Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

μέσα ἀπὸ τὸν σπασμένο καθρέφτη

Ὁ Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν διερευνᾶ τὸν βυθὸ καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς σχέσης στὴ βάση τοῦ στίχου τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. 13, 12).
Οἱ τέσσερις πρωταγωνιστὲς φέρουν τὸν σπασμένο καθρέφτη τῆς ὑπαρκτικῆς μοναξιᾶς τους. Ἡ λαβωμένη ζωή τους ἀπὸ τὴν ἐκκωφαντικὴ «σιωπὴ» τοῦ Θεοῦ στοιχειώνει στὴ σχιζοφρένεια τῆς κόρης, στὴν ἀτελέσφορη ἀγάπη τοῦ συζύγου της, στὴν ἀμηχανία τοῦ ἀδελφοῦ καὶ κυρίως στὸ ψυχρὸ κενὸ ποὺ δημιούργησε ἡ ἀποστασιοποίηση τοῦ πατέρα.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τὸ συγκεκριμένο χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου κλείνει τὸν ὕμνο τῆς ἀγάπης στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῶν Κορινθίων. Ὁ πατέρας σπάζει τὸν φλοιὸ τῆς ἐγωτικῆς του ἀναχώρησης μιλώντας ἐπιτέλους στὸ γιό του. Καταθέτει τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεὸς μόνο στὴν ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθεῖ. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ γλῶσσα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σχέση, ποὺ ὁ ἴδιος τόσο ἐπίμονα ἀρνήθηκε στὰ παιδιά του. Ἡ ἀπουσία τῆς σχέσης ἔσπασε τὸν καθρέφτη, τὴ δυνατότητα νὰ ἀναγνωρίζω στὸν ἄλλο τὸν ἑαυτό μου. Ἡ «σιωπὴ» τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι παρὰ ὁ ἀντίλαλος τοῦ μονωμένου κενοῦ μας.




Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

τόκος - τοῦ κακοῦ πολύγονος

Χρόνης Μπότσογλου, Ἄντρας σὲ κόκκινο προφίλ

[…] Πράγματι εἶναι ὑπερβολικὴ ἀπανθρωπιὰ ὁ μὲν ἕνας νὰ στερεῖται τὰ ἀναγκαῖα καὶ νὰ ζητᾶ δάνειο γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ στὴ ζωή του, ὁ δὲ ἄλλος νὰ μὴν ἀρκεῖται στὰ χρήματά του ἀλλὰ νὰ ἐπινοεῖ ἀπὸ τὶς συμφορὲς τοῦ φτωχοῦ κέρδη καὶ νὰ μαζεύει ἄφθονο πλοῦτο. […] (λέγει ὁ τοκιστής:) «Ὑπάρχει κάποια παρακαταθήκη ἑνὸς φίλου μου, ποὺ μοῦ τὴν παρέδωσε γιὰ νὰ τὴν τοκίσω. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ὅμως ὅρισε βαρεῖς τόκους. Ἐγὼ ὅμως θὰ τοὺς ἐλαττώσω καὶ θὰ σοῦ δανείσω μὲ μικρότερο τόκο». Μὲ τέτοιο τρόπο προσποιεῖται καὶ μὲ τέτοια λόγια κολακεύει καὶ δελεάζει τὸν ἐξαθλιωμένο δεσμεύοντάς τον μὲ γραμμάτια καὶ μαζὶ μὲ τὸν πόνο τῆς φτώχειας ἀφοῦ τοῦ ἀφαιρέσει τὴν ἐλευθερία, φεύγει. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ κατέστησε τὸν ἑαυτό του ὑπεύθυνο γιὰ τόκους ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ξεπληρώσει, καταδέχτηκε ἠθελημένη δουλεία διὰ βίου. Πές μου, χρήματα καὶ πόρους ζητᾶς ἀπὸ τὸν ἄπορο; Καὶ ἂν μποροῦσε νὰ σὲ κάνει πλουσιότερο, τὶ ζητοῦσε ἐξω ἀπὸ τὴν πόρτα σου; Ζητώντας ἀντίδοτο, δηλητήριο πέτυχε. Σὰν κάποιος γιατρὸς ἐπισκεπτόμενος ἀσθενεῖς, ἀντὶ νὰ τοὺς ξαναδώσει τὴν ὑγεία, αὐτὸς τοὺς ἀφαιρεῖ καὶ τὴν παραμικρὴ ἰκμάδα τῆς δύναμής τους. Ἔτσι κι ἐσὺ μεταβάλλεις τὶς συμφορὲς τῶν ἐξαθλιωμένων σὲ ἀφορμὴ πλουτισμοῦ. Καὶ ὅπως οἱ γεωργοὶ παρακαλοῦν γιὰ βροχές, ὥστε νὰ πολλαπλασιασθοῦν οἱ καρποί τους, ἔτσι κι ἐσὺ ἀναζητᾶς τὴν ἔνδεια καὶ τὴ φτώχεια τῶν ἀνθρώπων γιὰ νὰ γίνουν ἀποδοτικὰ τὰ χρήματά σου. Ἀγνοεῖς πόση ἁμαρτία σωρεύεις ἐπινοώντας τὴν αὔξηση τοῦ πλούτου ἀπὸ τὸν τόκο; […]
Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς πλεονεξίας ὀνομάστηκε «τόκος». Νομίζω ὅτι πῆρε τὸ ὄνομα «τόκος» γιὰ τὴ μεγάλη γονιμότητα τοῦ κακοῦ. Ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ; Ἢ μήπως λέγεται «τόκος» γιὰ τὶς ὁδύνες καὶ τὶς λύπες, ποὺ προκαλεῖ στὶς ψυχὲς τῶν δανειζομένων. Διότι ὅπως παρουσιάζεται ὁ πόνος σ’ ἐκείνην ποὺ πρόκειται νὰ γεννήσει, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο παρουσιάζεται ἡ προθεσμία τοῦ χρέους στὸν ὀφειλέτη. Τόκος πάνω στὸν τόκο εἶναι πονηρὸ γέννημα πονηρῶν γονέων. Αὐτὰ νὰ λὲς γεννήματα ἐχιδνῶν, τὰ γεννήματα τῶν τόκων. Λένε ὅτι οἱ ἔχιδνες γεννιοῦνται ἀφοῦ κατασπαράξουν τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας τους. Καὶ οἱ τόκοι παύουν νὰ γεννοῦν, ἀφοῦ κατασπαράξουν τὶς οἰκεῖες τῶν ὀφειλετῶν. […]


