Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ἡ καταξίωση τοῦ παράλογου

Ν. Γ. Πεντζίκης, Λειτουργία στὸ Πρωτάτο


[…] Πάντως, ὅταν τὸ καλοκαίρι τοῦ 1933 πρωτοπῆγα στὸ Ἅγιον Ὅρος, διατηροῦσα εἰσέτι πολλὲς βεβαιότητες διὰ τὸ συμπαγὲς σχῆμα τοῦ ἐγώ. Ἐξαιτίας αὐτοῦ θυμᾶμαι ἔκλεισα ἀμέσως τὸν Συναξαριστή, ποὺ εἶχα πάρει νὰ διαβάσω, χαρακτηρίζοντας τὰ γραφόμενα ὡς μωρολογίες, ὅταν συνάντησα τὴ φράση, πὼς ἕνας Ἅγιος ἀπὸ βρέφος ἔδειχνε ὅτι θὰ γινόταν εὐσεβής, ἀποποιούμενος τὸ μαστὸ τῆς μητέρας του καὶ νηστεύοντας κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευή.
Ἀλλὰ ἤδη ἀπὸ τὸ 1937, δὲν ἐκφραζόμουν πιὰ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπο. Διέβλεπα στὴν παραπάνω φράση καὶ σὲ ἄλλες ἀνάλογες μιὰ ἀλήθεια, πού, μὴ ξέροντας πῶς νὰ τὴν ἀποδείξω, γινόμουνα πεισματάρης, νιώθοντας, παράλληλα πρὸς τὸ πεῖσμα μου καὶ ἴσως ἐξαιτίας αὐτοῦ, μιὰ μεγάλη ντροπή, ποὺ δὲν μποροῦσα λογικὰ νὰ κυριαρχῶ τῶν συζητητῶν, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον, διαρκῶς ἡττώμην. Ἡ συνεχὴς ἧττα ἀντίκρυ στοὺς ὑποστηρίζοντας σαφῶς καὶ μὲ λογικὴ τὰ περὶ κόσμου, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διατηρήσω τὸ παράλογο ποὺ μέσα μου ἔνιωθα νὰ μεγαλώνει, ἀποτελώντας ὅλη μου τὴ χαρὰ καὶ τὴ ζωή, τὴν ὥρα πού, μετὰ ἀπὸ μιὰ συναισθηματικὴ κρίση, διατεινόμουν χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ πιστεύει, πὼς ἤμουν ἕνας πεθαμένος ἄνθρωπος, μὲ πλησίαζε ὁλοένα ἐγγύτερα πρὸς τοὺς τρελλούς, ποὺ βλέπουμε νὰ καταφεύγουν, ξένοι πρὸς τὸν τριγύρω κόσμο, στὸ πλῆθος τῶν ναῶν καὶ παρεκκλησίων, ποὺ κοσμοῦν τὴν ἑλληνικὴ γῆ.
[…] Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ φόβος, μήπως χαρακτηρισθῶ ὡς ἐξοφλημένο ἀπὸ τὴ ζωὴ γραΐδιον ἢ σωστὰ τρελλός, ἀπὸ τοὺς συνοδεύοντας τὴν ἐκφορὰ τῶν κεκοιμημένων, δὲν μοῦ ἐπέτρεπε τὸν κόσμο αὐτὸν τὸ νέον, νὰ τὸν ὁμολογήσω σὰν βεβαίωση τῆς ἐνταῦθα ζωῆς, διὰ τῆς ὁποίας καὶ πάλιν αὐτὸς βεβαιοῦται. Πέρα ὅμως ἀπὸ κάθε φόβο, μ’ ἐνθουσίαζε στὴν Ἐκκλησία ἡ καταξίωση τοῦ παράλογου. Ἔνιωθα μὲ ἱκανοποίηση ὅτι, εἰς τοὺς κόλπους της, ὁ καθένας μποροῦσε νά ’χει τὴ θέση του καὶ μάλιστα ἀνεξάρτητα πρὸς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκτελούμενον ἔργο καὶ μόνον ἐκ τῆς προαιρέσεώς του. […]


Ν. Γ. Πεντζίκης, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, Θεσσαλονίκη 1970

