Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

«Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι…!»

Ρέμπραντ (ἡ προφῆτις Ἄννα μελετάει τὶς Γραφὲς)

Ἀδερφοί μου, τὴν πίστη σας στὸν Κύριο τῆς δόξας, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, νὰ μὴν τὴν ἐκδηλώνετε μὲ μεροληπτικὲς πράξεις πρὸς τοὺς συνανθρώπους σας. Γιὰ παράδειγμα: Ἔρχεται στὴ σύναξή σας κάποιος μὲ χρυσὰ δαχτυλίδια καὶ πολυτελῆ ἐνδύματα. Κι ἔρχεται κι ἕνας φτωχὸς μὲ λερωμένα ρούχα. Ἂν δώσετε σημασία στὸν καλοντυμένο λέγοντάς του: «Κάθισε, παρακαλῶ, ἐδῶ στὴν καλὴ θέση», καὶ στὸ φτωχὸ πεῖτε: «Ἐσὺ στάσου ἐκεῖ ἢ κάθισε ἐδῶ κάτω, δίπλα στὸ σκαμνὶ ποὺ βάζω στὰ πόδια μου», δὲ μεροληπτεῖτε καὶ δὲ γίνεστε κριτές, κάνοντας πονηρὲς σκέψεις;
Ἀκοῦστε, ἀγαπητοί μου ἀδερφοί. Ὁ Θεὸς διάλεξε αὐτοὺς ποὺ γιὰ τὸν κόσμο εἶναι φτωχοί, νὰ γίνουν πλούσιοι στὴν πίστη καὶ νὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία του, αὐτὴν ποὺ ὑποσχέθηκε σ’ ὅσους τὸν ἀγαποῦν. Ἐσεῖς, ἀντίθετα, ἐξευτελίζετε τὸ φτωχό. Κι ὅμως οἱ πλούσιοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ σᾶς σέρνουν στὰ δικαστήρια. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ προσβάλλουν τὸ τιμητικὸ ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ, ποὺ φέρετε. […] Πάντα νὰ μιλᾶτε καὶ νὰ ἐνεργεῖτε σὰν ἄνθρωποι ποὺ μέλλετε νὰ κριθεῖτε μὲ τὸ νόμο τῆς ἐλευθερίας. […] (2, 1-4 · 12)

Ἀκοῦστε με τώρα κι ἐσεῖς οἱ πλούσιοι. Κλάψτε μὲ γοερὲς κραυγὲς γιὰ τὰ βάσανά σας, ποὺ ὅπου νά ’ναι ἔρχονται. Ὁ πλοῦτος σας σάπισε, καὶ τὰ ρούχα σας τά ’φαγε ὁ σκόρος· τὸ χρυσάφι σας καὶ τὸ ἀσήμι κατασκούριασαν, καὶ ἡ σκουριά τους θὰ εἶναι μαρτυρικὴ κατάθεση ἐναντίον σας καὶ θὰ καταφάει τὶς σάρκες σας σὰν τὴ φωτιά. Κι ἐνῶ πλησιάζει ἡ κρίση, ἐσεῖς μαζεύετε θησαυρούς. Ἀκοῦτε! Κραυγάζει ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν ποὺ θέρισαν τὰ χωράφια σας κι ἐσεῖς τοὺς τὸν στερήσατε·καὶ οἱ κραυγὲς τῶν θεριστῶν ἔφτασαν ὡς στ’ αὐτιὰ τοῦ παντοδύναμου Κυρίου. Ζήσατε πάνω στὴ γῆ μὲ ἀπολαύσεις καὶ σπατάλες. Παχύνατε σὰν τὰ ζῶα, ποὺ τὰ πάνε γιὰ σφάξιμο. Καταδικάσατε καὶ φονεύσατε τὸν ἀθῶο· δὲ σᾶς πρόβαλε ἀντίσταση καμιά. (5, 1-6)


