Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

ἡ ἀπομύθευση τῆς ἐξουσίας στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη (μέρος β´)

Χαράλαμπος Κορωναῖος
Ὕστερα ἀπὸ τὴ διευκρίνιση, θὰ δοῦμε μέσα ἀπὸ δύο παραδείγματα πῶς ἀντιμετωπίζει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη τὴν πολιτικὴ πραγματικότητα τῆς ἐποχῆς της. […]
Τὸ πρῶτο θηρίο παρουσιάζεται μὲ τὴ γνωστὴ ἀπὸ τὸν προφήτη Δανιὴλ παραδοσιακὴ γλῶσσα, δυνατό, ἀπάνθρωπο, βίαιο. Εἶναι ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, ἡ ἑπτάλοφη πόλη μὲ τὴν ἰουλιοκλαυδιανὴ δυναστεία καὶ τοὺς διαδόχους της. Κύριο γνώρισμά της οἱ ψευτοθρησκευτικοὶ αὐτοκρατορικοὶ τίτλοι, ποὺ προβάλλουν τὴν ἀπαίτησή της γιὰ παγκόσμια ἐπικράτηση, γιὰ ὁλοκληρωτικὴ ὑποταγὴ τῶν ἀνθρώπων στὴν ὠμὴ βία ποὺ ντύνεται ἰδεολογικὰ μὲ θεϊκοὺς τίτλους.
[…] τὸ δεύτερο θηρίο εἶναι ἡ ψευτοθεολογία τῆς αὐτοκρατορικῆς λατρείας, ἡ προπαγάνδα τῆς κρατικῆς μηχανῆς τοῦ Δομιτιανοῦ γιὰ παράδειγμα, ποὺ προβάλλει τὴ θεότητα τοῦ μονάρχη, τὶς εὐεργεσίες του, τὶς πνευματικές του δυνάμεις, τὴν καλοσύνη του, τὰ θαύματά του, τὴν πατρική του φροντίδα γιὰ τοὺς λαοὺς τοῦ κράτους του, τὴν εὐδαιμονία ποὺ ἐξασφαλίζει μὲ τὴν ἀκώλυτη διεξαγωγὴ τῶν συγκοινωνιῶν καὶ τὴν ἄνθηση τοῦ ἐμπορίου. […] Οἱ ἔμποροι, «οἱ δυνάστες τῆς γῆς» (18, 23), μὲ τὸν κατάλογο τῶν ἐμπορευμάτων δείχνουν τὶ συγκρατεῖ καὶ συγκροτεῖ οὐσιαστικὰ τὴν ψευτοθεολογικὴ ἰδεολογία τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας: τὸ κέρδος ποὺ δὲν κάνει διακρίσεις καὶ δὲν ἔχει ὅρια, ἀφοῦ προσφέρει ἀκόμα καὶ «κορμιὰ γιὰ πούλημα» καὶ δὲ διστάζει νὰ χρησιμοποιήσει ὡς ἐμπόρευμα «ἀκόμα καὶ ἀνθρώπινες ζωές».
[…] Γι’ αὐτὸ (ὁ Ἰωάννης) ξεσκεπάζει τὴν ἀπάτη καὶ ἀποκαλύπτει τὶ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν ψευτοϊδεολογία τῆς θεοποιημένης πολιτικῆς, τὴ βία, τὴν καταπίεση, τὸν ἐξανδραποδισμὸ τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι ἡ θεολογία ἐπιτελεῖ στὸ χῶρο τῆς πολιτικῆς τὴν ἀληθινὴ λειτουργία της: ἐπιφέρει τὴν κάθαρση τῶν ἀνθρωπίνων παθημάτων μὲ τὴν ἀποκάλυψη