σημαίνει ἀναφορικότητα (καὶ ὄχι σχετικισμό, ὅπως ἀνόητα ἰσχυρίζονται οἱ ἀδαεῖς), σχηματίζουν ἕνα σημεῖο διαλογικῆς συνάντησης πρωτοποριακῆς θεολογίας καὶ μοντέρνας φυσικῆς". 

Μάριος Π. Μπέγζος, Ἀνατολικὴ ἠθικὴ καὶ Δυτικὴ τεχνική, θέματα φυσικῆς φιλοσοφίας τῆς θρησκείας, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 1993


Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

μεταφυσική - τῆς φυσικότητας καὶ τῆς ἀπελευθέρωσης

τοῦ Νώντα, γιὰ λόγους πολλούς, λεπτοὺς ὁδηγοὺς

Ὄλγα Σταυρίδου, Ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, Καστοριά, λάδι σὲ μουσαμά, 1983

[…] ἡ θρησκεία, σὰν εἰκονοπλαστικὴ ἀνταπόκριση τῆς θρησκευτικότητας, ἐγκλεισμὸς τοῦ θεοῦ μέσα στὴ γλῶσσα, γιὰ νὰ φτερουγίζει κρατημένος ἀπ’ τὴν ἀνθρώπινη κλωστή, συγκεντρώνει τὴ δύναμη τῆς ἐλευθερίας σὲ πίστη, ἔτσι καθὼς μ’ ἕναν καθρέφτη μποροῦμε νὰ συγκεντρώσουμε σὲ πυκνὴ βούλα τὸν ἥλιο ἀπάνω στὸ δέρμα ὥστε ν’ ἀρχίσει νὰ καίγεται. Βλέπουμε καθαρὰ τὴν πραγματικότητα τῆς μεταφυσικῆς· ποὺ δὲν εἶναι μιὰ λέξη καὶ μιὰ ἰδιοτροπία, ἕνα φαινόμενο τῆς Ἱστορίας ἐξαντλήσιμο καὶ ποὺ παρακολουθοῦμε τὰ λοίσθιά του στὴν ἐποχή μας, τὴν ἀληθῶς ἀνακεφαλαιωτικὴ καὶ πού, σίγουρα, θὰ ὁδηγήσει τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα σὲ μεγάλες εἰλικρίνειες.
Βλέπουμε καθαρά, νομίζω, τὴν κατάργηση κάθε σκιᾶς, ὁλόγυρα στὴ μεταφυσική. Θέλω νὰ πῶ, δὲν εἶναι κάποιο πνευματικὸ ἐπικοδόμημα ἡ μεταφυσική, ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ ἐξηγήσουμε καὶ νὰ τὸ περιορίσουμε, σύμφωνα μὲ ὁποιοδήποτε ρεαλισμό, μὲ ὁποιαδήποτε κοινωνιολογία, μὲ ὅποια ψυχολογία, κι ὅ,τι ἄλλο, καὶ τελικὰ νὰ δείξουμε πὼς τελειώνουν τὰ ψωμιά του, ἀλλὰ εἶναι ὁ βαθύτερος πραγματισμὸς τῆς ὑπάρξεως, ἡ βαθύτερη χρήση τῆς ἐλευθερίας, τὸ ἐσώτατο κίνητρο, ποὺ κατευθύνει στὴν κλίμακα τῶν ἀπελευθερώσεων ἕως τὸ θάνατο καὶ τὴ θέωση. Ὁ ἄνθρωπος ἀκαταμάχητα θέλει τὸ ὕψος, ἐκεῖνο ποὺ τὸν λυτρώνει ἀπ’ τὶς ἀμέτρητες αἰχμαλωσίες τοῦ ἀποτελέσματος καὶ τοῦ χαρίζει τὴν ποθούμενη καὶ γι’ αὐτὸ τόσο ρεαλιστικὴ αὐτοβεβαίωση. Ἄρα, λοιπόν, ἡ μεταφυσικὴ ἀντίληψη δὲν εἶναι παρανόηση τῆς φυσικότητας, μὰ εἶναι ἡ ἀποκορύφωση τῆς φυσικότητας, ἡ δύναμη ποὺ κάνει κατόρθωμα τὴ φ υ σ ι κ ό τ η τ α καὶ ποὺ χωρὶς τὴ λειτουργία της ἡ φυσικότητα σκλαβώνει τὸν ἄνθρωπο.

Ν. Δ. Καρούζου, Μεταφυσικὲς ἐντυπώσεις ἀπ’ τὴ ζωὴ ὣς τὸ θέατρο, ἐκδ. Ἄψινθος, Ἀθήνα 1966


                                                        

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

χαρισματικὴ αὐτονομία

Βάσω Κατράκη
[…] Ἀπέναντι στὰ ἀντικρουόμενα σχήματα τῆς πολυώνυμης ἑτερόνομης καὶ τῆς ποικιλόμορφης αὐτόνομης ἠθικῆς ὁ Χριστιανισμὸς προβάλλει ἕνα τρίτο εἶδος ῆθικῆς, ποὺ ὑπερβάλλει καὶ γεφυρώνει τὴν ἀντιθετικὴ διάκριση αὐτονομίας καὶ ἑτερονομίας. Προβάλλει τὴν ἠθικὴ τῆς ἑτερόνομης ἢ χαρισματικῆς αὐτονομίας. Ἡ ἠθικὴ αὐτὴ ἀρχίζει μὲ τὴν ἑτερονομία καὶ καταλήγει στὴν αὐτονομία. […]
Ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος «δεδανεισμένον» τὸ εἶναι του, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει «δεδανεισμένην» καὶ τὴν αὐτονομία του. Καὶ ἐπειδὴ ἡ αὐτονομία, ὅπως καὶ τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου, προσφέρεται ως δωρεά, τὸν καθιστᾶ ὄντως αὐτόνομο· τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν αὐτονομία τῆς φιλαυτίας καὶ τὸν εἰσάγει στὴν αὐτονομία τῆς υἱοθεσίας του ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ τῆς θεώσεως. […]
Ὅσο περισσότερο προσεγγίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν Χριστό, τόσο περισσότερο κατανοεῖ τὸν βαθύτερο ἑαυτό του καὶ ζεῖ τὴν ἀληθινὴ αὐτονομία. Αὐτὴ κορυφώνεται μὲ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, ποὺ καθιστᾶ ψηλαφητὴ καὶ τὴν μετάβαση ἀπὸ τὴν ἑτερονομία στὴν χαρισματικὴ αὐτονομία. Γιατί, ὅπως εἶναι φυσικό, κανεὶς δὲν εἶναι πιὸ ἐλεύθερος καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ αὐτόνομος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ νικᾶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου.
Ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ ἔχει δυναμικὸ χαρακτήρα. Δὲν ἐκδιπλώνεται σὲ ἕνα ἀλλὰ σὲ περισσότερα ἐπίπεδα. Τὰ ἐπίπεδα αὐτά, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὰ στάδια τῆς πνευματικῆς τελειώσεως τῶν πιστῶν, συνοψίζονται συνήθως σὲ τρία: α) τῶν δούλων, β) τῶν μισθωτῶν καὶ γ) τῶν ἐλευθέρων ἢ τέκνων τοῦ Θεοῦ. Στὰ δύο πρῶτα ἐπίπεδα ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ λειτουργεῖ ἑτερόνομα σύμφωνα μὲ τὸν νομοδότη Θεό, ἐνῶ στὸ τρίτο αὐτόνομα μέσα στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Στὸ πρῶτο ἐπίπεδο τὸ κίνητρο τῆς ἠθικῆς συμπεριφορᾶς εἶναι ὁ φόβος τῆς τιμωρίας, στὸ δεύτερο ἡ ἐλπίδα τῆς ἀμοιβῆς, ἐνῶ στὸ τρίτο ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀγάπη. Στὸ πρῶτο ἐπίπεδο ὁ ἄνθρωπος ἐνεργεῖ δουλικά, στὸ δεύτερο ὠφελιμιστικά, ἐνῶ στὸ τρίτο κινεῖται μὲ ἐλευθερία καὶ ἀνιδιοτέλεια. Στὰ δύο πρῶτα ἐπίπεδα ἡ ἠθικὴ ζωὴ παραμένει ἀτελὴς καὶ προκαταρκτική, ἐνῶ στὸ τρίτο γίνεται πλήρης καὶ αὐθεντική. Στὸ τελευταῖο ἐπίπεδο ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ λειτουργεῖ αὐτόνομα ὡς ἠθικὴ τῆς ἐλευθερίας, τῆς αὐτονομίας, τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. […]