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

ἡ κόλαση τῆς ἀνελευθερίας

Παῦλος Ἀραβαντινός, μακέτα σκηνικοῦ
[…] Στὴν ἀθεϊστικὴ διατύπωση «ἂν ὑπάρχει Θεὸς τότε ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐλεύθερος», ἡ Βίβλος ἀπαντᾶ: «Ἂν ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει, τότε ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πλέον ἐλεύθερος». Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πεῖ ὄχι στὸν Θεό· ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ ὄχι στὸν ἄνθρωπο, διότι κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «Οὐκ ἐγένετο ναὶ καὶ οὒ (ἐν Χριστῷ), ἀλλὰ ναὶ ἐν αὐτῷ γέγονεν» (Β´ Κορ. 1:19)· τὸ ναὶ τοῦ Ἀρραβώνα ποὺ ὁ Χριστὸς ξανάπε πάνω στὸ Σταυρό. Ὁπότε τὸ «εἶμαι ἐλεύθερος» σημαίνει «ὁ Θεὸς ὑπάρχει». Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς προκειμένου νὰ μὴν βιάσει τὶς συνειδήσεις, ἐγγυᾶται τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀμφιβάλλει.
Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὴ «δεύτερη ἐλευθερία» καὶ ἀναλαμβάνει τὸν ὕψιστο κίνδυνο νὰ ὑπάρχει μιὰ ἐλευθερία ἱκανὴ νὰ νικήσει κι Αὐτὸν τὸν ἴδιο, νὰ τὸν ὑποχρεώσει νὰ κατέλθει στὸν θάνατο καὶ στὸν Ἅδη· ἀφήνεται ἑκουσίως νὰ τὸν σκοτώσουν γιὰ νὰ προσφέρει στοὺς δολοφόνους τὴ συγχώρεση καὶ τὴν ἀνάσταση. Ἡ παντοδυναμία του εἶναι νὰ ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, νὰ σκιάζει τὴν πρόγνωσή του προκειμένου νὰ διαλεχθεῖ μὲ τὸ «ἄλλο του», νὰ τὸν ἀγαπᾶ μέχρις ἐκείνη τὴν ἄπειρη ὀδύνη ἐν ἀναμονῇ μιᾶς ἐλεύθερης ἀπάντησης, περιμένοντας μιὰ ἐλεύθερη δημιουργία κοινῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ παιδί του. Ὁ πατερικὸς λόγος δηλώνει: «Ὁ Θεὸς μπορεῖ τὰ πάντα, ἐκτὸς ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναγκάσει τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν ἀγαπᾶ». Ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ἔγκειται στὸ ὅτι γίνεται ζωοποιὸς Σταυρός, μοναδικὴ ἀπάντηση στὸ κατηγορητήριο τοῦ ἀθεϊσμοῦ ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἐλευθερία καὶ τὸ κακό.
[…] Ἡ ἐλευθερία ν’ ἀρνηθεῖς τὸν Θεὸ εἶναι ἠθελημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς τέτοια, δηλαδὴ χωρὶς ὅρια. Αὐτὴ ἡ καταργητικὴ ἐξουσία τὴν ὁποία διαθέτει ἡ ἐπιλογὴ τοῦ ἀνθρώπου καθιστᾶ τὴ μοίρα του δυνητική. Καὶ εἶναι, ἂν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι, ἡ κόλαση τῆς θείας Ἀγάπης, ἡ οὐράνια διάσταση τῆς κόλασης, ἡ θεϊκὴ θέα τοῦ ἀνθρώπου βυθισμένου μέσα στὴ νύχτα τῆς μοναξιᾶς. […]

Παῦλος Εὐδοκίμωφ, Ἡ τρελὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, Κέντρο Μελετῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, Λευκωσία 2003



Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

ἡ ἀναρχία

Νίκος Δανδής, δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα «Φῶς» τοῦ Σοφοκλῆ Kαρύδη στὶς 9 Σεπτεμβρίου 1861 – θεωρεῖται τὸ πρῶτο ἀναρχικὸ δημοσίευμα στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο


