Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

κατ’ εἰκόνα καὶ εἴδωλα


Ἡ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἰσοδυναμεῖ μὲ κάποιαν ὑπερφυῆ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς χάρισε στὸ πλάσμα του ἕνα εἰδικὸ κάτοπτρο, ἕνα κινητό-κάτοπτρο. Κινητό: δηλαδὴ ἠμπορεῖ νὰ περιστραφεῖ κατὰ τὴν προαίρεση ἢ τὴν ἐλευθερία τοῦ δωρολήπτη. Τὸ κάτοπτρο ἐκφράζει τὸ πλήρωμα τῆς προίκας ἢ δωρεᾶς ποὺ ἔλαβε τὸ ἀνθρώπινο δημιούργημα: Ὅλα τὰ θεῖα χαρίσματα ἠμποροῦν λοιπὸν νὰ χωροῦν σὲ μιὰ κεφαλίδα γένους ποὺ λέγεται Λογικόν. […]
Ἡ ἐν ἀρχῇ πρόβλεψη γιὰ κάτοπτρο κινητὸ δοκιμάζει τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία: οἱ πρωτόπλαστοι ἔστρεψαν τὸν κυρτὸ δέκτη τῆς φωτοδοσίας, τὸν νοῦν, ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν ἄνω πρὸς ἑαυτούς, εἰς τὰ πρόσγεια. Αὐτὴ ἡ ἀναστροφὴ τοῦ κατόπτρου εἶναι ἡ γενέθλια συνθήκη τῶν εἰδώλων. […]
Μὲ τὴν ἀπουσία τοῦ ἄνωθεν φωτὸς ὁ νοῦς ἀδυνατεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς θεωρὸς τῶν ὄντων καὶ καλῶν. Τότε ὑπεισέρχεται ἡ ἐπί-νοια: ὑπὸ συνθῆκες συσκίασης καὶ σταδιακῆς συσκότισης τοῦ νοῦ ἡ ἐπίνοια, αὐτὸ τὸ «κατ’ εὐφημισμὸν ἐπίθεμα τοῦ νοῦ» (στὴν πράξη, αὐτὸ τὸ ἀνάπλασμα τῆς διανοίας, τὸ ἐκ συμπλοκῆς αἰσθήσεως καὶ φαντασίας), φαντάζεται τύπους ἀνύπαρκτους, ἀναπλάττει ἐν ἑαυτῇ τὰ οὐκ ὄντα ὡς ὄντα. […] Τὸ πρῶτο πλάσμα αὐτῆς τῆς ὑπὸ συσκότιση τυχοπλασίας εἶναι ἡ ἀνυπόστατη κακία. Καὶ μετ’ αὐτὴν ἢ ἐξ αὐτῆς ἀρχίζει ἡ ἀτελεύτητη διαδοχὴ εἰδώλων καὶ οὐκ ὄντων: τὰ εἴδωλα εἶναι οἱ ἀτελεῖς καὶ θολὲς ἀναπλάσεις τῶν ὄντων ποὺ σχηματίζονται στὸν συνεσκιασμένο κυρτὸ δέκτη τοῦ νοός· τὰ εἴδωλα εἶναι τὰ ὑπεναντία τῆς ἐν τῷ φωτὶ θείας εἰκόνος! […]
Τὸ κυρτὸ κάτοπτρο τοῦ νοῦ, ἐστραμμένο περὶ τὰ πρόσγεια, λαμβάνει ἀτελεῖς καὶ τμηματικὲς μορφὲς ὄντων, τὶς σωρεύει στὸ ἐσωτερικό του, τὶς ἀναπλάθει ὑπὸ συνθῆκες ἀνεπαρκοῦς φωτισμοῦ καὶ τὶς ἀναδιατάσσει ὡς ὄντα, ἐνῶ ἀποτελοῦν οὐκ ὄντα. […]


Λάμπρου Χρ. Σιάσου, Ἀπὸ τὴν μετανεωτερικὴ φιλοκαλία στὶς παρωχημένες μικροοθόνες τῆς σύγχρονης μικροηλεκτρονικῆς (2 Κορ. 3, 18), στὸ Η´ Παύλεια, Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, Πρακτικὰ Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου, Ἱερὰ Μητρόπολις Βεροίας, Ναούσης καὶ Καμπανίας 2002

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

στὴν καθολικότητα τοῦ μηδενὸς


Λειμὼν μακάριε, φυτὰ θεόφυτα,
 Παραδείσου τερπνότητος 
νῦν ἐπ’ἐμέ,
δάκρυα σταλάξατε,
 ἐκ φύλλων ὥσπερ ὀφθαλμῶν,
 τὸν γυμνόν, καὶ ξένον δόξης Θεοῦ.