Γεώργιος Ἰ. Μαντζαρίδης, Αὐτονομία καὶ ἑτερονομία στὴν ἠθική, περ. Σύναξη, Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2014, τ.132   

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

«ἐλεημοσύνη» ἢ κοινωνία;

Γιῶργος Κόρδης

Δὲ σώζει τὸν ἄνθρωπο τὸ νὰ ἐλεήσει ἕναν· ἀντίθετα, τὸ νὰ καταφρονήσει ἕναν, τοῦ προξενεῖ τὴν κόλαση. […]
Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὸν πλησίον του ὅπως τὸν ἑαυτό του, δὲν ἀνέχεται νὰ ἔχει τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸν πλησίον του. Ἂν τώρα ἔχει, ἀλλὰ δὲν τὰ μοιράζει ἄφθονα, ὥστε νὰ γίνει καὶ ὁ ἴδιος φτωχὸς καὶ νὰ ἐξομοιωθεῖ μὲ τοὺς πλησίον, δὲν εἶναι ἐκπληρωτὴς τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου. Τὸ ἴδιο κι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ δίνει σὲ ὅλους ὅσοι τοῦ ζητοῦν, ἂν συμβεῖ νὰ ἔχει ἔστω καὶ ἕνα νόμισμα ἢ ἕνα κομμάτι ψωμὶ καὶ ἀρνηθεῖ σὲ κάποιον ποὺ τοῦ ζητεῖ. Ἐπίσης κι ἐκεῖνος ποὺ δὲν κάνει στὸν πλησίον ὅσα καὶ αὐτὸς θέλει νὰ τοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι. Ἔτσι κι ἐκεῖνος ποὺ ἔθρεψε, ξεδίψασε καὶ ἔντυσε κάθε φτωχὸ καὶ ἐλάχιστο καὶ τοῦ ἔκανε καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ἂν καταφρονήσει καὶ παραβλέψει ἕνα μόνο ἀπὸ αὐτούς, θὰ θεωρηθεῖ ὅτι παρέβλεψε πεινασμένο καὶ διψασμένο τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, τὸ Θεό.

Ἁγίου Συμεὼν Νέου Θεολόγου, 154 Θεολογικὰ καὶ Πρακτικὰ Κεφάλαια, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ´, μτφρ. Ἀντώνιος Γ. Γαλίτης, ἐκδ. Τὸ περιβόλι τῆς Παναγιᾶς, Θεσσαλονίκη 31997




σημείωση Domenico: ἡ ὑπαρκτικὴ ὁριογραμμὴ μεταξὺ ἀστικῆς ἐλεημοσύνης καὶ ἐκκλησιαστικοῦ βίου εἶναι ἡ καθολικότητα τῆς κοινωνίας. Ἡ πρώτη προοπτικὴ θεριεύει τὸ κυριαρχικὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοεπιβεβαίωσης τεμαχίζοντας τὴ φύση· ἡ δεύτερη ζυμώνει τὸν ἑαυτὸ στὸν Γολγοθὰ τοῦ ὁμοουσίου μεταγγίζοντας στὴ φύση τὴν ἀνοιχτοσιὰ τῆς χάρης...
  

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Ἀπόστολος Παῦλος - Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν καὶ ὄχι τῶν ἐθνικισμῶν


Ἀρχιμ. Συμεὼν Βολιώτη, Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, Πνύκα 29/06/2016
https://www.youtube.com/watch?v=bNBsf42i4do



Μακαριώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς
Ἐντιμότατοι Ἄρχοντες
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοὶ

Ἡ σημερινὴ ἑόρτιος λατρευτική μας σύναξη μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα γιὰ μία ἀκόμη φορὰ νὰ ἀναπέμψουμε ὕμνους καὶ δοξολογίες πρὸς τὸν Ἅγιο Θεὸ μας καὶ νὰ εὐχαριστήσουμε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὴν Παναγία Τριάδα, διότι αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο, αὐτὸν ἐδῶ τὸν χῶρο, αὐτὴν τὴν γῆ, πρὶν ἀπὸ εἴκοσι περίπου αἰῶνες, τὴν εὐλόγησε ἡ παρουσία καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ καὶ ἱδρυτοῦ τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας.
Εὐλογία Θεοῦ ὁ ἐρχομὸς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν Ἀθήνα τοῦ 1ου μετὰ Χριστὸν αἰῶνα, στὴν πρωτεύουσα τῆς δημοκρατίας, στὴν Ἀκρόπολη τῆς φιλοσοφίας, στὸ ἀρχέγονο ζυμωτήριο τῶν ὑπαρξιακῶν ἀναζητήσεων.
Εὐλογία Θεοῦ, ποὺ οἱ προπάτορές μας «Ἀθηναῖοι καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαίρουν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον» (Πράξεις 17,21) καὶ ἔτσι τὸ 51 μ.Χ. ὁδήγησαν τὸν Ἀπόστολο Παῦλο σὲ αὐτὸν τὸν Ἱερὸ Βράχο, ἐδῶ στὸν Ἄρειο Πάγο, στὸν χῶρο καὶ στὸν τρόπο ποὺ ἡ κοινωνία τῶν ἀθηναίων πολιτῶν ἱερουργοῦσε τὸ λειτούργημα τῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ γνωρίσουν «τὶς ἡ καινὴ ὑπὸ αὐτοῦ λαλουμένη διδαχή» (Πράξεις 17,20).
Στάθηκε σὲ αὐτὸ τὸ βῆμα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γιὰ νὰ βεβαιώσει περίτρανα ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τὸ Εὐαγγέλιο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης, ἀπευθύνεται μὲ ἀπεριόριστο σεβασμὸ στὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς, στὸν ἄνθρωπο ὁποιασδήποτε φυλετικῆς προέλευσης καὶ πολιτιστικῆς παράδοσης, μὲ σεβασμὸ στὴν πίστη του καὶ στὰ σεβάσματά του.
Αὐτὸς ὁ Παῦλος, ὅπου, ἐνῶ «παρωξύνετο τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ θεωρούντι κατείδωλον οὖσαν τὴν πόλιν» (Πράξεις 17,16), ἐντούτοις προσεγγίζει μὲ μεγαλειώδη ἀρχοντιά, εὐγένεια καὶ λεπτότητα τὴν θρησκευτικὴ ἑτερότητα τῆς τότε Ἀθήνας: «ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ» (Πράξεις 17, 22).
Ἀνεβαίνει σὲ αὐτὸ τὸ βῆμα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπευθυνόμενος σὲ ἑτερόθρησκους καὶ ἀλλογενεῖς του, γιὰ νὰ φανερώσει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἀπαντᾶ στὸν καλοπροαίρετο ἀναζητητὴ κάθε ἐποχῆς, στὸν κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως ποὺ ψάχνεται, ποὺ θέτει ἐρωτήματα καὶ ἔχει ὑπαρξιακὲς ἀγωνίες, στὸν ἀνοιχτὸ ἄνθρωπο, ποὺ δὲν εἶναι ἀγκιστρωμένος οὔτε στὴν αὐτάρκεια τῶν θρησκευτικῶν του βεβαιοτήτων οὔτε στὴν τυρρανικὴ θρησκοληψία τῆς ἀθεΐας του καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει τὸν Ἄγνωστο σὲ αὐτόν, μὰ μόνο Ἀληθινὸ Θεό: «διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὖρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, Ἀγνώστῳ Θεῷ. ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν» (Πράξεις 17, 23).
Ἴσταται ὁ Παῦλος σὲ αὐτὸ τὸ βῆμα καὶ ἀτενίζει ὅλη τὴν οἰκουμένη, στρέφει τὸ πρόσωπό του σὲ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, σὲ Ἀνατολή, σὲ Δύση, σὲ Βορρᾶ καὶ Νότο, καὶ στεντορείᾳ τῇ φωνῇ διακηρύττει στὴν ἀνθρωπότητα: «ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων….αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα· ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς» (Πράξεις 17, 24-27).
Ἐνάντια στὴν λαίλαπα τῆς ἐθνοκεντρικῆς αὐταρέσκειας καὶ τῆς μισαλλοδοξίας, ἐνάντια στὰ ἄκρα τοῦ ἐθνικισμοῦ ἀπὸ τὴ μιὰ ποὺ ἐπιδιώκει τὴν βίαιη ἐπικράτηση μίας ἐθνικῆς ταυτότητας σὲ βάρος ὅλων τῶν ἄλλων καὶ τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ ποὺ ἐπιδιώκει τὴν κατάργηση κάθε ἐθνικῆς ταυτότητας καὶ τὴν πολτοποίηση τους ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀπέναντι στὴν τυφλὴ βία τῶν κάθε εἴδους ἰμπεριαλιστικῶν συμφερόντων, ἀπέναντι στὰ ἀπειλητικὰ ναζιστικὰ παγανιστικὰ μορφώματα, ποὺ ὀρέγονται τὴν παλλινόστηση τοῦ φασισμοῦ καὶ τῆς τυρρανίας, ἀπέναντι στὴν τρομοκρατία τῶν κρατικῶν ἢ ἰδιωτικῶν κεφαλαιοκρατικῶν ἐπιδιώξεων, ἀπέναντι στὴν ἀσύμμετρη ἀπειλὴ τοῦ θρησκευτικοῦ φονταμενταλισμοῦ, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ αὐτὸ τὸ βῆμα λιτὰ καὶ ἀπέριττα ξεκαθαρίζει ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα τὴν αἰώνια Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου: «τοῦ γὰρ καὶ γένους ἐσμέν» (Πράξεις 17, 29).
Ἔρχεται νὰ φανερώσει ὅτι εἶναι ὁ Πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν καὶ ὄχι τῶν ἐθνικισμῶν, ὁ Ἀπόστολος τῆς Οἰκουμένης καὶ ὄχι τῶν φυλετισμῶν, ὁ Ἀπόστολος τῆς Ἀγάπης καὶ ὄχι τῶν ἰδεολογημάτων, καὶ μᾶς καλεῖ ὅλους ἀνεξαιρέτως σὲ μετάνοια ἀπὸ τὸν ἀτομικό, τὸν συλλογικό, τὸν κρατικό, τὸν φυλετικό, τὸν θρησκευτικό, τὸν ἰδεολογικὸ καὶ ὁποιονδήποτε ἄλλο ἐγωισμό μας: «ὁ Θεὸς τὰ νῦν παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν» (Πράξεις 17, 30).
Ὁ Παῦλος δὲν ἔκρυψε ποτὲ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν πατρίδα του. Ἄλλωστε πατριωτισμὸς καὶ ἐθνικισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς δύο διαφορετικὲς ἔννοιες, ἀλλὰ δύο ἀντίθετες καὶ ἀσυμβίβαστες μεταξύ τους ἔννοιες. Ἔχει ταυτότητα καὶ αὐτοσυνειδησία ὁ Παῦλος στὴν ὁποῖα συχνὰ πυκνὰ ἀναφέρεται. Γι᾽ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀκόμη σπουδαιότερο ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, αὐτῆς τῆς παράδοσης καὶ αὐτῆς τῆς κουλτούρας, ἀναδεικνύεται Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν καὶ ὄχι τῶν ἐθνικισμῶν.
«ἐγὼ μὲν εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος, γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας, ἀνατεθραμμένος δὲ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλ, πεπαιδευμένος κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ πατρῴου νόμου, ζηλωτὴς ὑπάρχων τοῦ Θεοῦ, καθὼς πάντες ὑμεῖς ἐστε σήμερον» (Πράξεις 22, 3-6). Ὁ Παῦλος εἶναι ἀληθινὸς πατριώτης. Ὁ ἀληθινὸς πατριώτης ἀγαπᾶ τὴν πατρίδα του, καὶ κάθε πατρίδα εἶναι ἀξιαγάπητη, ἀλλὰ λατρεύει μόνον τὸν Θεό, τὸν κοινὸ Πατέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ κάθε πατρίδας.
Δὲν κρύβει ὁ Παῦλος οὔτε ὡραιοποιεῖ τὸ παρελθόν του. Ὅποιος δὲ διδάσκεται ἀπὸ τὴν ἱστορία του, εἴτε πρόκειται γιὰ ἀτομικὴ εἴτε γιὰ συλλογικὴ ὀντότητα, δὲν ἔχει μέλλον, καὶ ἡ μετάνοια του εἶναι προσχηματικὴ καὶ δὲν ἔχει καρπούς.
«Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφὴν ποτε τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων» (Γαλάτας 1, 13-15), ἐξομολογεῖται ὁ Παῦλος.
Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή του δὲν εἶναι ἕνα ἀτομοκεντρικὸ γεγονὸς μὲ ἠθικοπλαστικὸ χαρακτήρα. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Παύλου ἀλλάζει τὴν πορεία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας: «σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὖτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραήλ· ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω αὐτῷ ὅσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν» (Πράξεις 9, 15-16). Γίνεται πλέον ζηλωτὴς τῆς ρητῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου: «πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθαῖος 28, 19).
Δὲν πτοεῖται οὔτε ἀπὸ τὴν προκατάληψη ποὺ βιώνει οὔτε ἀπὸ τὶς ἐναντίον του ἐπιβουλὲς οὔτε ἀπὸ τοὺς κινδύνους, καθὼς ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς μεταστροφῆς του γίνεται στὸχος θανάτου.
Ἔχει πλήρη ἐπίγνωση ὅτι ἡ ὑπέρβαση τοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ ἡ ἐν Χριστῷ πορεία πρὸς τὰ ἔθνη εἶναι μία πρόσκληση τοῦ Θεοῦ σὲ ἕνα ἄθλημα καὶ μαρτύριο θυσίας, τὸ ὁποῖο ἀποφασίζει θεληματικὰ καὶ ἐκούσια νὰ ἀκολουθήσει.
Ὁ Παῦλος εἶναι ὁ διάκονος τῶν ἐθνῶν καὶ ὄχι τῶν ἐθνικισμῶν, διάκονος «καινῆς διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλὰ πνεύματος· τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτέννει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ» (Β´ Κορινθίους 3, 6).
Ὁ Παῦλος δὲν εἶναι ὁ θεωρητικὸς ἑνὸς σκοτεινοῦ γραφείου, ὁ ἰδεολογικὸς μέντορας καὶ ἀτσαλάκωτος ἰνστρούκτορας μίας νέας θρησκευτικῆς μεσσιανικότητας καὶ ἐθνικῆς ἐσχατολογίας.
Πορεύεται πρὸς τὰ ἔθνη ὁδοιπορώντας χιλιάδες χιλιόμετρα, μεταναστεύει, ξενιτεύεται, γίνεται πρόσφυγας καὶ ναυαγός, μπαίνει σὲ περιπέτειες καὶ ὑποφέρει, διότι εἶναι ὄντως τέκνο τοῦ Ἀβραάμ, καθὼς ὅπως καὶ ὁ προπάτοράς του Ἀβραάμ, ὑπακούει στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἂν σοι δείξω» (Γένεσις 12, 1).
Πορεύεται πρὸς κάθε ἄνθρωπο καὶ πρὸς κάθε λαό, διασχίζοντας ὅλη σχεδὸν τὴν τότε αὐτοκρατορία, γιὰ νὰ τὸν εἰσαγάγει στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος καὶ νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ κάθε ἐγκοσμιοκρατικὸ προσανατολισμὸ καὶ συμφέρον: «οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β´ Κορινθίους 3, 18).
Στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος, τὴν ἀληθινὴ πνευματικὴ ζωή, δὲν ἔχουν θέσει τὰ ἀμυντικὰ σύνδρομα, ἡ κρατικὴ αὐτοαπομόνωση, ἡ ἄγονη προσκόλληση στὸ παρελθόν, ἡ κατ᾽ ἐπάγγελμα ἐθνικοφροσύνη, ἡ ξενοφοβία, ὁ ρατσισμός, οἱ κάθε ἀπόχρωσης σωβινισμοὶ ἢ τζιχαντισμοὶ καὶ τὰ συλλογικὰ μίση.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Πνεύματος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἐθνικιστής, καὶ ὁ ἐθνικιστὴς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Πνεύματος κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου.
«ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὖτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ. οὐ γὰρ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ᾽ ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ, ὁ πατήρ. αὐτὸ τὸ Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμὲν τέκνα Θεοῦ» (Ρωμαίους 8, 14-17). Ὅποιος ἄγεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνεται τὸν Θεὸ ὡς Πατέρα του, αἰσθάνεται τέκνο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀδελφὸς ἐν Χριστῷ τοῦ κάθε ἀνθρώπου, μέλος τῆς μεγάλης οἰκογένειας, τῆς μίας καὶ μοναδικῆς ἀνθρωπότητας.
Κατὰ τὸν Παῦλο «οὐ τὰ τέκνα τῆς σαρκὸς ταῦτα τέκνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τέκνα τὴς ἐπαγγελίας» (Ρωμαίους 9, 8). Ὁ παύλειος λόγος εἶναι ἀπόλυτα σαφής: ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι «τέκνο τῆς σαρκός».
Ὁ Παῦλος διδάσκει ὅτι ἡ κατὰ Θεὸν δικαίωση δὲν ἔρχεται μὲ τὸν ἀνώφελο ζηλωτισμό: «μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς ὅτι ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ᾽ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν. ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν» (Ρωμαίους 10, 2-3). Ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι μία μορφὴ ἐπικίνδυνου ζηλωτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπολυτοποιεῖ καὶ θεοποιεῖ τὸ ἐθνοφυλετικὸ «ἴδιον».
Ὁ ἀρρωστημένος ζηλωτισμὸς συμπλέει πολλὲς φορὲς μὲ τὴν στείρα παραδοσιολαγνεία καὶ τὴν καθ᾽ ἕξιν πατριδοκαπηλεία. Ὁ ἁγνὸς ὅμως καὶ ἄδολος πατριωτισμός, τὸν ὁποῖο εἶχε ὁ Παῦλος, δὲν βρίσκεται στὰ βαρύγδουπα συνθήματα οὔτε στὶς κραυγὲς ἑνὸς γραφικοῦ συντηρητισμοῦ οὔτε πολὺ περισσότερο στοὺς μεγαλοιδεατισμοὺς τῆς ἐθνικιστικῆς μεσσιανικότητας, ἀλλὰ στὸ γνήσιο πατριωτικὸ ἦθος, τὸ ὁποῖο εἶναι ἄρρηκτα δεμένο μὲ τὴν θυσιαστικότητα, τὴν ὑπέρβαση τῶν ἐγωισμῶν, τὴν προσφορὰ καὶ τὴν ἀνάληψη προσωπικοῦ κινδύνου καὶ κόστους. Ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι βόλεμα, ὁ πατριωτισμὸς εἶναι μόνιμη διακινδύνευση:
«κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσςῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις» (Β´ Κορινθίους 11, 26-37)
Ἡ «μέριμνα πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν» (Β´ Κορινθίους 11, 27) ἐνέπνευσε τὸν Παῦλο νὰ ἐπιχειρήσει ἕνα ἐκπληκτικὸ τόλμημα ὑπέρβασης ὄχι μόνο τῶν ἐθνοφυλετισμῶν, ἀλλὰ καὶ κάθε εἴδους ἀπόστασης καὶ ἐμποδίων, ἀκόμη καὶ ἀπόλυτα ἀντικειμενικῶν, ὅπως τὸ δύσκολο καὶ ἀπρόσιτο τῆς ἐπικοινωνίας καὶ τῶν συγκοινωνιῶν μεταξὺ τῶν τότε πόλεων. Ἡ Λογία μεταξὺ τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων (π.χ. Α´ Κορινθίους 16, 1-2 κ.ἑπ.) εἶναι μία συγκινητικὴ ἀπόδειξη ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καταργεῖ κάθε ἐμπόδιο, κάθε δυσκολία, κάθε ἐπιφύλαξη καὶ προκατάληψη, καὶ δημιουργεῖ μία νέα πραγματικότητα, μία ἐσχατολογικὴ πραγματικότητα μέσα στὴν σάρκα καὶ στὴν τραγικότητα τῆς ἱστορίας.
Ἡ πρόταση ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία κομίζει ὁ Παῦλος στὰ ἔθνη, δὲν εἶναι ἕνας ἐλιτίστικος πλουραλισμός, μία ἐπιλεκτικὴ ἀνεκτικότητα στὴν διαφορετικότητα, μία ἀφ᾽ ὑψηλοῦ κατανόηση τοῦ ἄλλου, ἕνας θεωρητικὸς διεθνισμός, ἀλλὰ ἕνας παροξυσμὸς ἔμπρακτης ἀγάπης. Ἡ πρόταση τοῦ Παύλου στὸν σύγχρονο κόσμο, στὴν σημερινὴ ἀνθρωπότητα, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐπίκαιρη· εἶναι μονόδρομος: «κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων» (Ἑβραίους 10, 24-25).