καὶ τὴν ἀπομύθευση. […] Ὁ προφήτης βλέπει καθαρὰ τὰ δεινὰ ποὺ ἐπισωρεύονται γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅταν ἡ ἰδεολογία καὶ ἡ πολιτικὴ πράξη πάψουν νὰ βλέπουν τὸν ἄνθρωπο ὡς σκοπὸ καὶ τὸν μεταβάλλουν σὲ παίγνιο τῶν δικῶν τους στόχων, ὅταν μ’ ἕνα λόγο χάσουν τὸ χαρακτήρα τῆς «λειτουργίας» γιὰ χάρη τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. […]
Θά ’ταν ἐνδιαφέρον νὰ συγκρίνει κανεὶς αὐτὸ τὸ μεγαλειῶδες ὅραμα μὲ τὶς ἀρχαῖες οὐτοπίες, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ διαφορὰ καὶ κυρίως ὁ ρεαλισμὸς τοῦ Ἰωάννη ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ ὁ βαθιὰ ἀνθρωπιστικὸς χαρακτήρας τοῦ ὁράματός του ἀπὸ τὴν ἄλλη. […] Θὰ ἐπισημάνουμε ἁπλῶς τὸν πανανθρώπινο χαρακτήρα τῆς νέας Ἱερουσαλήμ, τὴν οὐσιαστικὴ ἐλευθερία ποὺ τὴ διακρίνει, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι σ’ αὐτὴν ἀπαλλαγμένος ἀπὸ κάθε λογῆς φυσικὰ καὶ θεσμικὰ δεινά· ἀκόμα πρέπει νὰ ὑπογραμμιστεῖ ἡ ὑπέρβαση ὅλων τῶν σχημάτων τοῦ παρόντος, τὸ νέο πνεῦμα ποὺ διέπει τὰ πάντα, ἡ ἀπουσία κάθε μορφῆς καταπίεσης ἢ ἐκμετάλλευση, καὶ κυρίως ἡ ἠθικὴ ἀνακαίνιση - ὁλοφάνερη στὸν ἐνδεικτικὸ κατάλογο ὅσων ἀπαγορεύεται νὰ μποῦν στὴ νέα πόλη. […]
Βλέπουμε ἔτσι τὸ λόγο τῆς χριστιανικῆς θεολογίας νὰ λειτουργεῖ στὸ χῶρο τῆς πολιτικῆς ἀπομυθευτικά, κριτικά, ἀπελευθερωτικά: ἐπισημαίνει τὸ πρῶτο ψεῦδος, τὴν εἰδωλοποίηση καὶ ἀποθέωση τῆς ἐξουσίας τῶν λίγων καὶ τὴν πνευματικὴ ὑποδούλωση τῶν πολλῶν, τὴ μεταβολὴ τῶν θεσμῶν ποὺ πρέπει νὰ λειτουργοῦν γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου σὲ δεσμὰ ποὺ ἀποπροσανατολίζουν πνευματικά, ἐξαχρειώνουν ἠθικὰ καὶ ἐκμηδενίζουν πρακτικὰ τὴν ἀνθρώπινη ὑπόσταση. […]
Αὐτὸ φυσικὰ δὲ σημαίνει μεταβολὴ τῆς θεολογίας σὲ πολιτική – περιττεύει νὰ ποῦμε πὼς μὲ κανένα πρόσχημα δὲν μπορεῖ νὰ γίνει στήριγμα γιὰ ἄσκηση κομματικῆς πολιτικῆς. Ἁπλῶς σημαίνει συνέπεια τῆς θεολογίας, λειτούργημα ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴ δυνατότητά της νὰ βλέπει καθαρὰ τὰ διαδραματιζόμενα στὴν ἐπίγεια σκηνή.