Μιχαὴλ Ἄγγελος

Κρατώντας τὸν νοῦ σου στὴν κόλαση ταπεινώνεσαι, ὄχι ψυχολογικά, ἀλλὰ ὀντολογικά. Συμμετέχεις στὴν ἄβυσσο τοῦ μηδενός, ὅπου βρισκόσουν πρὶν ὁ Θεὸς σὲ φέρει στὴν ὕπαρξη. Βιώνεις τὴν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ ὡς ὑπαρξιακὸ κενὸ καὶ ἐκεῖ, σ’ αὐτὸ τὸ κενό, συναντᾶς τὸν προγεννήτορά σου Ἀδὰμ νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ Παραδείσου (ἕνα θέμα τόσο ἀγαπητὸ στὸν ἅγ. Σιλουανό.) Ταυτίζεσαι ἔτσι μὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ἰδιαίτερα στὴν πεπτωκυῖα κατάστασή της, καὶ ταυτιζόμενος μ’ αὐτὴν στὴν πτώση της ἀποκτᾶς τὴν ἀληθινὴ αὐτογνωσία καὶ παύεις νὰ εἶσαι περήφανος γιὰ τὸν ἑαυτό σου -αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση-, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ νιώθεις συμπάθεια πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ σὰν ἐσένα εἶναι ἁμαρτωλοί, συμπεριλαμβανομένων τῶν ἐχθρῶν σου, κι ἔτσι τοὺς ἀγαπᾶς ὅλους, ὄχι συναισθηματικὰ ἀλλὰ ὑπαρξιακά, ὄχι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ κάνεις αὐτὸ λόγῳ κάποιας ἠθικῆς ἐπιταγῆς, ἀλλὰ συμμετέχοντας στὴ δική τους ὕπαρξη, στὸν χωρισμό τους ἀπὸ τὸν Θεό, στὸν θάνατό τους. […]
Ἡ φράση τοῦ ἁγ. Σιλουανοῦ «κράτα τὸ νοῦ σου στὴν κόλαση καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι» δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ μέθοδος, ἀλλὰ ὁ χριστολογικὸς λόγος ὕπαρξης (raison d’ être) τοῦ ἀσκητισμοῦ. Ὁ ἀσκητισμὸς ἐμπνέεται καὶ δικαιώνεται ἀπὸ τὴ Χριστολογία καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἠθική. Δίχως τὴ Χριστολογία ὅλος ὁ χριστιανικὸς ἀσκητισμὸς θὰ γινόταν μιὰ μαζοχιστικὴ ἐμπειρία δαιμονικοῦ χαρακτήρα. 


Μητροπ. Ἰωάννης [Ζηζιούλας], Ἡ θεολογία τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, στὸ Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς τῆς οἰκουμένης, ἐκδ. Ἀκρίτας, 2001

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

ὁ Κροπότκιν καὶ ἡ παραβολὴ τῆς κρίσεως (Μτθ. 25, 31-46)