Τὸ μήνυμα καὶ ἡ διδαχὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου βρίσκει καὶ σήμερα τὴν ἀνθρωπότητα μέσα σὲ στάδια ἐντόνων διεργασιῶν καὶ μεγάλης μεταβλητότητας. Μία ἀνθρωπότητα μουδιασμένη καὶ ἀπογοητευμένη. Μία ἐξαγριωμένη Ἀνατολὴ βομβαρδισμένη ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῆς Χριστιανικῆς Δύσης καὶ μία ἐκκοσμικευμένη Δύση τρομαγμένη καὶ βαθιὰ πληγωμένη ἀφενὸς μὲν ἀπὸ τὴν ἐκδικητικὴ βία τῆς ἰσλαμικῆς Ἀνατολῆς, ποὺ ἐπελαύνει, καὶ ἀφετέρου ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ἐθνικιστικὴ μισαλλοδοξία, τὸν νεοναζισμὸ καὶ τὰ ἄλλα μορφώματα, ποὺ ἡ ἴδια ἐκτρέφει καὶ θάλπει μέσα ἀπὸ τὴν ἀπαξίωση τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν καὶ τὴν οἰκονομικὴ ἀνισότητα, τὴν ἀδυναμία διαμόρφωσης καὶ ἐπιβολῆς κοινωνικῶν πολιτικῶν προστασίας τῶν ἀδυνάτων, τὴν ἀνεξέλεγκτη πτωχοποίηση τῶν παραγωγικῶν τάξεων, τὴν θεοποίηση τῆς ἀτομοκρατίας καὶ τὸ γκρέμισμα κάθε ἀξίας νοήματος ζωῆς μπροστὰ στὸ ἰδεολόγημα τοῦ δῆθεν σεβασμοῦ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὴν εἰδωλοποίηση τῆς κάθε εἴδους ἐκκεντρικότητας. Καὶ μέσα σὲ ὅλα αὐτά, ἡ κτηνωδία τῶν πολέμων ὁδηγεῖ στὴν τραγωδία τῆς προσφυγιᾶς ἑκατομμύρια ἀνθρώπινες ψυχὲς καὶ παράλληλα ὑψώνονται καὶ πάλι τείχη καὶ συρματοπλέγματα ἐθνοφυλετικῶν ἐγωισμῶν καὶ μονόπλευρων συμφερόντων.
Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιρα, ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος μὲ τὸν διαχρονικό του λόγο συνεχίζει ἀμείωτα νὰ εὐαγγελίζεται στὴν ἀνθρωπότητα, καὶ ἰδιαίτερα στὸν χριστιανικὸ κόσμο, τὴν μόνη ρεαλιστικὴ πρόταση λύσης τοῦ δράματός της:
«πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστὲ διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλάτας 3, 26-29)
«εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα· εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ὑμῖν» (Ἐφεσίους 4, 6)
«οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολοσσαεῖς 3, 11-12).
Ὁ σύγχρονος, ὅμως, κόσμος δείχνει ἀμετανόητος ἀπὸ τὶς τραγικὲς συνέπειες τοῦ ἀπώτερου καὶ τοῦ πρόσφατου παρελθόντος. Οἱ ἐθνικισμοὶ καὶ οἱ ἐθνοφυλετισμοὶ ζοῦν καὶ βασιλεύουν ἀκόμη καὶ στὸν ὀρθόδοξο κόσμο, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας τόλμησε καὶ καταδίκασε συνοδικῶς τὸ 1872 τὸν ἐθνοφυλετισμὸ ὡς αἵρεση. Μία συνοδικὴ Ἀπόφαση μὲ πανορθόδοξο κύρος καὶ καθολικὴ ἰσχύ, ἡ δυναμικὴ τῆς ὁποίας ἐπιβεβαιώθηκε πολὺ πρόσφατα, πρὸ ὁλίγων ἡμερῶν, στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.
Κι ὅμως, ἡ θρησκεία ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται καὶ σήμερα ὡς ἐργαλεῖο γεωστρατηγικῆς καὶ οἰκονομικῶν ἐπιδιώξεων. Καὶ σήμερα ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν συλλογικὲς ὀντότητες καὶ κρατίδια, ποὺ συστηματικὰ πλαστογραφοῦν τὴν διαχρονικὴ ἱστορία, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὸν ἐθνοφυλετικὸ ἀλυτρωτισμό τους. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖο μᾶς πονᾶ ἰδιαίτερα, ἡ πλαστογράφηση τῆς ἱστορίας τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας μας καὶ ὁ σφετερισμὸς τοῦ γλυκύτατου ὀνόματός της καὶ τῶν ἀρχαίων συμβόλων της.
Καὶ σήμερα ὑπάρχουν χριστιανικὰ κράτη, τὰ ὁποῖα νοσταλγοῦν τὰ τείχη τῆς ἐθνικιστικῆς φοβικότητας καὶ τὰ ἀγκαθωτὰ συρματοπλέγματα τῶν κρατιδιακῶν τους συμφερόντων.
Ἕνας πτωχὸς καὶ ἄσημος ἁγιορείτης καλόγερος, νῦν Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, πολίτης τῆς μοναδικὰ καὶ πραγματικὰ ἐφαρμοσμένης πολυεθνικῆς, πολυφυλετικῆς, πολυπολιτισμικῆς, πολυγλωσσικῆς καὶ ἀταξικῆς δημοκρατικῆς πολιτείας, τῆς μοναστικῆς δηλαδὴ πολιτείας, ἔγραφε ἀπὸ τὴν καλύβα του:
«Ἡ καρδιά, ὅταν εἶναι ὁλόκληρη στὸν Θεὸ δοσμένη, τότε, φυσικά, εἶναι καὶ σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο μοιρασμένη, καὶ ἡ ἀγάπη τότε εἶναι θεοποιημένη. Ἡ μεγάλη αὐτὴ θεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δὲν κλείνεται οὔτε μέσα στὴν καρδιὰ οὔτε σὲ σπίτι οὔτε σὲ κτήρια συλλόγων οὔτε μὲ ἀγκαθωτὰ σύρματα συνόρων, διότι ὁ Χριστὸς δὲν κλείνεται. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀγκαθωτὰ σύρματα στὰ σύνορα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, αὐτὸ φανερώνει τὴν ἀγκαθοποιημένη πνευματική μας κατάσταση, καὶ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φέρουμε καὶ δὲν εἴμαστε στὴν οὐσία Χριστιανοὶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μόνον κλείνουμε, καὶ ὄχι τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος δὲν κλείνεται. [..] Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχῃ τὴν Ἀγάπη (τὸν Χριστό), καὶ βουβὸς νὰ εἶναι, μπορεῖ νὰ συνεννοηθῇ μὲ ὅλα τὰ δισεκατομμύρια τῶν λαῶν καὶ μὲ τὴν κάθε ἡλικία ἀκόμη τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔχει κι αὐτὴ τὴ δική της γλῶσσα» (Ἐπιστολές, Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 2005, σ.191, σ.194).
Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν καὶ ὄχι τὸν ἐθνικισμῶν Παῦλος ὡς πνευματικός μας πατέρας ἀπευθύνεται καὶ σήμερα σὲ ὅλους μας καὶ μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀποτινάξουμε τὴν φοβικότητα, νὰ ἀνοιχτοῦμε στὴν σκανδαλιστικὴ πρόκληση μετοχῆς στὸ ἄθλημα τῆς κοινωνίας τῶν σχέσεων. Ἀπευθύνεται καὶ πάλι στὴ δική μας δοκιμαζόμενη πατρίδα, στὴ δική μας πονεμένη καὶ πολλάκις προδομένη πατρίδα, στὴν πατρίδα μας ποὺ βιώνει καὶ πάλι ὁριακὲς στιγμὲς τῆς σύγχρονης ἱστορίας της, στὴν πατρίδα μας ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι τιμᾶ μὲ πράξεις, ποὺ κοστίζουν, καὶ ὄχι μὲ ἀνέξοδες θεωρίες τὸ πανανθρώπινο κεκτημένο τῶν ἀξιῶν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς φιλαδελφείας, καὶ σὲ μία πατρίδα συγχρόνως ὅπου ἡ ἀπειλὴ τῆς γκετοποίησης, τῆς μισαλλοδοξίας καὶ τοῦ ἐθνικισμοῦ καραδοκεῖ, καὶ καταθέτει ἕνα δυναμικὸ προσκλητήριο:
«εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες. ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν· μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (Ρωμαίους 12, 18-21).
Μέσα στὴ δίνη τῶν ἀλυσιδωτῶν γεωπολιτικῶν ἀναταράξεων καὶ τῆς ὡμῆς σύγκρουσης συμφερόντων ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει ὅτι «νυνὶ δὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγεννήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσίους 2, 13-14).
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καταργεῖ κάθε ἔχθρα, κάθε ἀντιπαλότητα, κάθε φραγμὸ ἀτομικῶν ἢ συλλογικῶν συμφερόντων, κάθε ἰδιοκτησιακὴ ἀντίληψη περὶ τοῦ Θεοῦ, κάθε ψευδαίσθηση φυλετικῆς καθαρότητας καὶ ὑπεροχῆς. Μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ κάθε ἐγκοσμιοκρατικὸ ἐγκλωβισμό, ἀπὸ κάθε ἐθνικισμό, ἀπὸ κάθε εἴδους ἀνελευθερία.
«οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβραίους 13, 14-15).
Ἔχουμε κοινὴ πατρίδα.
Τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἔχουμε κοινὴ πατρίδα.
Τὴν Θεία Λειτουργία.
Ἔχουμε κοινὴ πατρίδα.
Τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας.
Τὴν πραγμάτωση τῆς Βασιλείας μέσα στὴν ἱστορία.
Ἡ Βασιλεία. Αὐτὴ εἶναι ἡ πατρίδα μας.
Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.





Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

τὸ μαρτύριο τῆς σκέψης

Ἡ Φιλοσοφία εἶναι ἕνα ἰδιόμορφο μαρτύριο. Ἐδῶ ἡ σκέψη θρυμματίζεται στὶς σκοτεινὲς ἀβύσσους καὶ τοὺς ἄγριους κρημνοὺς τοῦ μὴ εἶναι καὶ τοῦ πᾶν - εἶναι. Γι’αὐτὸ οἱ φιλόσοφοι εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον θλιμμένοι καὶ τραγικοὶ ἄνθρωποι. Ἄλλοτε εἶναι ἀπελπισμένοι, γιατὶ ἡ σκέψη τους τοὺς ὁδηγεῖ σὲ τέτοιους λαβύρινθους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει οὔτε ἐπιστροφὴ πρὸς τὰ πίσω οὔτε διέξοδος πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἄλλοτε εἶναι ἐπαναστάτες, γιατὶ ἡ σκέψη τους ἔχει ἐξαγριωθεῖ ἀπὸ τὴ φρίκη τῶν μυστηρίων αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Οἱ φιλόσοφοι ἄλλοτε ἔχουν ἕνα σκληρὸ σαρκασμό, γιατὶ ἡ σκέψη τους δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀνακαλύψει αὐτὴ τὴ μυστικὴ σταγόνα ἀπὸ μέλι ποὺ κρύβεται στοὺς πυρῆνες τῶν ὄντων καὶ τῶν κτισμάτων. […]
Μὲ ὅλες τὶς γνώσεις του ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα σκιῶδες καὶ «ἀλαλάζον» μηδὲν (Α´ Κορ. 13, 2). Ὅταν κοιτάξει εἰλικρινῶς τὸν ἑαυτό του καὶ ὅλες του τὶς γνώσεις, πρέπει νὰ αἰσθανθεῖ φρίκη ἐμπρὸς στὴ ματαιότητά του, τὴ μηδαμινότητά του, τὴν ἀδυναμία του. […]
Ἔξω ἀπὸ τὸ Θεάνθρωπο Χριστὸ εἶμαι ὅλος θνητός, αἰσθάνομαι ὅλος «μηδὲν ὤν». Πράγματι ὁ νοῦς μου εἶναι στεῖρος καὶ ἄγονος σὰν ἕνα ἄπειρο «μηδὲν» καὶ ὅλος ἐγώ, μὲ ὅλη μου τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴ συνείδηση, ἀκατάπαυστα εἶμαι ὑπερφυσικὰ ἀλλὰ καὶ φυσικὰ ἕνα ἀτελείωτο «μηδέν». Εἶμαι καὶ φυσικὰ ὅλος «μηδέν», ἀφοῦ κατὰ τὴ φυσικὴ πλευρὰ τῆς ὑπάρξεώς μου, εἶμαι ὑποταγμένος στὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου καὶ τῆς φθορᾶς. Ἐφόσον ὁ νοῦς καὶ ἡ σκέψη ἡ ἀνθρώπινη δὲ λογοποιηθεῖ καὶ χριστοποιηθεῖ, παραμένει ὁριστικὰ φανταστικὴ «φρεναπάτη», καὶ πρῶτα γι’ αὐτὴν τὴν ἴδια. […]
Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο «ἄλγημα» (Ἐκκλ. 1, 18) καὶ βάσανο ἀπὸ τὴ σκέψη, αὐτὴ καθεαυτήν! Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη κόλαση ἀπὸ τὴ σκέψη μόνη στὸν ἑαυτό της καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό της, τελείως ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ Δημιουργὸ καὶ Θεὸ τῆς σκέψεως, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὸ Θεὸ Λόγο. […]