Καινὴ Διαθήκη, ἐπιστολὴ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου


Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

καλὸς θεσμός... ὁ ἀνύπαρκτος

El Greco
Οἱ ἀνθρώπινοι καὶ κοσμικοὶ θεσμοὶ (ἢ οἱ πνευματικοὶ θεσμοὶ ποὺ διοργανώνονται μὲ κοσμικὸ τρόπο) ἔχουν ὡς σκοπὸ νὰ προωθήσουν τὰ σχέδια τῶν ὑπευθύνων τους. Νὰ αὐξήσουν τὴ δύναμι καὶ τὴν ἐπιρροή τους. Νὰ ἐπιβάλουν τὴ θέλησί τους καὶ νὰ ὑποδουλώσουν, ὅσο γίνεται, περισσότερους· ἴσως καὶ μὲ τὸν σκοπό τους νὰ τὸν σώσουν. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ σκέφτονται μηχανικὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ φανταστοῦν καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μὲ καταργημένη τὴν ἐλευθερία, δηλαδὴ μὲ καταργημένο τὸν ἄνθρωπο.
[…] Κανεὶς θεσμὸς ἀνθρώπινος, οὔτε καὶ ἂν ὀνομάζεται ἐκκλησιαστικός, δὲν μπορεῖ νὰ χωρέση, νὰ ἀνεχθῆ καὶ νὰ ἱκανοποιήση τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ μέσα του, ἐπιποθεῖ τὸ «πορρωτέρω», τὴν ἐπέκτασι, τὸν Χριστό. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπαυθῆ ὁ ἄνθρωπος μὲ καμιὰ ὑπόσχεσι ἢ ἐνδοκοσμικὴ προοπτική, γιατὶ διψᾶ τὸ ἀσύλληπτο καὶ ἀνθρωπίνως ἀνέφικτο. Λέει ὅλη του ἡ ὕπαρξι «ὄχι» στὸν κοσμικὸ ὀργανωμένο θεσμό, ποὺ θέλει δῆθεν νὰ τὸν χειραγωγήσῃ στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας.
Γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καλὸς πνευματικὸς θεσμός, ποὺ λειτουργεῖ μηχανικά, εἶναι μόνο ὁ ἑτοιμόρροπος, ὁ διαλυμένος καὶ ὁ ἀνύπαρκτος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος, ποὺ τὰ ξέρει ὅλα αὐτά, ἦλθε καὶ διέλυσε τὶς φυλακές. Κατέστρεψε τὴν ἀπάτη. Ἀνέτρεψε τὶς τράπεζες τῶν κολλυβιστῶν καὶ τὶς καθέδρες τῶν ἐμπόρων, ποὺ μετέτρεψαν τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ σὲ οἶκο ἐμπορίου. Μᾶς ἀπήλλαξε ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου. Καὶ μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη «μοχλοὶ συνετρίβησαν, ἐθλάσθησαν πύλαι, μνήματα ἠνοίχθησαν, νεκροὶ ἀνίσταντο». […]
Καὶ ἐὰν οἱ ἀνθρώπινοι θεσμοὶ φοβοῦνται τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ γι’ αὐτὸ τὴν κουτσουρεύουν ἢ τὴν καταργοῦν, ὁ θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας γεννᾶ τοὺς ἐλευθέρους ἐν Πνεύματι ἀνθρώπους.


Ἀρχιμ. Βασιλείου Καθηγ. Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων, Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι, Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων 2002

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

πεθαίνοντας ἀντικειμενικὰ

Κώστας Λουδοβίκος, Ἡ διαλεκτικὴ τρυφερότητα τοῦ πραγματικοῦ
[…] μέσῳ τοῦ ἀφηρημένου καὶ ἀβαροῦς «ἀντικειμενικοῦ» στοχασμοῦ, ἡ αὐτονομημένη ἐσωτερικότητα (Ἐγώ) ταυτίζει αὐθαίρετα τὸν ἑαυτό της μὲ τὴν ὁλότητα τῶν πραγμάτων. […]
Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ διαπιστώσουμε πὼς ἡ γνωσιολογικὴ ἔννοια τῆς ἀντικειμενικότητας συνδέεται δομικὰ μὲ μιὰ κλειστὴ ἀνθρωπολογία καὶ νὰ σταθμίσουμε τὶς συνέπειες μιᾶς τέτοιας διαπίστωσης. Ἡ ἀντικειμενικὴ σκέψη ἀκινητοποιεῖ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς, τὰ περικλείει καὶ τὰ συνοψίζει σὲ ἕνα σταθερὸ καὶ πυκνὸ σημεῖο –μιὰν οὐσία. Ἔτσι, τὰ ὁρᾶται ὄχι ὡς συμμέτοχος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ σκοπιὰ ἐκείνου ποὺ τὰ ἀνάγει σὲ μιὰ νομοτέλεια ἡ ὁποία στέκεται πάνω ἀπ’ αὐτὰ καὶ τὰ καθορίζει. Ἡ ἴδια ἡ νομοτέλεια δὲν εἶναι γεγονός, δὲν εἶναι ζωή, εἶναι φύση ἢ οὐσία· εἶναι ἐν ἑαυτῷ, ἄρα ἐκτὸς κίνησης καὶ ζωῆς. Ἡ ἀντικειμενικὴ σκέψη ἐξέρχεται τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου μὲ τὴν πρόφαση ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς χειρονομίας κατανοεῖ πληρέστερα τὴν ἀλήθεια τους – δὲν παύει ὅμως νὰ εἶναι μιὰ ἀλήθεια ποὺ τὰ μηδενίζει καὶ ἑπομένως νὰ αὐτομηδενίζεται. […]
Μόνο ὁ κλειστὸς ἄνθρωπος γνωρίζει μὲ τὸν τρόπο τῆς ἀντικειμενικότητας, κι ὅ,τι μπορεῖ νὰ γνωρίσει εἶναι, βέβαια, μόνο τὸ μηδέν του. Ἐφόσον ἡ κλειστότητα δὲν μπορεῖ νὰ ἀληθεύσει ὀντολογικά, τὸ νοησιαρχικὸ ἄτομο δὲν ζεῖ κι εἶναι ἔμπλεο θανάτου. Ἡ «ἀντικειμενικὴ πραγματικότητα» δὲν μπορεῖ τελικὰ νὰ εἶναι, παρὰ ἡ μὴ-πραγματικότητα, τὸ ὀντολογικὸ χάος τοῦ θανάτου.
  