K. Λουδοβίκος - ἐλεύθερος ἔρχομαι

Ὁ Πιὸτρ Κροπότκιν στὸ ἔργο του Ἀλληλοβοήθεια-ἕνας παράγοντας τῆς ἐξέλιξης, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐνδιαφερόντων, συνοψίζει τὴν θύραθεν ριζοσπαστικὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖται κατὰ καιροὺς στὴν ἐκκλησιαστικὴ φιλανθρωπία. Ἀναφέρει λοιπὸν ὅτι: «ἡ χριστιανικὴ ἐκκλησία […] ἀντὶ γιὰ τὴν ἀλληλοβοήθεια ποὺ κάθε ἄγριος θεωρεῖ ὑποχρέωση πρὸς τοὺς ὁμοφύλους του, ἄρχισε νὰ κηρύττει τὴ φιλανθρωπία, ποὺ ἔχει τὸ χαρακτήρα ἄνωθεν ἔμπνευσης, καὶ ἀκολούθως ὑπονοεῖ μιὰ κάποια ἀνωτερότητα τοῦ δότη σὲ σχέση μὲ τὸ λήπτη».
Ἡ μαρτυρούμενη στὸ σχόλιο σύγκρουση μεταξὺ «φυσικῆς» ἀλληλοβοήθειας καὶ ἑτερόνομης φιλανθρωπίας μᾶλλον ἀποδεικνύεται τεχνητή, ἂν οἱ ἔννοιες ποὺ φαίνεται νὰ ἀντιπαρατίθενται κριθοῦν βάσει τῆς παραβολῆς τῆς κρίσεως. Σὲ αὐτὴν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ἰχνογραφοῦν μὲ ἔντονες εἰκόνες τὸ κριτήριο ἐκείνης τῆς ζωῆς ποὺ μπορεῖ νὰ νικήσει ὁλοκληρωτικὰ τὸν θάνατο: τὴν ἀπροϋπόθετη ἀγάπη.
Ὁ Χριστὸς λοιπὸν ἀναγγέλλει ὅτι ἀθανατίζουν τὴ ζωὴ ἐκεῖνοι ποὺ κοινώνησαν τὴ ζωή τους μὲ τὸν πόνο τοῦ Χριστοῦ. Ἀντιθέτως ἐκεῖνοι ποὺ μίκρυναν τὴ ζωὴ στὰ ὅρια τῶν ἐγωικῶν στεγανῶν τους, μαραζώνουν στὴν ἀπόσταση ποὺ αὐτοβούλως ἵδρυσαν μεταξὺ τοὺ ἑαυτοῦ τους καὶ τοῦ πονεμένου Χριστοῦ. Τὸ ἰδιαίτερο καὶ συνάμα ἔξοχο στοιχεῖο τῆς συγκεκριμένης παραβολῆς ἐντοπίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι τόσο οἱ πρῶτοι, ὅσο καὶ οἱ δεύτεροι ἀποροῦν ἐξίσου γιὰ τὴν παρουσία καὶ τὴν ἀπουσία ἀντίστοιχα τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή τους. Οἱ πρῶτοι, ποὺ ἔζησαν τὸ πρόσωπο τοῦ ἀναγκεμένου ὡς πλησίον, ἀναρωτιοῦνται γιὰ τὴ βεβαίωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ἔζησαν μὲ τὸν Ἴδιο. Οἱ δεύτεροι, ποὺ δὲν νοιάστηκαν ἂν πλησίον τους ὕπάρχει ὁ ἄλλος, ἀναρωτιοῦνται ἐπίσης πότε ἀρνήθηκαν τὸν Χριστό.
«Κύριε πότε σε εἴδομεν;» ρωτοῦν καὶ οἱ δύο. Οἱ μέν, διότι πολιτεύθηκαν ἀγαπῶντες. Ἔζησαν κατὰ φύσιν, χωρὶς τὴν ἀναγκαιότητα ποὺ ἐπιβάλλει ὁ φόβος ἢ ἡ ἀνταπόδοση. Ὄντες πανδοχεῖς τοῦ ἄλλου ἀξιώθηκαν νὰ δεξιωθοῦν τὸν κατεξοχὴν Ἄλλον, τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ ἐν ἀγνοίᾳ τους. Ἡ ἄγνοιά τους κατέστη σωστικὴ καθὼς σημαίνει συν-χώρηση τοῦ ἑτέρου ἄνευ προαπαιτουμένων.
Οἱ δεύτεροι καταθέτουν τὴν ἴδια ἐρώτηση: «Κύριε πότε σε εἴδομεν;» Αὐτοὶ ὅμως ρωτοῦν, διότι ἐπέλεξαν νὰ ἕρπουν στὸ βυθὸ τῆς ἀκοινωνησίας. Ὁ βίος τους προσδιορίστηκε καθοριστικὰ ἀπὸ τὴν αὐτεπίστροφη περιπλάνηση στὰ ἴδια. Δὲν ξεμύτισαν ἀπὸ τὴν κλεισούρα τοῦ ἑαυτοῦ. Ἐν ἀγνοίᾳ τους, δηλαδὴ στὴ μοναξιὰ τῆς σφετερισμένης ζωῆς, ἀπέλασαν τοὺς πάντες γνωρίζοντες μόνον ἑαυτοὺς χωρὶς ἀλλήλους.
