Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Πεντηκοστή vs σύνορα


Καθὼς ἐπηγγείλατο, αὐτεξουσίως μολόν, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τοῖς Ἀποστόλοις Χριστέ, εἰς μίαν συνήρμοσε, πίστεως συμφωνίαν, τῆς ἀκτίστου Τριάδος, γλώσσας τὰς διαφόρους, τῆς ἐθνῶν πανσπερμίας· ἀλλ’ οἴκησον καὶ ἡμῖν ἀγαθέ, Φιλάνθρωπε δεόμεθα.

Τῇ Τετάρτῃ μετὰ τὴν Πεντηκοστήν, εἰς τὸν Ὄρθρον. Κάθισμα.



Ἡ καρδιά, ὅταν εἶναι ὁλόκληρη στὸν Θεὸ δοσμένη, τότε, φυσικά, εἶναι καὶ σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο μοιρασμένη, καὶ ἡ ἀγάπη τότε εἶναι θεοποιημένη. Ἡ μεγάλη αὐτὴ θεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δὲν κλείνεται οὔτε μέσα στὴν καρδιὰ οὔτε σὲ σπίτι οὔτε σὲ κτίρια συλλόγων οὔτε μὲ ἀγκαθωτὰ σύρματα συνόρων, διότι ὁ Χριστὸς δὲν κλείνεται. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀγκαθωτὰ σύρματα στὰ σύνορα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, αὐτὸ φανερώνει τὴν ἀγκαθοποιημένη πνευματική μας κατάσταση, καὶ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φέρουμε καὶ δὲν εἴμαστε στὴν οὐσία Χριστιανοὶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μόνον κλείνουμε, καὶ ὄχι τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος δὲν κλείνεται.
Ξεχνᾶμε ὅτι εἴμαστε κατὰ σάρκα παιδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ κατὰ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν θὰ ὑπῆρχε ἡ ἀκριβὴ ἀγάπη, θὰ ἔνιωθε τότε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἀδελφό του καί, ἐπειδὴ ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος εἶναι ἡ Ἀγάπη (ὁ Χριστός), τότε δὲν θὰ δίνανε προσοχὴ πιὰ οὔτε στὰ φύλα οἱ Χριστιανοὶ (μὲ τὸ νὰ κάνανε σαρκικὴ διάκριση), γιατὶ θὰ τὰ βλέπανε ὅλα ἀγνὰ καὶ ἅγια, καὶ τότε θὰ ἦταν ντυμένοι μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
[…] Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη τὴν Ἀγάπη (τὸν Χριστό), καὶ βουβὸς νὰ εἶναι, μπορεῖ νὰ συνεννοηθῆ μὲ ὅλα τὰ δισεκατομμύρια τῶν λαῶν καὶ μὲ τὴν κάθε ἡλικία ἀκόμη τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔχει καὶ αὐτὴ τὴ δική της γλῶσσα.


Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, Ἐπιστολές, Σουρωτὴ Θεσ/νίκης 2005 