Γιάννης Κολέφας

Διατὶ μερικοὶ τόσον πολὺ φοβοῦνται τὴν ἀναρχίαν; Διατὶ καὶ ἡ “Γενικὴ Ἐφημερὶς” καὶ ὅλα τὰ ὑπουργικὰ ὄργανα τόσους ἐξορκισμοὺς κάμνουσι κατ’ αὐτῆς καὶ οἱ πολῖται τοὺς ἀκούουν καὶ δὲν γελῶσι; Eἶναι τάχα τόσον μέγα κακὸν ἡ ἀναρχία, ὥστε νὰ τὴν τρέμωμεν ὅλοι καὶ νὰ τὴν ἐξορκίζωμεν; Ἐν πρώτοις, ἡ κυρία σημασία τῆς λέξεως εἶναι: ὅταν ἕνα ἔθνος μείνη χωρίς ἀρχάς, χωρὶς ὑπουργεῖα, δηλονότι χωρὶς ἀστυνομίαν, χωρὶς κλητῆρες καὶ χωροφύλακας, χωρὶς νομάρχας καὶ ἐπάρχους, χωρὶς δημάρχους, εἰσπράκτορας, στρατιῶτας, χωρὶς ἀρχὰς ἐν ἑνὶ λόγῳ. Αἴ! καὶ εἶναι κακὴ ἡ κατάστασις αὔτη; Eἶναι κακὸν νὰ εὐρεθοῦν τὰ ἔθνη μίαν ἡμέραν ἀπηλλαγμένα ἀπὸ ὅλας τὰς ἁρπυῖας ταύτας; Συλλογισθῆτε πόσα πληρώνουν οἱ ταλαίπωροι λαοὶ διὰ νὰ διατηροῦν τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὰ ὁποῖα καλοῦνται ἀρχαί. Eἰς τὴν Ἑλλάδα π.χ. πληρώνομεν 30 ἐκατομμύρια, χωρὶς τὰ δημοτικά. Ἂν προσθέσωμεν καὶ τὰ δημοτικὰ θὰ γίνουν 40. Θὰ ἦταν κακὸν λοιπόν, ἂν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ εὐρεθῆ τρόπος νὰ μὴν πληρώνομεν τὰ ἐκατομμύρια ταύτα; Kαὶ προσέτι οἱ λεγόμενοι νομάρχαι καὶ ἔπαρχοι καὶ ἀστυνόμοι καὶ κλητῆρες καὶ ὑπουργοί, νὰ εἶναι ἁπλοὶ πολῖται ὡς ἡμεῖς, νὰ ζῶσιν ἀπὸ τὴν ἐργασίαν των καὶ νὰ μὴν εἴμεθα ἀναγκασμένοι νὰ κλίνωμεν ἐνώπιόν των, νὰ τοὺς χαιρετῶμεν μέχρι ἐδάφους καὶ νὰ στεκώμεθα δύο ὥρας ἔμπροσθέν των μὲ τὸ καπέλλον εἰς τὰς χεῖρας καὶ ἀπὸ κάπου κάπου νὰ τρώγομεν καὶ ἀπὸ καμμίαν εἰς τὴν πλάτην;