Μ. Βασιλείου, Ὁμιλία εἰς τὸν ΙΔ´ ψαλμὸν 

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

ὁ Χριστὸς ὁ Μπολσεβίκος

- Μπολσεβίκοι! Παίρνετε ἀρμήνειες ἀπὸ τὸ Μόσκοβο νὰ γκρεμίσετε τὴ θρησκεία, τὴν πατρίδα, τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν ἰδιοχτησία, τὰ τέσσερα μεγάλα θεμέλια τοῦ κόσμου! Κι ὁ Μανολιὸς -ἀνάθεμά τον!- εἶναι ὁ ἀρχηγός σας· κι ἦρθε κι ὁ παπα-Φώτης ἀπὸ τοῦ διαόλου τὴ μάνα καὶ κρατάει καινούριο Εὐαγγέλιο τὶς ἀρμήνειες τοῦ Μόσκοβου!  
- Μὰ τότε ὁ Χριστὸς εἶναι μπολσεβίκος! ἔκαμε ὁ Μιχελής.
- Ὅπως τὸν καταντήσατε, σὰν τὰ μοῦτρα σας, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός, εἶναι ὁ Ἀντίχριστος.
Ὁ Μιχελὴς φούρκισε· πετάχτηκε ἀπάνω.
- Ὅπως τὸν καταντήσατε ἐσεῖς, οἱ παπάδες, οἱ δεσποτάδες, οἱ νοικοκυραῖοι, ὁ Χριστὸς ἔγινε ἕνας γερο-Λαδᾶς τοκογλύφος, ὑποκριτής, παμπόνηρος, ψεύτης, δειλός, μὲ τὰ σεντούκια γεμάτα τούρκικες κι ἐγγλέζικες λίρες… Καὶ τὰ κάνει πλακάκια, ὁ Χριστὸς ὁ δικός σας, μὲ ὅλους τοὺς δυνατοὺς τῆς γῆς, γιὰ νὰ γλιτώσει τὸ τομάρι του καὶ τὸ πουγγί του!
- Μᾶς κηρύχνεις τὸν πόλεμο, κὺρ-Μιχελή; Μούγκρισε ὁ παπὰς καὶ τὰ σάλια του πετάχτηκαν στὸν τοῖχο.
- Δὲν κηρύχνω πόλεμο, κηρύχνω δικαιοσύνη· μὰ ἂν ριχτεῖτε ἀπάνω μας, θὰ πολεμήσουμε. Ὁ ἀληθινὸς Χριστὸς εἶναι μαζί μας· κι ἡ κουρελοῦ ἡ Σαρακήνα θὰ φάει μιὰ μέρα –θὰ τὸ δεῖς!- τὴν πλούσια κυρα-Λυκόβρυση!

[…]


- Ἔχετε γειά, χωριανοί! Ξαναφώναξε ὁ Μιχελής· ὁ Χριστὸς ὁ δικός μας εἶναι φτωχός, κατατρεμένος, χτυπάει τὶς πόρτες καὶ κανένας δὲν τοῦ ἀνοίγει· ὁ Χριστὸς ὁ δικός σας εἶναι πλούσιος κοτζάμπασης, τά ’χει φτιαγμένα μὲ τὸν Ἀγά, μανταλώνει τὴν πόρτα του καὶ τρώει. Ὁ Χριστὸς ὁ δικός σας, ὁ χορτᾶτος, διαλαλεῖ: «Δίκαιος εἶναι ὁ κόσμος τοῦτος, τίμιος, σπλαχνικός, μοῦ ἀρέσει· ἀφορεσμένος νά ’ναι ὅποιος σηκώσει τὸ χέρι του νὰ τὸν κουνήσει!» Ὁ Χριστὸς ὁ δικός μας, ὁ ξυπόλυτος, κοιτάζει τὰ κορμιὰ ποὺ πεινοῦν, τὶς ψυχὲς ποὺ πλαντοῦν, φωνάζει: «Ἄδικος εἶναι, ἄτιμος, ἄσπλαχνος ὁ κόσμος τοῦτος, πρέπει νὰ γκρεμιστεῖ!»



Νίκου Καζαντζάκη, Ὁ Χριστὸς ξανασταυρώνεται