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

ἡ κοινότητα τοῦ ἑορτολογικοῦ σοσιαλισμοῦ


Χρῆστος Μποκόρος
[…] Τὸ ἐλεύθερο ἦθος τῆς δουλωμένης ρωμιοσύνης βρίσκεται στοὺς ἀντίποδες κάθε ἱστορικοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ κάθε πολιτικοῦ «φιλελευθερισμοῦ», ὅπως τὸν κήρυξε αὐτὸν τὸ φιλελευθερισμὸ ἡ γαλλικὴ ἐπανάσταση, ὁ εὐρωπαϊκὸς διαφωτισμὸς (Aufklärung) ἢ ὁ μαρξισμός. Ὁ φιλελευθερισμὸς τοῦ κοινωνικοὺ ἤθους τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως βιώθηκε στὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας, ἔγκειται σὲ μιὰ οὐσιαστικὴ καταξίωση τῶν λαϊκῶν ἀξιῶν, στὴν ἐφαρμογὴ μέσα στὸν κοινωνικὸ βίο τῶν κριτηρίων τῆς λαϊκῆς παραδόσεως καὶ τῆς αὐθεντικῆς λαϊκῆς πνευματικότητος. Ὁ λαὸς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία εἶναι ὁ θεματοφύλακας τῆς ἀλήθειας, καὶ κάτι περισσότερο: εἶναι τὸ σῶμα τῆς ἀλήθειας, ἡ ἐνσάρκωση τῆς ἀλήθειας, δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια ἔξω ἀπὸ τὸ λαό. Ἀλλὰ ὁ λαὸς τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸ «λαὸ» τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐγχειριδίων τῆς κοινωνιολογίας· εἶναι ἡ κοινωνία τῶν προσώπων, ἡ λειτουργικὴ ἑνότητα τῶν πιστῶν, ἡ εἰκόνα τῆς ἀλήθειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ τὸ σῶμα εἶναι ἡ μόνη ἱστορικὴ δυνατότητα γιὰ τὴ φανέρωση ἑνὸς γνήσιου «σοσιαλισμοῦ» ποὺ σέβεται τὴν προσωπικὴ μοναδικότητα καὶ ἀναδεικνύει τὴ λειτουργικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Εἶναι ἕνας «ἑορτολογικὸς σοσιαλισμὸς», ἕνα γιορταστικὸ ἦθος, ἡ ἔνταξη τῆς κοινωνικῆς ζωῆς στὸν εὐχαριστιακὸ κύκλο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, στὸν καθημερινὸ μυστικὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας πάνω στὸ παράλογο τῆς φθορᾶς καὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ κόσμου. Ἡ προέκταση τῆς Εὐχαριστίας στὴν καθημερινὴ ζωὴ ἐλευθερώνει τὴν ἀνθρώπινη ἐργασία ἀπὸ τὴ δουλεία στὴν ἀνάγκη, δηλαδὴ στὸ ἀπολυτοποιημένο ἀτομικὸ συμφέρον, τὴ μεταμορφώνει σὲ προσωπικὴ σχέση, σὲ πράξη κοινωνίας. Τὸ κορύφωμα αὐτῆς τῆς σχέσεως καὶ κοινωνίας εἶναι ἡ γιορτή. Στὴν παραδοσιακὴ ἑλληνικὴ ζωὴ ἡ γιορτὴ εἶχε πάντοτε σὰν κέντρο τὴν ἐκκλησιαστικὴ μνήμη ἑνὸς ἁγίου, ἤταν πάντοτε μιὰ «πανήγυρις». Γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς ἀδελφωνότανε ὁ λαός, τραγουδοῦσε, χόρευε, συνέτρωγε· ἐκεῖ διαλύονταν οἱ διαφορὲς καὶ οἱ παρεξηγήσεις, ἐκεῖ γεννιώταν ὁ ἔρωτας καὶ θεμελιώνονταν οἱ καινούργιες φαμίλιες. Κανένας σοσιαλισμὸς ὀρθολογικὰ ὠργανωμένος δὲν μπόρεσε ὣς τώρα νὰ ἀναστήση αὐτὴ τὴν αὐθεντικὴ διάσταση τῆς λαϊκῆς γιορτῆς, νὰ ἀνταποκριθῆ στὴ βαθύτατη ἀνάγκη ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιὰ γιορτή. […]
Ἀλλὰ ἡ ἱστορικὴ αὐτὴ καὶ πολιτιστικὴ πραγματοποίηση τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδοξίας ἐμφανίστηκε συνδεδεμένη μὲ μιὰ ὡρισμένη μορφὴ κοινωνικῆς ζωῆς, τὴν ἀγροτική, ποὺ εἶναι σήμερα πιὰ ξεπερασμένη. […]