Ἀναρχία θὰ εἴπη νὰ μὴν ἔχωμεν διόλου ἀρχάς. Ἀλλ’ ἂν ἦτο δυνατὸν ἡ κατάστασις αὔτη θὰ ἦτο τὸ πλέον οὐράνιον πρᾶγμα! Ἐκτὸς ὅτι τρέφονται αἱ ἀρχαὶ αὗται ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτας τῶν πολιτῶν καὶ τρέφονται παχύτατα καθὼς βλέπετε, συλλογισθῆτε καὶ πόσα κακὰ κάμνουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Δὲν λέγομεν διὰ τὰς ἐδικάς μας ἀρχάς, ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Oἱ εἰδικοί μας ἄρχοντες ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ πρωθυπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου κλητῆρος, ἀπὸ τοῦ δημάρχου μέχρι τοῦ εἰσπράκτορος, εἶναι ἅγιοι καὶ ἐξαίρετοι ἄνθρωποι. Ἄμποτε νὰ ἔχουν ὅλα τὰ ἔθνη τοιούτους ὑπουργοὺς καὶ ἐπάρχους καὶ δημάρχους καὶ ἀστυνόμους. Ἀλλ’ ἐννοοῦμεν ἐκείνους τῶν ἄλλων ἐθνῶν, τῆς Nεαπόλεως π.χ. πρότινος καιροῦ, τῆς Pώμης σήμερον, τῆς Aὐστρίας, τῆς Tουρκίας καὶ ὅπου ἀλλοῦ ὑπάρχουν κυβερνήσεις διεστραμμέναι. Δὲν θὰ ἦτο καλλίτερον τὰ ἔθνη αὐτὰ νὰ μὴν εἶχαν διόλου ἄρχοντες καὶ νὰ μὴν ἐπλήρωναν μέν, ὅσα πληρώνουν διὰ νὰ τοὺς τρέφουν, νὰ μὴν ὑπέφερον δὲ ὅσα ὑποφέρουν καὶ ὑποφέρουσι ἐξ αὐτῶν;
Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κράτη τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰς καλλιτέρας κυβερνήσεις, εἰς τὴν Ἀγγλία π.χ. καὶ εἰς τὴν Ἐλβετίαν καὶ εἰς τὸ Bέλγιον καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ταύτην, διότι καὶ ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συγκαταριθμηθῆ μεταξὺ αὐτῶν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλειπον διόλου αἱ κυβερνήσεις καὶ ὅλοι οἱ ὑπάλληλοί των, καὶ νὰ μὴν ὑπῆρχον ἀπὸ τῆς μιᾶς ἄκρας μέχρι τῆς ἄλλης εἰ μὴ μόνον πολῖται, ἴσοι καὶ ὅμοιοι καὶ ζῶντες ὅλοι ἀπὸ τὴν ἐργασίαν των, δὲν θὰ ἦτο ἀπειράκις καλλιτέρα