Βασ. Π. Στογιάννος, Ἀποκάλυψη καὶ Πολιτική, Λόγος ποὺ ἐκφωνήθηκε στὴ γιορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὶς 30/01/1985, Ἑρμηνευτικὰ Μελετήματα, ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1988

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

ἡ ἀπομύθευση τῆς ἐξουσίας στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη (μέρος α´)


Βασίλι Καντίνσκι

(κατὰ τὸν 1ο μ.Χ. αἰώνα στὸ ρωμαϊκὸ imperium) […] οἱ ἀρχαῖες θρησκεῖες στὸ σύνολό τους δὲν εἶχαν τὸ στενὸ δεσμὸ μὲ τὴν ἠθικὴ ποὺ ξέρουμε ἀπὸ τὴ βιβλικὴ παράδοση. […] Ἔτσι δημιουργήθηκε ἕνα κενό, ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ καλύψουν οἱ ἀνατολικὲς μυστηριακὲς θρησκεῖες καὶ κυρίως ἡ χαμηλῆς στάθμης θρησκευτικότητα φαινομένων ὅπως ἡ μαγεία, ἡ ἀστρολογία καὶ κάθε λογῆς δεισιδαιμονίες. Τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ κυριαρχία στὸ θρησκευτικὸ χῶρο ἑνὸς κλίματος ἀνορθολογισμοῦ, ψευδομυστικισμοῦ καὶ ἀτομισμοῦ, ἀνεξέλεγκτων ἀπὸ τὸ κράτος, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ὁδηγήσουν στὴ συνεκτικὴ ἰδεολογία, ὅπως ἐπιθυμοῦσαν οἱ ρωμαῖοι ἄρχοντες  τοῦ 1ου μ.Χ. αἰώνα. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἀναλαμβάνεται μιὰ ὀργανωμένη προσπάθεια προβολῆς τοῦ αὐτοκράτορα ὡς ἀνώτατου θρησκευτικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἄρχοντα – κάτι παραπάνω, ὡς ἐπίγειου θεοῦ, κατὰ τὸ πρότυπο τῶν βασιλείων τῆς Ἀνατολῆς. […] περιβάλλοντας μὲ θρησκευτικοὺς ὅρους τὴν πολιτικὴ πράξη, μεταβάλλοντας οὐσιαστικὰ τὴν πολιτικὴ ἰδεολογία σὲ θεολογία.
[…] Κοντολογίς, οἱ ἀποδέκτες τῆς Ἀποκάλυψης βρίσκονται ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κρατικὴ ἐξουσία καὶ τὴν ἰδεολογία της, μιὰν ἰδεολογία πολιτικὴ στὴν ἀφετηρία καὶ τὸν τελικὸ στόχο της, θρησκευτικὴ ὅμως στὴν ἔκφρασή της.
[…] Ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς κιόλας τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ πρῶτοι θεολόγοι ἀντιμετώπισαν τὸ πρόβλημα μὲ σαφήνεια προκλητικὴ θὰ λέγαμε ἔναντι τῆς κρατικῆς ἐξουσίας: στὴ «θεολογία» τῆς πολιτικῆς ἀντέταξαν τὴν πολιτικὴ τῆς Θεολογίας. Ἔτσι ἔχουμε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς κιόλας μιὰ συνειδητὴ ἔκφραση τῆς χριστιανικῆς θεολογίας μὲ πολιτικοὺς ὅρους, καθὼς καὶ μιὰ κλιμακούμενη ἀπομύθευση τῆς αὐτοκρατορικῆς πολιτικῆς ἰδεολογίας, ποὺ γίνεται ριζικὴ στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη.
Δὲν ἀρχίζει βέβαια μὲ τὴν Ἀποκάλυψη ἡ χρήση πολιτικῶν ὅρων γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς χριστιανικῆς αὐτοσυνειδησίας. Αὐτὸ γίνεται πολὺ πιὸ πρίν. Ἔτσι ὁ ὅρος «ἐκκλησία» προέρχεται ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς πολιτικῆς· συνειδητὰ ἐπιλέγεται γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴ νέα πραγματικότητα, ἑνὸς καινούργιου λαοῦ ποὺ συγκαλεῖται ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ νὰ ἀποτελέσει μιὰν ἀνθρωπότητα ποὺ ὑπερβαίνει τὶς ἐθνικές, θρησκευτικὲς καὶ πολιτικὲς διαιρέσεις τοῦ κόσμου. […]

Ἡ ἀπομύθευση τῆς πολιτικῆς, τὸ ξεμασκάρεμα τῆς ψευτοθεολογίας τῆς αὐτοκρατορικῆς λατρείας, ἡ κατάδειξη τοῦ τυραννικοῦ καὶ ἀπάνθρωπου χαρακτήρα τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας, ὅπως θὰ τὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, ἀποτελοῦν σ’ ἔσχατη ἀνάλυση λυτρωτικὴ παρέμβαση τοῦ θεολογικοῦ λόγου, κι ὄχι πολιτικὴ μὲ τὴ στενὴ ἔννοια. Ὁ πειρασμὸς τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἐπενδυμένης μὲ χριστιανικὴ ὁρολογία, εἶναι ἄγνωστος γιὰ τὴν ἀρχέγονη Ἐκκλησία καὶ ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἐμμονή της στὸ ἐσχατολογικὸ ὅραμα, ποὺ νοηματοδοτεῖ τὴ δική της πορεία καὶ τὴν πορεία τοῦ κόσμου.