Χρῆστος Μποκόρος
Ἂν οἱ τοπικὲς ἐκκλησίες ἀποφασίσουν νὰ ἐπανέλθουν στὴν αὐθεντικὴ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, στὴ συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως, δηλαδὴ στὴν ἐπανασύσταση τῆς ἐνορίας, τότε καὶ ἡ κοινωνικὴ - ἱστορικὴ διάσταση τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους δὲν θὰ ἀργήση νὰ φανερωθῆ σὲ συγκεκριμένες πολιτιστικὲς πραγματοποιήσεις μέσα στὴ βιομηχανικὴ κοινωνία· πραγματοποιήσεις ποὺ τώρα δὲν μποροῦμε θεωρητικὰ νὰ τὶς προβλέψουμε. Ἐπανασύσταση τῆς ἐνορίας σημαίνει λειτουργικὲς τοπικὲς κοινότητες, ἀριθμητικὰ πολὺ περιωρισμένες, ὥστε νὰ εἶναι πραγματικὰ δυνατὴ ἡ κοινωνία καὶ ἡ σχέση τῶν πιστῶν μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν ποιμένα τους. Καὶ  περιωρισμένες λειτουργικὲς κοινότητες σημαίνει ἀναπόφευκτα κατάργηση τῆς ἐπαγγελματικῆς ἱερωσύνης […]



Χρήστου Γιανναρᾶ, Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους, Ἀθήνα 1970

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

ἀκμαῖος ὁ γερο-καπιταλισμός...

Βασίλης Χάρος, Ἀπολίθωμα

Τὶ πιὸ ἄδικο ἀπὸ αὐτὰ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει; Ἂν ἐξετάσει κάποιος, μὲ ποιὸν τρόπο χρησιμοποιοῦν τοὺς δυστυχεῖς καὶ ταλαίπωρους γεωργούς, θὰ δεῖ πὼς εἶναι ὠμότεροι ἀπὸ τοὺς βαρβάρους. Σὲ αὐτοὺς ποὺ λιώνουν ἀπὸ τὴν πείνα καὶ καταπονοῦνται μιὰ ὁλόληρη ζωή, προσθέτουν συνεχεῖς καὶ ἀφόρητες ἐντολές. Τοὺς διατάζουν νὰ κάνουν ἐπίπονες ἐργασίες καὶ χρησιμοποιοῦν τὰ κορμιά τους σὰν γαϊδούρια καὶ μουλάρια, ἢ μᾶλλον σὰν λιθάρια, μὴ ἀφήνοντάς τους νὰ ἀνασάνουν […]. Κι ἐνῶ μὲ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἱδρῶτες αὐτῶν γεμίζουν τὶς ἀποθῆκες καὶ τὰ πιθάρια τους, δὲν ἀφήνουν σὲ αὐτοὺς νὰ πάρουν τίποτε γιὰ τὸ σπίτι τους, ἀλλὰ κρατοῦν ὁλόκληρη τὴν παραγωγὴ στὰ πιθάρια τῆς παρανομίας τους καὶ πετοῦν σὲ αὐτοὺς ὡς ἀνταμοιβὴ λίγα χρήματα […]. Ἀκόμα τοὺς προσφέρουν δάνεια μὲ βαρύτατους ὅρους. Οἱ τόκοι τους δὲν ἀρκοῦνται στὸ ἑκατοστό, ἀλλὰ φτάνουν ἐκβιαστικὰ στὸ μισὸ τοῦ κεφαλαίου. Καὶ τὰ κάνουν αὐτὰ σὲ ἄνθρωπο ποὺ ἔχει γυναίκα καὶ τρέφει παιδιὰ καὶ παρήγαγε μὲ τὸν ἱδρώτα του τὰ ἀγαθά τους.

 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ὁμιλία εἰς Ματθαῖον, 61, PG 58, 591