ἡ κατάστασις αὕτη παρὰ τὴν σήμερον; Oὐδεμία ἀμφιβολία. Oὐδεὶς θέλει πείση τὸν γάϊδαρον, ὅσο καλὸς καὶ ἂν εἶναι ἡ εὐθεντικότης του καὶ ὅσο ἐλαφρότερον σαμάρι καὶ ἂν τοῦ βάλη, ὅτι εἶναι καλλιτέρα ἡ κατάστασίς του αὕτη, παρὰ ἐὰν δὲν ἔφερε διόλου σαμάρι, ἐὰν δὲν ἐφορτώνετο διόλου, ἀλλὰ ἐπεριφέρετο ἐλεύθερος καὶ ἔβοσκεν εἰς τὰ δάση καὶ τὰ ὄρη. Kαὶ αἱ κυβερνήσεις λοιπόν, ὅσον καλαὶ καὶ ἐγκρατεῖς καὶ δίκαιοι καὶ ἂν εἶναι, πάντοτε εἶναι ἕνα σαμάρι, πάντοτε τρέφονται ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων, καθὼς ὁ κύριος ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ γαϊδάρου καὶ εὐτυχὴς καὶ ἁγία θὰ ἦτο ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ κατορθώναμε νὰ μὴν ἔχωμεν διόλου ἀνάγκην κυβερνήσεων καὶ ἀρχῶν, ἀλλὰ να ζῶμεν πάντες ἐν ὁμονοίᾳ καὰ ἀδελφότητι, ἴσοι ὅλοι καὶ τρεφόμενοι ἐκ τῶν χειρῶν μας.
Ἡ ἀναρχία λοιπόν, ἤτοι ἡ παντελὴς ἔλλειψις ἀρχῶν, δὲν εἶναι διόλου κακόν, ἀπεναντίας εἶναι μέγιστον ἀγαθόν, εἶναι ἡ κατάστασις ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν προώρισε ὁ Θεὸς τὰ ἔθνη νὰ φτάσουν μιὰν ἡμέραν καὶ εὐτυχεῖς οἱ λαοί, ὅσοι φθάσουν προτύτερα!
Πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Πῶς δύνανται νὰ φθάσουν αἱ κοινωνίαι εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε νὰ μὴν ἔχουν ἀρχὰς ἢ νὰ ἔχουν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγοτέρας καὶ ἀσθενεστέρας; Tοῦτον θέλομεν ἀποδείξει εἰς ξεχωριστὸν ἄρθρον, ἐὰν θὰ ἔχωμεν τὴν τιμὴν ν’ ἀναπληρώνομεν ἐπὶ τινὰς ἡμέρας τὸν κύριον τοῦ “Φωτός” συντάκτην.
Ἀλλὰ διατὶ τόσον πολὺ φοβοῦνται τινὲς τὴν ἀναρχίαν, ἀφοῦ αὕτη δὲν εἶναι διόλου κακόν; Ἄλλο τι φοβοῦνται βεβαίως ὑπὸ τὴν λέξιν αὕτην οἱ πολῖται. Φοβοῦνται τὴν λεηλασίαν, τὴν ἁρπαγήν, τὰς αἱματηρὰς συγκρούσεις, τὴν κοινωνικὴν ἀταξίαν ἐν ἑνί λόγῳ καὶ ὄχι τὴν ἀναρχίαν. Δὲν εἶναι αὐτό, φίλοι συμπολῖται; Eἴμεθα μέσα εἰς τὴν καρδίαν σας. Ἐὰν ἦτο δυνατόν, λέγει ἕκαστος μὲ τὸν ἑαυτόν του, νὰ μὴν γίνουν διαρπαγαὶ καὶ συγκρούσεις καὶ φόνοι καὶ ἀταξίαι, ἂν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ ἔχω ἐξησφαλισμένην τὴν ζωήν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν μου, εἰς κόρακας ἂς ἐπήγαιναν ὅλα τὰ ὑπουργεῖα, δὲν θὰ ἐδυσαρεστούμην. Τὴν διαρπαγὴν λοιπόν, τὰς βιαιοπραγίας καὶ τὰς αἱματηρὰς συγκρούσεις φοβοῦνται καὶ ἀποστρέφονται οἱ πολῖται. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσι ταῦτα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔστω καὶ ἐν καιρῷ ἀναρχίας καὶ ἂν ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς παραταθῆ αὕτη; Tοῦτο θέλωμεν ἐξετάσει εἰς τὸ προσεχές φύλλον. Πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν διότι ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου φόβοι πολλοί, φόβοι μάταιοι καὶ παράλογοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ λείψουν, πρέπει νὰ φυγαδευθοῦν, ἐὰν θέλωμεν διόρθωσιν τῆς παρούσης καταστάσεώς μας, τὴν ὁποίαν ὅλοι συναισθανόμεθα, ὅλοι ὁμολογοῦμεν ὅτι δὲν εἶναι καλή, οὔτε ἀξία λαοῦ ἐλευθέρου.



Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου ὡς ἀνατομία τοῦ ἐξουσιαστικοῦ φρονήματος


  Στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου αὐγάζεται μὲ ἐξαιρετικὴ διαύγεια τὸ ὑπαρκτικὸ φορτίο-ὑπόβαθρο τῆς ἐξουσίας. Αὐτό δε δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀποκρουστικῆς βεβαιότητας ἀποστροφὴ τοῦ Φαρισαίου ὅτι «οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων […] ἢ καὶ ὡς οὗτος».
Ἡ παρουσία τοῦ ἄλλου δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Φαρισαῖο δυνατότητα νοσταλγίας, εὐκαιρία ἐξόδου του στὴν καθολικότητα, ποὺ ἀνοίγει ἡ προοπτικὴ τῆς σχέσης. Ἡ ἔναντί του παρουσία, τοῦ Τελώνου ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, συνιστᾶ ἐφαλτήριο κατάκτησης. Ὁ Φαρισαῖος χρησιμοποιεῖ τὸν ἕτερο, ὥστε νὰ ὁδηγεῖται στὴν ποθεινὴ αὐτοεπαλήθευση. Κλειδαμπαρωμένος στὴν κλεισούρα τῆς ἀκοινωνησίας του ἀντιποιεῖται οὐσιαστικὰ τὴν παρουσία του Θεοῦ. Ὁ ἄλλος ἐκπίπτει ἀπὸ πρόσωπο σὲ κριτήριο αὐτοεπιβεβαίωσης. Ἡ πορεία δηλαδὴ πρὸς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν ἐκτροχιάζεται ἀπὸ ἀναφορικὸ γεγονὸς κοινωνίας σὲ μία αὐτοαναφορικὴ περιδίνηση.
Ὁ Φαρισαῖος πασχίζει νὰ εἶναι καταλαμβάνοντας τὸν πλησίον, ὄχι μεταλαμβάνοντάς τον. Γι’ αὐτὸ στὸν κολοφώνα τῆς μεγαλαυχίας του ἀναφωνεῖ τὸ τραγικὸ τελικὰ «οὐκ εἰμί». Δὲν ὑπάρχει ὄντως, γιατὶ ὁ ἕτερος ἐκτοπίστηκε ἀπὸ τὸν χῶρο ἀναφορᾶς του. Ἡ τραγωδία συνίσταται στὸ γεγονὸς μιᾶς κενῆς δόξας (κενοδοξία): εἰμὶ διότι «οὐκ εἰμί». Ὁ Φαρισαῖος οἰκοδομεῖ τὸ εἶναι του στὸ κενὸ τῆς ἀνεπίγνωστης ἀνυπαρξίας, ἐφόσον ἔχει ἤδη ἐξουδετερώσει τὸν πλησίον. Εὔκολα λοιπὸν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, καθὼς Ἐκεῖνος ἀπουσιάζει. Ἔχει ὑποκατασταθεῖ-ἐξουθενωθεῖ ἀπὸ τὴ σιδηρὰ βεβαιότητα τοῦ ὑπερμεγέθους Φαρισαίου. Ἄλλωστε ἡ εὐαγγελικὴ παραβολὴ εἶναι σαφής: ὁ Φαρισαῖος εὐχαρίστησε «σταθεὶς πρὸς ἑαυτόν». Ἀπέναντί του δὲν ὑπᾶρχει χῶρος γιὰ κανέναν πλὴν τοῦ ἐγωικοῦ γιγαντισμοῦ του.
Αὐτὴ εἶναι ἡ μήτρα τῆς ἐξουσίας. Τὸ ἔδαφος γιὰ κάθε εἴδους ἐπιβολὴ ὀργώνεται ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ τοποθέτηση ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἡ συγκεφαλαίωση τοῦ εἶναι, συνεπῶς καὶ ἡ συνισταμένη τῶν κριτηρίων τῆς πραγματικότητας. «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀλήθεια» ὑπονοεῖ σαφέστατα ὁ κάθε Φαρισαῖος, ἄρα ἡ ὑποταγὴ στὴν ἀφεντιά του εἶναι αὐτονόητη. Ἀπὸ αὐτὴ δὲν γλιτώνει οὔτε ὁ Θεός, γιατὶ ἀκριβῶς εἶναι ταπεινός. Ἡ ταπείνωσή Του εἶναι ποὺ δίνει χῶρο στὸν Φαρισαῖο. Ὅμως εἶναι ἄλλο πρᾶγμα νὰ καταχρᾶσαι τὸν τόπο τῆς κένωσης καὶ ἄλλο νὰ γίνεσαι κενὸς τόπος, κατὰ μίμησιν τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ φανερωθεῖ ὁ ἄλλος. Τὴ δεύτερη προοπτικὴ πραγματώνει ἑκουσίως ὁ Τελώνης, γι’ αὐτὸ καὶ δικαιώνεται.