Συνεπῶς ὁ ἀναρχικὸς πρίγκηπας δικαίως στηλιτεύει τὴν ἄνωθεν ἔμπνευση τῆς φιλανθρωπίας. Αὐτὴ ἡ ἐπιλογὴ λειτουργεῖ ἔμπλεη φόβου (κόλαση) ἢ ἀνταποδοτικότητας (παράδεισος), εἶναι δηλαδὴ ἀπολύτως χειραγωγημένη ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια. Ἐπιπλέον σὲ τέτοιο περιβάλλον εὐδοκιμεῖ κατεξοχὴν ἡ ἐξουσία, ποὺ κατεργάζεται τὴν ἐκμετάλλευση τοῦ λήπτη ἀπὸ τὸν δότη. Ἡ φυσικὴ κοινωνικότητα ὅμως τῶν ἀγαπώντων τῆς παραβολῆς ἀδυνατεῖ νὰ θεσπίσει ἐξουσία καὶ ἰδιοτέλεια. Στὴ σχέση ἐκείνη ὁ ἑαυτὸς ὑποστασιοποιεῖται στὸ πρόσωπο τοῦ πλησίον· δὲν ἐκπτύσσεται ὄντας ἤδη συγκροτημένος ἀλλὰ συγκροτεῖται ὅσο κοινωνεῖ.  
Ἔτσι, ἡ εὐαγγελικὴ προοπτικὴ τῆς ὄντως φιλανθρωπίας ἀμβλύνει καθοριστικὰ τὴ διαμαρτυρία τοῦ ἀναρχικοῦ φυσιοδίφη. Γιατὶ ἡ παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ ἐξοβελίζει βιαίως καὶ τὴν ὑπόνοια ἀκόμη περὶ φοβικῆς ἢ χρησιμοθηρικῆς σχέσης δότη-λήπτη. Ἡ ἐν Χριστῷ φιλανθρωπία οὔτε νοθεύει ἑτερονομικῶς τὴν κοινωνικότητα, οὔτε ὑποθάλπει τὴν ἀφύσικη ἰδιοτέλεια, διότι οἱ σεσωσμένοι τῆς παραβολῆς δὲν ἀκολουθοῦν κάποιο ἠθικὸ πρότυπο. Βρίσκουν τὸν Χριστὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου ἀγνοώντας Τον· διότι δὲν πολιτεύθηκαν κατακτητικὰ ἀλλὰ προσφερόμενοι. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναμένουν κάτι ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἐπέλεξαν νὰ ὑπάρχουν.
Συνάμα ὅμως δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ζοῦν τοιουτοτρόπως ἀπὸ τὴν «αὐτονομία» ποὺ ὁρίζει ἡ φυσιοκρατία, οὔτε περιορίζουν τὴ σχέση σὲ ἡμετέρους, ὥστε νὰ ἱκανοποιεῖται ψυχολογικὰ ἡ ἀνάγκη μιᾶς ἀντικειμενικὰ προσδιορισμένης ταυτότητας (ὁμόφυλον). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντεστραμμένη –φυσιοκρατική- θρησκευτικότητα, ποὺ ὑπονοεῖται σαφέστατα στὴν τοποθέτηση τοῦ Κροπότκιν.
Ἡ καθολικότητα τοῦ κοινωνικῶς ὑπάρχειν θραύει τὰ ὅρια τόσο τῆς μεταφυσικῆς φιλανθρωπίας, ὅσο καὶ τῆς φυσιοκρατικῆς ἀλληλεγγύης. Ἄλλωστε καὶ τὰ δύο εἶναι οἰκοδομημένα στὰ θεμέλια τοῦ ἑαυτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνδύεται τὴν ἠθική, εἴτε ἐμπνεόμενος ἄνωθεν εἴτε ἐμπνεόμενος ἔσωθεν. Ἡ εὐαγγελικὴ εἰκόνα ὅμως τῆς κρίσεως ἱδρύει καὶ προτείνει τὴν ἐν κοινωνίᾳ ἔμπνευση, αὐτὴ ποὺ τεχνουργεῖται στὴν ἄφοβη καὶ ἀνυστερόβουλη σχέση, στὴν ἐλευθερία νὰ ὑπάρχω μόνο ἐντός της καὶ ἀπὸ τὴ χάρη της.


Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας


Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

φιλοσοφία, ποίηση καὶ τὸ φτηνὸ ὀξὺ τῆς λογικῆς



[…] Ὅποιος θέλει νὰ μιλήση ἀληθινὰ γιὰ τὸ μηδέν, πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ γίνη ἀνεπιστήμων. Τοῦτο ὅμως ἰσοδυναμεῖ μὲ μιὰ μεγάλη ἀτυχία, μόνο στὸ βαθμὸ ποὺ κανεὶς πιστεύει πὼς ἡ ἐπιστημονικὴ σκέψη εἶναι ἡ μόνη καὶ ἡ γνήσια αὐστηρὴ σκέψη, καὶ πὼς μόνον αὐτὴ μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ ἀποτελέση τὸ κριτήριο καὶ τῆς φιλοσοφικῆς σκέψης. Ἀλλὰ ἰσχύει τὸ ἀντίστροφο. Ὅλη ἡ ἐπιστημονικὴ σκέψη δὲν εἶναι παρὰ παράγωγος καὶ συνεπῶς, ὡς τοιαύτη, εἶναι μιὰ πηγμένη μορφὴ τῆς φιλοσοφικῆς σκέψης. Ἡ φιλοσοφία δὲν γεννιέται ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη οὔτε διὰ τῆς ἐπιστήμης. Ἡ φιλοσοφία δὲν εἶναι τῆς αὐτῆς τάξεως μὲ τὴν ἐπιστήμη. Ἡ φιλοσοφία προηγεῖται στὴν τάξη· καὶ τοῦτο ὄχι μόνο «λογικῶς» ἢ σύμφωνα μὲ ἕνα πίνακα τοῦ συστήματος ἐπιστημῶν. Ἡ φιλοσοφία στέκεται σὲ μιὰν ἐντελῶς διαφορετικὴ περιοχὴ καὶ τάξη τοῦ πνεύματος. Μόνο μὲ τὴν ποίηση βρίσκεται ἡ φιλοσοφία καὶ ἡ σκέψη της στὴν αὐτὴ τάξη. Ὡστόσο, ἡ ποίηση καὶ ἡ σκέψη δὲν εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Ὁ λόγος περὶ τοῦ μηδενὸς παραμένει γιὰ τὴν ἐπιστήμη πάντοτε κάτι τὸ φρικῶδες καὶ τὸ παράλογο. Ἀντίθετα, μπορεῖ νὰ μιλήσει γιὰ τὸ μηδέν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν φιλόσοφο καὶ ὁ ποιητὴς –καὶ βεβαίως ὄχι ἐπειδή, κατὰ τὴν κοινὴ ἀντίληψη, ἡ ποίηση δὲν διαθέτει αὐστηρότητα, ἀλλὰ ἐπειδὴ στὴν ποίηση (καὶ ἐννοῶ μόνον τὴ γνήσια καὶ μεγάλη ποίηση) βασιλεύει μιὰ οὐσιαστικὴ ἀνωτερότητα πνεύματος, σὲ σύγκριση μ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἁπλῶς ἐπιστημονικό. Ὁ ποιητὴς μιλάει πάντοτε ξεκινώντας ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀνωτερότητα, ὡσὰν τὰ ὄντα νὰ ἔβρισκαν τὴν ἔκφρασή τους καὶ νὰ ὀνοματίζωνταν γιὰ πρώτη φορά. Στὴν ποίηση τοῦ ποιητῆ καὶ στὴ σκέψη τοῦ διανοητῆ οἰκονομεῖται ἕνας τέτοιος κοσμικὸς χῶρος, ὅπου ἐντός του ὅλα τὰ πράγμτα -ἕνα δένδρο, ἕνα βουνό, ἕνα σπίτι, μιὰ κραυγὴ πουλιοῦ- χάνουν παντελῶς τὸν ἀδιάφορο καὶ συνηθισμένο χαρακτῆρα τους.
 Ὁ ἀληθινὸς λόγος περὶ τοῦ μηδενὸς παραμένει πάντοτε κάτι τὸ ἀσύνηθες. Δὲν ἀφήνεται νὰ γίνει κοινός. Ἂν τοποθετηθῆ στὸ φτηνὸ ὀξὺ μιᾶς ἁπλῶς λογικῆς ὀξύνοιας διαλύεται. […]

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Εἰσαγωγὴ στὴ Μεταφυσική, εἰσαγωγή, μετάφραση, ἐπιλεγόμενα Χρήστου Μαλεβίτση, Ἁρμὸς 2010