Ἠλία Παπαγιανόπουλου, Ἔξοδος θανάτου, δοκίμιο ὀντολογίας μὲ πλοηγὸ τὸν Μόμπυ-Ντὶκ τοῦ Χ. Μέλβιλ, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2000

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

ὕπαρξη καὶ ἐπανάσταση

Βίνσεντ Βὰν Γκόγκ
[…] Ὅταν περάσαμε κοντὰ στὶς ἀκτὲς τῆς Πελοποννήσου κι εἶδα ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια ἕνα ἐρημικὸ ἐκκλησάκι, μὲ ἔπιασε μιὰ ἀπερίγραπτη συγκίνηση. Σκέφτηκα ὅτι κάποιες σταγόνες ἀπὸ αἷμα ἑλληνικὸ ἔρεε ἀκόμα στὶς κοσμοπολίτικες φλέβες μου. […] ἡ ζωὴ εἶναι μιὰ διαρκὴς ἀναζήτηση, ποὺ ἴσως οἱ ρίζες της φωλιάζουν στὸ βαθύτερο «ὑπαρξιακό» μας μυστήριο. Κι ἐγὼ ἄρχισα τὴ συνειδητὴ ζωή μου ψάχνοντας γιὰ κάτι «ἄλλο», ἀπροσδιόριστο ὡστόσο. […]
Ἡ τάση πρὸς τὴν κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τοῦ μεγαλείου ἀλλὰ καὶ τῆς τραγωδίας της, εἶναι πανάρχαιη· αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὅσοι κατέκτησαν τὴ δική τους ὁλόπλευρη ἠθικὴ καὶ διανοητικὴ ἀνάπτυξη νὰ ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ ἀνοίγονται στοὺς ἄλλους, νὰ «δίδουν» ἀντὶ νὰ «παίρνουν» μόνο.
Ἡ «χριστιανικὴ» ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πολὺ πιὸ παλιὰ καὶ ἀπὸ τοὺς βουδιστές· τὴν βρίσκουμε, ὅσο γνωρίζουμε τὴν παγκόσμια κουλτούρα, χιλιετηρίδες πρίν, σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ σὲ ὅλες τὶς ἠπείρους. Ἔμεινα καταγοητευμένος ὅταν μιὰ φίλη, γυρίζοντας πρόσφατα ἀπὸ τὴ Νέα ‘Υόρκη ὅπου ἐπισκέφθηκε γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ τὸ φανταστικὸ τώρα Μητροπολιτικὸ Μουσεῖο, στάθηκε ἐκστατικὴ μπροστὰ σὲ μιὰ πανάρχαιη αἰγυπτιακὴ στήλη μὲ τὴν ἀκόλουθη ἐπιγραφή: «Ἔδωσα ψωμὶ στοὺς πεινασμένους καὶ ροῦχα στοὺς γυμνούς, πέρασα μὲ τὸ καραβάκι μου ὅσους δὲν εἶχαν δικό τους μέσο νὰ διασχίσουν τὸ ποτάμι». «Λόγια Εὐαγγελίου» στὴν ἔνατη δυναστεία, 2160-2130 πρὶν ἀπὸ τὸν θεὸ τῶν Χριστιανῶν! Σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, στοχαστικοὶ ἄνθρωποι, ποὺ μελέτησαν ἀπὸ κοντὰ τὰ ὑπαρξιακά, βιολογικὰ ἀλλὰ καὶ κοινωνικὰ δεδομένα τῆς ζωῆς τῶν ὁμοίων τους, ἔφτασαν πάνω-κάτω στὰ ἴδια συμπεράσματα, στὴν ἴδια κατανόηση. Μόνο ποὺ ὁ ἐπαναστάτης ἄνθρωπος δὲν ἀρκεῖται νὰ παρατηρεῖ καὶ νὰ σκέπτεται· θέλει ταυτόχρονα νὰ δρᾶ καὶ νὰ παλεύει γιὰ ἕνα καλύτερο αὔριο.    

Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), Ἡ πολιτική μου αὐτοβιογραφία, Ἴκαρος, 2Ἀθήνα 1996