Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

ἐλευθερία - ἡ ὕλη καὶ ἡ μνήμη τοῦ ἔρωτα



Οἱ κεχαριτωμένοι βεβαιώνουν ὅτι «ἔστι δὲ καὶ ἐκστατικὸς ὁ θεῖος ἔρως, οὐκ ἐῶν ἑαυτῶν εἶναι τοὺς ἐραστάς, ἀλλὰ τῶν ἐρωμένων». Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι ἡ δυνατότητα ἐπιλογῆς ἀλλὰ ἡ κενωτικὴ θραύση τῶν ὑπαρκτικῶν προδιαγραφῶν. Ὁ Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος ἐπειδὴ ὁ Ἴδιος κάνει τὴ φύση Του νὰ εἶναι. Στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου συμβαίνει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο: Ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ ὑπερβεῖ τοὺς προκαθορισμοὺς τῆς κτιστῆς φύσης μόνος του, γιατὶ δὲν εἶναι ἐλεύθερος.
Τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐλευθερίας γιὰ τὸν ἄνθρωπο πραγματοποιήθηκαν κατὰ τὴ δημιουργία. Τὸ κτιστὸ πλάστηκε κατὰ τὴν ἐρωτικὴ ἔξοδο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἑαυτό Του. Συστατική του δομὴ εἶναι ἡ κλήση νὰ μετάσχει στὴν ἐλευθερία τοῦ Κτίστη: Νὰ ὑπάρχει ἀνάρχως, ἄνευ ὑπακοῆς στὴν ἀρχὴ τῆς κτιστῆς φύσης ποὺ ἰδιοτροπεῖ. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἱερέας τῆς κτίσεως μὲ ἔργο νὰ τὴν καταστήσει ἐλεύθερη ἀπὸ τὴ φυσικῶς διατεταγμένη πορεία τοῦ μηδενός, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προῆλθε. Ὁ ἐργαστηριακὸς τόπος αὐτῆς τῆς ἀνατροπῆς εἶναι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖ μετασκευάζεται ἡ φυσικὴ κλίση πρὸς τὸ μηδὲν σὲ ἀπάντηση πρὸς τὴν κλήση τοῦ Δημιουργοῦ.
Ὁ Θεὸς καλεῖ τὸ πλάσμα Του κατὰ τὴν ἐξόδιο δημιουργικὴ κίνησή Του. Ὁ μανικός Του ἔρως ὅμως δὲν ἀναπαύεται μόνο σὲ αὐτὴ τὴν ἐξ ἀποστάσεως κλήση. Κάποτε ἀναλαμβάνει νὰ κάνει τὴ δημιουργία σάρκα Του, ὥστε νὰ ἐξαλειφθεῖ παντελῶς ἡ ἀπόσταση μεταξύ τους. Ἡ φυσικὴ διαφορὰ Ἀκτίστου Θεοῦ καὶ κτιστῆς δημιουργίας ὑφίσταται ἀπαράγραπτη. Αὐτὸ ποὺ χαρίζει ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Δημιουργοῦ εἶναι ἡ δυνατότητα νὰ μηδενίζονται οἱ κτιστὲς ἀντιστάσεις κατὰ τὴν ἀγαπητικὴ ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος δύναται πιὰ νὰ κυριαρχεῖ στὴν a priori κυριαρχία τοῦ κτιστοῦ.
Ἡ ἐλευθερία λοιπὸν εἶναι ἡ ὕλη τῆς ἀγάπης. Ἄνευ τῆς κενωτικῆς ἐξόδου ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι συνάντηση· ψεύδεται σὲ πεποιθήσεις, ἄσαρκα νενομισμένα. Ἀκριβῶς δὲ ἐπειδὴ εἶναι ἄυλα γίνονται βορὰ στὴν ἀναγκαιότητα τοῦ χρόνου, λησμονοῦνται.  Εἶναι ἀδύνατο νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ βαρίδια τῆς λήθης. Ὅ,τι ἀν-α-ληθὲς λησμονεῖ πὼς ὁ ἑαυτός εἶναι γινόμενο καὶ ὄχι διαιρέτης. Ὁ σαρκωθεὶς Λόγος ὅμως εἶναι ἡ ἀλήθεια γιατὶ εἶναι ἐλεύθερος· δὲν ξεχάστηκε στὴ μεγαλειότητά Του ἀλλὰ τὴ μίκρυνε τόσο ὅσο ἀπαιτοῦσε ὁ ἔρωτας γιὰ τὸν ἀμνήμονα ἄνθρωπο.
Στὴν κρύα φάτνη τῆς Βηθλεὲμ ὁ ἔρωτας ἀπέκτησε ὕλη γιατὶ εἶχε μνήμη. Νὰ θυμόμαστε νὰ εἴμαστε ἢ ἀλλιῶς καλὴ λευτεριά!

Χριστὸς γεννέθεν χαρὰν σὸν κόσμον!    

Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας   

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

γιὰ τὴ βυζαντινὴ ζωγραφικὴ

Ἐμμανουὴλ Πανσέληνος
Γενικὰ ἡ ὀρθόδοξη παράδοση καθορίζει τὰ ὅρια τῆς λογικῆς, ἐνῶ παράλληλα ἀποκαλύπτπεται ἐμπρὸς στὴ δύναμη τοῦ ὑπέρλογου. Ὁ Νίτσε εἶχε δίκιο! Ἡ Δύση προσπάθησε νὰ ἐξηγήσει τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ μὲ λογικά, νομικῆς φύσεως ἐπιχειρήματα κι ἀπέτυχε (Ἱερὸς Αὐγουστίνος). Ἀντίθετα, οἱ ἡσυχαστὲς (Νικόλαος Καβάσιλας, Γρηγόριος Παλαμᾶς) πιστεύουν στὴν ἰσχὺ τοῦ ὑπερβατικοῦ. Ἡ λογικὴ κουράζει, ἡ καρδιὰ ξεκουράζει (Παΐσιος, Ἀθωνίτης μοναχὸς ἀπὸ τὴν Οὐκρανία). Ἡ Δύση ἔκοβε τὶς δραστηριότητες τῆς ζωῆς σὲ κομμάτια, τεμάχιζε κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ὕπαρξη. Ἀντίθετα, ἡ Ἀνατολὴ ἀντιμετώπιζε τὶς δραστηριότητες τῆς ζωῆς ὡς ὅλον, ὡς μιὰν ἀδιαίρετη ἑνότητα. Στὴ Δύση ἁμάρταναν στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ (indulgentia) κι ἔφεραν τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς κατάσαρκα, ὥστε νὰ τὸ ψηλαφίζουμε ἀκόμη καὶ σὲ δημιουργοὺς καὶ δημιουργίες τοῦ 20ου αἰώνα. Ἀντίθετα στὴν Ἀνατολὴ εἶχαν συνείδηση τῆς ἁμαρτίας, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικό. Τὸ Βυζάντιο ὑπῆρξε θεοκεντρικό, ἡ Δύση θεοκρατική. Ἡ διαφορὰ εἶναι καθοριστική. Ἀκόμα κι ἡ αἰσθητικὴ χαρὰ τῆς βυζαντινῆς τέχνης ἀπορρέει ἀπὸ τὴ συναισθηματικὴ ἔνταση καὶ τὴ συγκίνηση, ἐνῶ στὴ Δύση εἶναι καρπὸς λογικῶν διαδικασιῶν. […] Τὸ ὡραῖο, ἐν ὁλίγοις, καθορίζεται ἀπὸ τὴ ratio, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ πίστη. Τὸ Βυζάντιο, ἀντίθετα, κατανοεῖ πὼς καὶ τὸ θεῖο καὶ τὸ ὡραῖο ὑπερβαίνουν τὶς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς.  

Ἔτσι, θεολογία καὶ τέχνη ὀφείλουν νὰ καταστοῦν «ὑπέρλογες», κινούμενες ἀπὸ τὸ ἔνστικτο τῆς ψυχῆς. Ἡ νίκη τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ ἀποτελεῖ τὴ νίκη ἑνὸς χριστιανικοῦ ἀνθρωπισμοῦ διαφορετικοῦ ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ ἀνθρωπισμὸ τῆς Ἀναγέννησης (Ζὰν Μέγεντορφ [Meyendorff]). Γι’ αὐτὸ καὶ στὴ βυζαντινὴ τέχνη οἱ μορφὲς ἀποδίδονται μετωπικά, δισδιάστατες, χωρὶς ὑλικὸ βάρος, αὐστηρὲς μέσα στὰ ἔντονα περιγράμματά τους, ὥστε νὰ ἀποκαλύπτεται πρωτίστως ἡ ψυχική τους ἰδιοσύσταση. 

Μάνος Στεφανίδης, Μιὰ ἱστορία τῆς ζωγραφικῆς, Ἀπὸ τὸ Βυζάντιο στὴν Ἀναγέννηση καὶ ἀπὸ τοὺς Ἰμπρεσιονιστὲς στὸν Πικάσο, Ἀθήνα 1994.

σημείωση Domenico: ἡ ἀπόπειρα γιὰ μιὰ θεολογικότερη μεταγραφὴ τῶν ὅρων «ὑπέρλογο» καὶ «ὑπερβατικὸ» ἐπιτρέπει νὰ θεωρήσουμε ὅτι δὲν ὑπονοοῦν καμία ὑποτίμηση τῆς λογικῆς ἀλλὰ τὴ μετοχή της χάριτι στὸν τρόπο τοῦ ἀκτίστου. Ἔτσι καὶ ἡ «συναισθηματικὴ ἔνταση», ἡ «συγκίνηση» καὶ ἡ «ψυχικὴ ἰδιοσύσταση» ἀποκλείουν κάθε ψυχολογικὸ ὑπόβαθρο καὶ ἐκφράζουν μόνο τὴ μεταληπτὴ αἴσθηση τῆς ὑπαρκτικῆς ἀνακαίνισης, ἡ ὁποία μετασκευάζει καὶ δὲν ἀκυρώνει τὴν ὕλη.