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ὁδὸς Θεογνωσίας, ἐκδ. Γρηγόρη, 2Ἀθήνα 1992



Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Πατρίδα ἢ Κράτος;

Ἕλληνες εἶστε καὶ φαίνεστε!
(…καὶ δυὸ κλούβια αὐγὰ Τουρκίας)

σκηνὴ ἀπὸ τὴν ταινία «Ὁ Σὰν Μικέλε εἶχε ἕναν κόκορα» τῶν ἀδελφῶν Ταβιάνι

[…] Εἶναι ντροπή, λοιπόν, νὰ νιώθεις ἕλληνας, ἔτσι γενικὰ κι ἀόριστα; Ὅσοι νιώθουν ἕλληνες εἶναι γιὰ τοὺς ἀναρχικοὺς/ἀντιεξουσιαστὲς τὸ ἴδιο; Ὅποιος, λοιπόν, μιλᾶ ἑλληνικά, προσπαθεῖ, μὲ ὄνυχες καὶ ὀδόντες, νὰ διατηρήσει τὴν (ὅποια) συνέχειά του μέσῳ τῆς μνήμης στὸν παρόντα τόπο, εἶναι ἕνα σιχαμένο ἀνθρωπάριο; Ὅποιος δὲν ἐγκαταλείπει ὅσους δικούς του ἔχει ἐν ζωῇ, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τοὺς τάφους τῶν προγόνων του, γιὰ νὰ κυνηγήσει, ὡς νεο-αστικὸς «νομάς», καριέρα καὶ πλούτη εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, εἶναι ὀπισθοδρομικὸς κι ἐπιεικῶς καθυστερημένος; Μήπως τὰ ἀνωτέρω εἶναι καλῶς καμωμένα, μόνο ἂν γίνεται λόγος, φερ’ εἰπεῖν, γιὰ Ἰνδιάνους; Σίγουρα ὄχι, γιὰ τὴν τρωκτικὴ ἀφεντιά μου. Ἐν ἀρχῇ, ἂς ἀναφερθεῖ πὼς συλλογικὲς εὐθύνες ἐπέβαλαν προσωπικότητες ὅπως ὁ Χίτλερ, ὁ Στάλιν καὶ ὁ Κεμάλ· σὲ καμία τῶν περιπτώσεων ἄνθρωποι ποὺ πολεμοῦν τὸ κράτος. […] Πατρίδα καὶ Κράτος εἶναι ἔννοιες ἐκ φύσεως ἀνταγωνιστικές. Τὸ ὅτι κατάφεραν οἱ κρατιστές, μὲ τοὺς μηχανισμοὺς ὑποταγῆς καὶ καθοδήγησης συνειδήσεων ποὺ διαθέτουν, νὰ πείσουν τοὺς ὑπηκόους τους, πὼς ἡ πατρίδα καὶ τὸ κράτος εἶναι ταυτόσημες πραγματικότητες, εἶναι ἴσως τὸ μεγαλύτερο ἐπίτευγμα τῆς κυριαρχίας ἀπὸ καταβολῆς της. Πατρίδα εἶναι οἱ δικοί σου ἄνθρωποι, οἱ μνῆμες ποὺ σὲ δένουν μὲ ἕναν τόπο, μὲ ἕναν γεωγραφικὸ χῶρο, μὲ βουνά, λαγκάδια, ἀκόμα καὶ μὲ τὸ σκυρόδεμα ἢ τὴν ἄσφαλτο τῆς ἀστικῆς ζούγκλας ποὺ διαβιεῖς. Πατρίδα εἶναι ἡ γλῶσσα, ἡ μητρικὴ καὶ πατρική σου γλῶσσα, μία ἢ καὶ περισσότερες, ποὺ μεταφέρουν τὴ σκέψη ἀπὸ τὸ νοῦ, στὰ χείλη κι ἀπὸ ’κεῖ στὴν ἀκοή. Πατρίδα εἶναι ὁ τόπος ποὺ αἰσθάνεσαι μέρος μιᾶς συνέχειας, ποὺ χάνεται στὸ βραχὺ ἢ μακρὺ παρελθὸν καὶ ξαναζωντανεύει μέσα ἀπὸ ἀφηγήσεις, τραγούδια καὶ μουσικές. Δὲν εἶναι ὁ ἐθνικισμὸς καὶ κανένας –ισμός, εἴτε ἀμιγῶς πολιτικὸς εἴτε συγκεκαλυμμένα πολιτικὸς ἐντὸς καλλιτεχνικοῦ γκοφρὲ περιτυλίγματος. Ὅποιος λοιπὸν ἀντιλαμβάνεται ξεκάθαρα πὼς ἡ πατρίδα εἶναι ἐχθρὸς τοῦ κράτους καὶ συνάμα ἀποστρέφεται τὴν πολιτική, σὲ ὅλες της τὶς ἀποχρώσεις δὲν εἶναι σὲ καμία περίπτωση ἀπέναντι στοὺς ἀναρχικοὺς καὶ γενικότερα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγωνιοῦν γιὰ τὴ σωματικὴ καὶ πνευματική τους ἀπελευθέρωση. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Ὡς ἐκ τούτου, καλὰ κάνει καὶ «εἶναι» καὶ «φαίνεται» ἕλληνας. Οἱ γενικεύσεις καὶ  μάλιστα τοῦ συγκεκριμένου εἴδους, προβάλλουν, ἔμμεσα ἢ ἄμεσα, τὶς πλέον σκιώδεις ἐπιδιώξεις τοῦ ἁπανταχοῦ διεθνισμοῦ, ποὺ φωνασκεῖ διαρκῶς ὡσὰν μαντρόσκυλο, πὼς «οἱ προλετάριοι δὲν ἔχουνε πατρίδα!» Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δὲν γεννήθηκαν προλετάριοι, κρέας γιὰ τὶς μηχανὲς τῶν ἐργοστασίων. Καὶ πατρίδα εἴχανε καὶ γλῶσσα καὶ συνέχεια σ’ ἕναν τόπο, ποὺ τοὺς παρεῖχε αὐτάρκεια σὲ ὅλα. Οἱ ἐξουσιαστὲς καὶ οἱ ἀναδυόμενοι κεφαλαιοκράτες βιομήχανοι τῆς πρώιμης λεγόμενης «βιομηχανικῆς ἐπανάστασης» τοὺς ξερίζωσαν κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὸν τόπο τους, γιὰ νὰ τοὺς ἐλέγξουν πολὺ εὐκολότερα, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τὸ ὅτι ὁ κομμουνισμὸς κι ὁ ἀναρχισμὸς τὸ ἔκαναν ἀπελευθερωτικὴ παντιέρα, μέχρι δυστυχῶς στὶς μέρες μας, εἶναι τὸ λιγότερο τραγελαφικό. Νὰ καμαρώνεις δηλαδὴ ποὺ τὸ κράτος καὶ τὸ κεφάλαιο σοῦ ἔκλεψαν ὅ,τι πολυτιμότερο εἶχες, τὴν πατρίδα καὶ μητρίδα σου. Λίγη σκέψη λοιπὸν παραπάνω δὲν ἔβλαψε ποτὲ κανέναν. Ἂς ἀντιληφθοῦν κάποιοι, σὲ τίνος τὸ βρώμικο παιχνίδι γίνονται, συχνότατα ἄθελά τους, συμμέτοχοι.