Βασ. Π. Στογιάννος, Ἀποκάλυψη καὶ Πολιτική, Λόγος ποὺ ἐκφωνήθηκε στὴ γιορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὶς 30/01/1985, Ἑρμηνευτικὰ Μελετήματα, ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1988

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Νίτσε - ὁ σταυρωμένος νοσταλγὸς



Ὁ Νietzsche θεωρεῖται ὑπό τινων ὡς ἄθεος, τοῦτο ὅμως εἶναι μία ἀφελὴς καὶ ἐπιπολαία κρίσις, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον περὶ τοῦ Νietzsche, δὲν ἔχουν κατανοήσει σαφῶς, ὅτι ἡ συνείδησις καὶ αἱ συνειδηταὶ ἰδέαι δὲν ἐξαντλοῦν ὅλον τὸ βάθος ἑνὸς ἀνθρώπου. Πλήρης σκληρότητος καὶ μὲ αἴσθημα πόνου ὁ Νietzsche διακηρύττει ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει φονευθῆ. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀθεϊσμοῦ τοῦ Νietzsche καὶ τοῦ Feurbach. Ὁ Νietzsche νοσταλγεῖ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κόσμῳ, «ὤ γύρισε, ἄγνωστε θεέ μου, ἡ ὀδύνη μου καὶ ἡ τελευταία τύχη μου», λέγει ὁ Ζαρατούστρας. Ὅπως καὶ τοὺς ἥρωας τοῦ Dostoievski, τὸν βασανίζει συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως τὸ πρόβλημα τοῦ Θεοῦ. Πλησιάζει τὸ θέμα τοῦ Κirilov. Ἐζήτει τὸν ὑπεράνθρωπον, ἐνῶ οὗτος ἦτο θνητὸς ἄνθρωπος. Ἠγνόει, ὅτι τὸν ὑπεράνθρωπον πρέπει νὰ τὸν ἐπιζητῇ τις ἐν τῇ τελειότητι τοῦ ἀνθρώπου. […]
Ὁ Νietzsche ὑπῆρξε θύμα τῶν συνεπειῶν τῆς ἀρνήσεως τῆς δημιουργικῆς δυνάμεως τοῦ ἀνθρώπου ὑπὸ τοῦ ἱστορικοῦ Χριστιανισμοῦ. […]
Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ἠγωνίσθη ἐναντίον ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ ᾐσθάνθη ἐντὸς αὐτοῦ τὴν θερμοτέραν συμπάθειαν διὰ τὸν Χριστόν. Ὅταν κατελήφθη ὑπὸ τῆς παραφροσύνης, ὑπέγραφε τὰ γράμματά του μὲ τὴν λέξιν ὁ «ἐσταυρωμένος». Κι ὅταν ἀκόμη παρεμορφώθη ὑπὸ τῆς ἀσθενείας του, διεκρίνετο παρ’ αὐτῷ ἀπεριγράπτως ἰσχυρὸν τὸ χριστιανικὸν στοιχεῖον. Ὁ Νietzsche, ὁ ἐχθρὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐπλησίασεν ἀσφαλῶς πολὺ περισσότερον τὸν Χριστὸν παρὰ ὁ εὐθυμος καὶ τόσον εὐνοηθεὶς Goethe, ὁ ὁποῖος οὐδόλως ἔθιξε τὴν χριστιανικὴν υπόθεσιν καὶ ἔλαβε μάλιστα ἔναντι αὐτοῦ μίαν τελείως ἀδιάφορον στάσιν.  […]
Ἡ περίπτωσις τοῦ  Νietzsche μᾶς ὑποδεικνύει τὴν δυνατότητα καὶ τὴν ἀναγκαιότητα μιᾶς νέας ἀποκαλύψεως, σχετιζομένης μὲ τὸν ἄνθρωπον καὶ περιβεβλημένης τὸ ἀνθρώπινον στοιχεῖον ὡς προϋπόθεσιν διὰ τὴν τελείωσιν καὶ ὁλοκλήρωσιν τῆς διαλεκτικῆς τοῦ θείου καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου.