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

ὕλη - Πράξη ἐρωτικὴ

Γιῶργος Κόρδης, Ἔρως καὶ Ψυχὴ
[…] Στὴν Πράξη τοῦ λαοῦ μας μέσα στὸν Καιρό, στὴ διαχρονική μας παράδοση, ὅπως ἐκφράστηκε στὸν Λόγο τῆς Ὀρθοδοξίας, κέντρο ζωῆς -«θεότητα»-, εἴπαμε, εἶναι ἡ πυρπολοῦσα τὸ Ἐγώ μας ἀγάπη, ἡ «καύση καρδίας», ἡ αἴσθηση τοῦ Ἐλέου, ἡ Παρουσία τοῦ Ἄλλου. Εὐσεβιστές, ὡστόσο, καὶ δυτικότροποι μέσα στὴν ἀλλοτριωμένη, μὲ συντριμμένη τὴν πολιτιστική της ταυτότητα κοινωνία μας, ἐπιζητοῦμε ὄχι τὴν καύση αὐτή, ὄχι τὴν κατάκτηση μέσα ἀπὸ τὸν Ἔρωτα μιᾶς ὕπαρξης ἰσόθεης, ὄχι τὸ Καθόλου, ὄχι τὴν οὐσία τῆς ζωῆς  -ποὺ εἶναι ὁ Ἔρωτας- ἀλλὰ τὴ «μερικότητα», τὰ ἐπὶ μέρους προϊόντα τῆς ζωῆς, τὴν ἐπιτυχία, τὸν πλοῦτο, τὰ καταναλωτικὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἢ καὶ τὸν ἔρωτα στὴν πτωχευμένη του μορφὴ τῆς σκέτης σάρκας - ὄχι ὡς ἀφὴ καὶ γεύση τοῦ ἀγαπώμενου ὁλόκληρου, ἀλλὰ τῆς σκέτης του σάρκας.
Ἀπολησμονᾶμε πὼς ὁ βασικὸς πλοῦτος ποὺ ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὴν ἱστορία νὰ ἐνσαρκώσει εἶναι ὁ μανικὸς Ἔρωτας, ἡ πυρπόλησή μας γιὰ τὸ συγκεκριμένο Ἐσὺ ποὺ ἀγαπᾶμε ἢ ἡ διαρκὴς μεταμόρφωση ἑνὸς τέτοιου μανικοῦ Ἔρωτα σὲ καθολικὸ γεγονός, Ἔρωτα τοῦ Ὅλου-Ἄλλου, Πράξη ἑνοποίησης τῆς διασκορπισμένης ὕλης γύρω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Πρέπει, ὅπως λέει ὁ σύγχρονός μας Περουβιανὸς ἁγιορείτης, Συμεὼν ὁ Σταυρονικητιανός, «… νὰ μὴ χρησιμοποιοῦμε τὴν Πράξη ὡς λίπασμα γιὰ νὰ καρπίσει ἕνας κόσμος ἀλλοτριωμένος, ἀλλὰ νὰ τὴ χρησιμοποιοῦμε τὴν Πράξη γιὰ νὰ ἀνατινάζει καθημερινὰ αὐτὸν τὸν ἀλλοτριωμένο κόσμο». […]
Ἡ ἔσχατη ἀλλοτρίωση, ἡ ἔσχατη Πτώση, δὲν εἶναι ἔτσι, κάποια δαιμονικὴ παραμονὴ στὸ συγκεκριμένο Ἐσὺ ποὺ ἀγαπᾶμε, ὁ «δαίμων τῆς πορνείας» τῶν κάθε λογῆς εὐσεβιστῶν. Εἶναι, ἀντίθετα, ἡ ἀπουσία τοῦ Ἐσύ, τὸ «χλιαρὸς εἶ», ἡ «ἀκηδία», τὸ βόλεμα τῆς ψυχῆς μέσα στὶς δομὲς ποὺ σκλαβώνουν, ἡ ἀπουσία τοῦ σώματος, ἡ ἀπουσία τῆς σαρκός, ἡ ἀπουσία τῆς ὕλης, ἔτσι, ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας, ἀπουσία ποὺ κάνει ἀνάπηρη ἢ ἀνύπαρκτη τὴν ἀγάπη μας. Ἡ ἔσχατη πτώση εἶναι ἡ ἐπαναπαυμένη στὴ γαλήνη τοῦ μηδενὸς ἢ στὴν ἐλλειπῆ παρουσία τοῦ Ἄλλου ὕπαρξη […] νὰ διασώζεις τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν αὐτονομία σου μέσα σὲ μιὰ νηφάλια, κατασιγασμένη, δίχως ἔνταση ζωή…

Κωστὴς Μοσκώφ, Ὁ Ἔλεος καὶ ὁ Φόβος, Ἡ Παρουσία καὶ ἡ Ἀπουσία τοῦ Ἔρωτα στὸν ἑλληνικὸ λόγο…, σχόλια στὸν Κώστα Ζουράρι, (Θεοείδεια παρακατιανή, ἐκδ. Ἐξάντας, 1989)