Πόντιξ ὁ Σισύφιος, ἐφημ. Διαδρομὴ Ἐλευθερίας, Ἰούνιος 2016, ἀρ. φ. 161     

   

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

ἡ Παλαιὰ Διαθήκη γιὰ τὸν πλοῦτο I

Ζιζὴ Μακρῆ

Κάλλιο φτωχὸς ποὺ προχωρεῖ μὲς στὴν εὐθύτητά του, παρὰ πλούσιος, ἀνόητος καὶ ψεύτης. (Παρ. 19,1)
Ὅποιος σπέρνει ἀδικία, θερίζει συμφορά· ἡ τυραννία του πάνω στοὺς ἄλλους, θὰ τελειώσει. (Παρ. 22, 8)
Μὴ γδύνεις τὸ φτωχὸ ἐπειδὴ εἶναι φτωχὸς καὶ μὴν καταπιέζεις τὸν δυστυχῆ στὴ δίκη· γιατὶ ὁ Κύριος θὰ ὑπερασπιστεῖ τὸ δίκιο τους καὶ θὰ ἀπειλήσει τὴ ζωὴ ἐκείνων ποὺ τοὺς ἀπειλοῦν. (Παρ. 22, 22-23)
Ἄνθρωπος ποὺ φθονεῖ, βιάζεται νὰ πλουτίσει· καὶ δὲν γνωρίζει πὼς ἡ φτώχεια θὰ τὸν βρεῖ. (Παρ. 28, 22)


Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει τὸ χρῆμα, δὲ θὰ τὸ χορτάσει· κι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει τὴν ἀφθονία, δὲ θὰ ἔχει ποτὲ ἀρκετὰ εἰσοδήματα – κι αὐτὸ εἶναι ματαιότητα. Ὅσο πληθαίνουν τὰ ἀγαθά, τόσο πληθαίνουν κι αὐτοὶ ποὺ τὰ τρῶνε· καὶ ποιὰ ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔχουν, παρὰ μόνο νὰ τὰ βλέπουν μὲ τὰ μάτια τους; Ὁ ὕπνος τοῦ ἐργάτη εἶναι γλυκός, εἴτε λίγο φάει εἴτε πολύ· ὁ χορτασμός, ὅμως, τὸν πλούσιο δὲν τὸν ἀφήνει νὰ κοιμηθεῖ.
Ὑπάρχει ἕνα μεγάλο κακὸ ποὺ πρόσεξα πάνω στὴ γῆ: Εἶναι ὁ πλοῦτος ποὺ φυλάσσεται ἀπὸ τὸν κάτοχό του, γιὰ νὰ τοῦ φέρει δυστυχία. (Ἐκκλ. 5, 9-13)  


Ἑλληνικὴ Βιβλικὴ Ἑταιρία

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

ἡ παραφροσύνη τῆς ἀνισότητας

Γιώργος Σικελιώτης, Ἐργάτες

Αὐτὰ (τὰ ζῶα) ἔχουν τὰ πάντα κοινά, τὴ γῆ καὶ τὶς πηγὲς καὶ τὰ λιβάδια καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ δάση καὶ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἔχει περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα. Ἀλλά, σύ, ἄνθρωπε, ποὺ εἶσαι τὸ πιὸ εὐγενικὸ ἀπὸ τὰ ζῶα, ἔχεις γίνει πιὸ ἄγριος ἀπὸ τὰ κτήνη. Μέσα σ’ ἕνα μόνο ἀπὸ τὰ σπίτια σας ἀποθηκεύετε ἀρκετὰ γιὰ νὰ τραφοῦν χιλιάδες καὶ ἀκόμα περισσότερες χιλιάδες φτωχῶν. Πῶς μπορεῖ νὰ γίνεται αὐτό, ὅταν ἔχουμε μιὰ κοινὴ φύση καὶ πολλὰ ἄλλα κοινὰ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτήν; Ἔχουμε ἕναν κοινὸ οὐρανό, ἥλιο, φεγγάρι, χορὸ ἀστέρων, ἀέρα, θάλασσα, φωτιά, νερό, γῆ, ζωή, θάνατο, νεότητα, γηρατειά, ἀρρώστια, ὑγεία καὶ τὴν ἀνάγκη γιὰ τροφὴ καὶ ροῦχα. Οἱ πνευματικές μας ἀνάγκες εἶναι ἐπίσης κοινὲς σὲ ὅλους: τὸ ἅγιο θυσιαστήριό μας, τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου μας, τὸ ἅγιο αἷμα Του, τὴν ἐπηγγελμένη Βασιλεία, τὸ βάπτισμα τῆς ἀναγεννήσεως, τὴν μακαριότητα. Δὲν εἶναι λοιπὸν παραφροσύνη γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κοινὰ τόσα πράγματα, τὴ φύση τους, τὴ χάρη, τὴ διαθήκη καὶ τοὺς νόμους, νὰ ἔχουν τέτοιο πάθος γιὰ τὸν πλοῦτο, ὥστε νὰ ξεχνοῦν τὴν ἰσότητά τους καὶ νὰ ξεπερνοῦν σὲ ἀγριότητα τὰ θηρία;  


Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στὸ π. Γεωργίου Φλορόφσκι Οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες τοῦ τετάρτου αἰώνα, μτφρ. Παναγιώτου Κ. Πάλλη, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1991