Νικολάου Μπερδιάγιεφ, Θεῖον καὶ Ἀνθρώπινον, ἡ ὑπαρξιακὴ διαλεκτική των σχέσις, μτφρ. εἰσαγωγὴ καὶ σχόλια Προδρόμου Π. Ἀντωνιάδου, Θεσσαλονίκη, ἀνατ. 2000


Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

κεφαλαιοῦχος ὁ φονιὰς

Τάσος Μαντζαβίνος

Ἀλλὰ μὴ νομίσεις, ἀδελφέ, ὅτι δυσκολεύεται ὁ Θεὸς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ θρέψει τοὺς φτωχοὺς καὶ γι’ αὐτὸ μᾶς προστάζει νὰ τοὺς ἐλεοῦμε καὶ νὰ μὴν θεωροῦμε σημαντικὴ τὴν ἐντολὴ αὐτή. Μὴ γένοιτο! Ἀλλὰ αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ἔκανε ἐναντίον μας ὁ διάβολος μὲ τὴν πλεονεξία καὶ γιὰ τὴν ἀπώλειά μας, αὐτὸ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη δημιούργησε γιὰ χάρη μας ὁ Χριστὸς καὶ τὸ ἔκανε γιὰ νὰ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία μας. Ἀλλὰ τὶ λέω; Ὁ διάβολος μᾶς πρόβαλε τὴν ἰδέα νὰ ἰδιοποιηθοῦμε καὶ νὰ ἀποθησαυρίσουμε αὐτὰ ποὺ τέθηκαν γιὰ κοινὴ χρήση, ὥστε μὲ αὐτὴ τὴν πλεονεξία νὰ μᾶς ἀγκυλώσει σὲ δύο ἐγκλήματα καὶ νὰ μᾶς καταστήσει ὑπαίτιους τῆς αἰώνιας τιμωρίας καὶ κατακρίσεως: τὸ πρῶτο ἔγκλημα εἶναι τῆς ἀνελεημοσύνης καὶ τὸ δεύτερο νὰ στηρίζουμε τὴν ἐλπίδα μας στὰ ἀποκείμενα χρήματα καὶ ὄχι στὸν Θεό. Διότι αὐτὸς ποὺ διαθέτει συσσωρευμένα χρήματα δὲν μπορεῖ νὰ ἐλπίζει πρὸς τὸν Θεό· καὶ αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ αὐτὰ μᾶς εἶπε ὁ Χριστὸς καὶ Θεός· «ὅπου», εἶπε, «βρίσκεται ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ καρδιά σας». Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ δίδει στοὺς πάντες ἀπὸ τὰ ἀποθησαυρισμένα του χρήματα, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβει γι’ αὐτὰ ἀνταπόδοση (ἀπὸ τὸν Θεό), ἀλλὰ μᾶλλον εἶναι καὶ ὑπόδικος γιὰ τὴν μέχρι τότε ἄδικη ἀποστέρησή τους. Καὶ ὄχι μόνο· ἀλλὰ εἶναι καὶ ὑπεύθυνος γιὰ ὅσους κατὰ καιροὺς ἔχασαν τὴ ζωή τους λόγῳ πείνας καὶ δίψας· αὐτούς, ἐκεῖνος, ἐνῶ τότε μποροῦσε νὰ τοὺς θρέψει καὶ δὲν τοὺς ἔθρεψε, ἀσφαλίζοντας γιὰ τὸν ἑαυτό του αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στοὺς φτωχοὺς καὶ ἐγκαταλείποντάς τους νὰ πεθάνουν βίαια ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὴν πείνα, ἐκεῖνος λοιπὸν ἀποδείχθηκε φονιὰς τόσων ἀνθρώπων, ὅσων μποροῦσε νὰ θρέψει (καὶ δὲν τὸ ἔπραξε).    

Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Κατηχητικὸς Λόγος 9


σημείωση Domenico: τὰ παραπάνω καταρρίπτουν ὁλοσχερῶς τὴν ἀλλεργία οἱωνδήποτε πρὸς τὴν ἔννοια καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐλεημοσύνης. Στὴν ἐκκλησιαστική της ἐκδοχὴ δὲν ἀσκεῖται ποτὲ πρὸς δικαίωση τοῦ δότη, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὁδηγεῖ ποτὲ σὲ ἐκμετάλλευση τοῦ δέκτη. Τὸ δὲ ἐνδεχόμενο παθητικότητας τοῦ ἐλεούμενου, ποὺ συνιστᾶ ὄντως μία σοβαρὴ παρέκκλιση ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη τῆς ἐλεημοσύνης, δὲν ἀπασχολεῖ τὸν συγκεκριμένο Λόγο τοῦ Ἁγίου Συμεὼν λόγῳ τῆς ριζοσπαστικῆς καθολικότητας τοῦ ἐλέους. Στὴν προοπτικὴ αὐτὴ τὸ ἔλεος  δὲν ἔχει σκοπὸ νὰ ἀνακουφίσει αὐτοδικαιωτικὰ πρὸς καιρὸν ἀλλὰ νὰ κατακρημνίσει βίαια σύνολο τὸ ἑωσφορικῆς ἐμπνεύσεως σύστημα τῆς πλεονεξίας. Δὲν συνιστᾶ λοιπὸν ἡ ἐλεημοσύνη χρέος ἠθικὸ ἀλλὰ συνεπῆ ἐναρμόνιση μὲ τοὺς ὅρους τῆς ἐν ἀσκήσει εὐχαριστιακῆς κοινωνίας, δηλαδὴ μὲ τὸ χρέος τῆς ἀπελεύθερωσης ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς ἐλεημοσύνης.        

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

ξημέρωνε ἡ 3η Ἰανουαρίου 1911


 

Εἶναι ψάλτης; Καθηγητὴς ξένων γλωσσῶν; Ἱεροκήρυκας; Οἱ παραξενιὲς τῆς ζωῆς του, μεγαλωμένες ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, τὸν ντύνουν μ’ ἕνα παράξενο φῶς μυστηρίου ποὺ διεγείρει τὴν περιέργεια. Ὁ καροτσέρης κι ὁ κὺρ Θανάσης δὲν εἶναι οἱ μόνοι ποὺ γελάστηκαν. Κάτω στὸν προφήτη Ἐλισαῖο, καθὼς περίμενε στὴν πόρτα τὸν Μωραϊτίδη, κάποια γυναίκα τοῦ ’βαλε τὴν πεντάρα της στὸ χέρι ὅπως στοὺς ἄλλους ζητιάνους. Μὴν εἶναι ἀλήθεια ζητιάνος; Πίνει κρασὶ μὲ καντηλανάφτες καὶ κοιμᾶται σὲ μιὰ μάντρα, μὲ λούστρους καὶ χαμάληδες. Εἶναι καλόγερος ποὺ δραπέτευσε ἀπὸ τὸ Ὅρος; Ἔχει δικό του ταλέντο; Παραφράζει τὸ Δίκενς; Τὶ εἶναι τέλος πάντων ὁ σιωπηλὸς καὶ περήφανος αὐτὸς κουρελὴς ποὺ κουβαλάει κάτω ἀπὸ τὰ ράκη τοῦ ταβερνόβιου τὴ μαγεία ἑνὸς συναρπαστικοῦ ὕφους;
Οἱ συνάδελφοι προσπαθοῦν νὰ τὸν πλησιάσουν, νὰ γίνουν φίλοι του. Αὐτὸς ἀποφεύγει ὅσο μπορεῖ καὶ κρατάει τὸ κεφάλι χαμηλομένο. Κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ πὼς τὸν εἶδε ποτὲ κατὰ πρόσωπο. Κι οὔτε ἔμαθε τὸ χρῶμα τῶν ματιῶν του.

[…]

Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ
ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου
καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης περιέβαλέ με…

Ἡ φωνὴ ὅσο πάει λιγοστεύει. Γίνεται ψίθυρος, γίνεται ἀναπνοή, ὕστερα παύει. Θὰ νύσταξε. Ἔχει σταυρώσει τὰ χέρια του, ἔχει σφαλίσει τὰ βλέφαρα κι ἄφησε τὸ κεφάλι νὰ γείρει ὅπως πάντα μπροστά, μ’ ἐλαφρὴ κλίση ἀριστερά.
Στὴν ἴδια στάση, παγομένον, τὸν βρῆκαν τὸ πρωὶ οἱ ἀδερφές του.
Ξημέρωνε ἡ 3η Ἰανουαρίου 1911. Ἔξω χιόνιζε πάλι.  

Μ. Περάνθη, Ὁ Κοσμοκαλόγερος, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἐστίας, Ἀθήνα, 41967
(διατηρήθηκε ἡ ὀρθογραφία τοῦ πρωτοτύπου)