Δὲν εἶναι τυχαῖο λοιπὸν ποὺ ἡ παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν διευκρίνηση τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ, λέγεται μὲ τὴν ἀφορμὴ ποὺ δίδουν κάθε φορὰ οἱ «πεποιθότες ἐφ’ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶν δίκαιοι καὶ ἐξουθενοῦντες τοὺς λοιπούς». Ἡ δικαίωση εἶναι ἀληθὴς καὶ ἀπέχει ἀπροσμέτρητα ἀπὸ τὴ νομικὴ καὶ ἠθικὴ ἀποκατάσταση, ἀκριβῶς διότι δὲν ἀντλεῖται ἐξ ἑαυτοῦ καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ δὲν ἐξουθενώνει κανέναν. Ἐξουθενώνει μόνο τὸ ἐξουσιαστικὸ πάθος, δηλαδὴ τὸν συμπυκνωμένο ἑαυτό, ποὺ δὲν γνωρίζει νὰ χαρίζει χῶρο, παρὰ νὰ τὸν ἐξασφαλίζει ἰσοπεδώνοντας τοὺς γύρω.
 Ἡ ἐξουσιαστικὴ παράχρηση τοῦ ἑαυτοῦ καὶ τοῦ ἄλλου εἰκονίζεται ἐξαιρετικὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀπεικόνιση τῆς παραβολῆς. Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὰ εἰκονιζόμενα πρόσωπα ἀποτελοῦν τὰ σαρκωμένα ἀρχέτυπα τοῦ ὑπαρκτικοῦ ὑπεδάφους τῆς ἐξουσίας. Τὸ αἴσθημα τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Φαρισαίου ἀποτυπώνεται στὸ συνοφρυωμένο πρόσωπό του, τὴ γεμάτη σφρίγος καὶ ἐπίδειξη ὄρθια στάση τοῦ σώματος καὶ φυσικὰ ἀπὸ τὸ χέρι ποὺ δὲν προσκαλεῖ, δὲν μοιράζει ἀλλὰ ὑποτιμᾶ καὶ ἐπιτιμᾶ. Τὸ ἄλλο χέρι δείχνει πρὸς τὸν μόνο γνώριμό του, δηλαδὴ τὸν αὐτοθεωμένο ἑαυτό του, μάλιστα μὲ ἀδιαμφισβήτητη διάθεση διδακτισμοῦ ἀπέναντι καὶ στὸν ἴδιο τὸν Θεό-ὑπηρέτη του. Ἡ γλῶσσα τοῦ σώματος ἀποδίδει ἄριστα τὸ ἐξουσιαστικὸ φορτίο τοῦ Φαρισαίου.
Τὸ ἀριστερὸ χέρι ὅμως τοῦ Τελώνου εἶναι γροθιὰ ποὺ τύπτει τὴν καρδιά: τὸν τόπο τῆς κατακυρίευσης ἢ τῆς δεξίωσης τοῦ ἄλλου, ἐνῶ τὸ δεξὶ δείχνει τὸν προσωπικό του ᾅδη. Ἡ ταυτόχρονη κλίση κεφαλῆς καὶ σώματος δὲν ὑποδηλώνει ὑποταγή. Καταδεικνύει τὸ κατεξοχὴν σχῆμα τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν φαρισαϊκὴ ψευδαίσθηση τῆς αὐτάρκειας, ποὺ νομοτελειακὰ ἐκρήγνυται ὡς ἐξουσία.
Ἀπὸ τὴ διακριτὴ διαφορὰ τρόπου μεταξὺ Φαρισαίου καὶ Τελώνου διαζωγραφεῖται ἡ διττὴ ταπείνωση: ὅταν πραγματώνεται ὡς ἀκούσιο ἀποτέλεσμα (Φαρισαῖος) προϋποτίθεται ἐξουσία, ὅταν πραγματώνεται ὡς ἑκούσια προϋπόθεση (Τελώνης) μοσχοβολᾶ σχέση. 


Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας










Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

ἐλευθερία καὶ κοινωνικὸ ζήτημα στὴν Ὀρθοδοξία


Νίκος Στεφάνου, Ἡ ἄλλη πόλη, 1998

[…] Ποιὰ εἶναι λοιπὸν ἡ χριστιανικὴ ἄποψη στὸ θέμα τοῦ σοσιαλισμοῦ; Δὲν ὑπάρχει ἀκόμη ἐπίσημη ἀπόφανση τῆς Ἐκκλησίας στὸ θέμα αὐτό, κι ἄλλωστε δὲν εἶναι ἀπαραίτητη, γιατὶ δὲν πρόκειται γιὰ ζήτημα δογματικὸ ἀλλὰ γιὰ ζήτημα κοινωνικῆς ἠθικῆς. Ὡστόσο ἡ ὀρθόδοξη παράδοση, τὰ ἔργα τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας (Μέγας Βασίλειος, Ἰωάννης Χρυσόστομος καὶ ἄλλοι), μᾶς προσφέρουν ἐπαρκεῖς λόγους γιὰ νὰ παραδεχθοῦμε τὸ σοσιαλισμὸ μὲ τὴ γενικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, δηλαδὴ σὰν ἄρνηση τοῦ συστήματος ἐκμεταλλεύσεως, τῆς κερδοσκοπίας, τῆς πλεονεξίας. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν πρέπει νὰ ἀντιτίθεται στὸ σοσιαλισμὸ ἐὰν αὐτὸς ὁ τελευταῖος ἀναγνωρίζη τὴν ἀτομικὴ ἐλευθερία, ἀντίθετα, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν δεχθῆ ἐφ’ ὅσον ὁ σοσιαλισμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιταγῆς τῆς ἀγάπης μέσα στὴν κοινωνικὴ ζωή. Ἡ Ὀρθοδοξη Ἐκκλησία διαθέτει ἀρκετὲς δυνάμεις γιὰ ν’ ἀνταποκριθῆ στὴν κοινωνική της ἀποστολή. Μπορεῖ νὰ φωτίση μὲ τὸ φῶς της τὸ δρόμο ποὺ ἀκολουθεῖ ἡ ἀνθρωπότητα, μπορεῖ νὰ ξυπνήση τὴν κοινωνικὴ συνείδηση, μπορεῖ νὰ ἀναγγείλη τὸ καλὸ ἄγγελμα «εἰς πάντας τοὺς κοπιώντας καὶ πεφορτισμένους».
[…] Ὁ χριστιανισμὸς ἔχει κι αὐτὸς τὴν κοινωνικὴ καὶ κομμουνιστική του «οὐτοπία», ποὺ θὰ πραγματοποιηθεῖ πάνω στὴ γῆ. Τ’ ὄνομά της εἶναι -σύμφωνα μὲ τὶς προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης- ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ Βασιλεία, στὸ πλήρωμά της, ἀνήκει στὸ μέλλοντα αἰῶνα, ὡστόσο πρέπει νὰ φανερώνεται ὡς ἕνα σημεῖο πάνω σ’ αὐτὴ τὴ γῆ σὰν μαρτυρία τῆς ἀλήθειας. […] Ἔπειτα, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερασπισθῆ τὸ καπιταλιστικὸ σύστημα ποὺ βασίζεται στὴν ἐκμετάλλευση τῆς ἔμμισθης ἐργασίας. Μπορεῖ μόνο νὰ συμβιβασθῆ προσωρινὰ μὲ τὸ σύστημα αὐτό, ἀναγνωρίζοντας τὰ πλεονεκτήματά του: τὴν αὔξηση τῆς παραγωγικότητος τῆς ἐργασίας, καὶ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια. Ὑπάρχουν ὅμως ὅρια ἀδιαφιλονίκητα ποὺ ἡ ὑπέρβαση τους δὲν μπορεῖ νὰ δικαιολογηθῆ. Ὁ χριστιανισμὸς δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ συμβιβασθῆ μὲ τὴ δουλεία τῶν νέγρων, οὔτε μὲ τὴν ἐκμετάλλευση τῆς ἐργασίας τῶν παιδιῶν, ποὺ ἐφαρμόστηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ καπιταλισμοῦ.
[…] Δὲν ὑπάρχει παρὰ μία ὑπέρτατη ἀξία καὶ κάτω ἀπ’ τὸ φῶς της πρέπει νὰ κρίνουμε τὰ οἰκονομικὰ σχήματα. Κι αὐτὴ εἶναι η ἀτομικὴ ἐλευθερία στὸ δίκαιο καὶ στὴν οἰκονομία. Ἑπομένως τὸ καλλίτερο οἰκονομικὸ σχῆμα -ὅποιο κι ἂν εἶναι τ’ ὄνομά του καὶ μ’ ὁποιονδήποτε τρόπο κι ἂν συνδέεται μὲ τὸν καπιταλισμὸ καὶ τὸ σοσιαλισμό, τὴν ἀτομικὴ ἰδιοκτησία ἢ τὴν κοινοκτημοσύνη- εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἐξασφαλίζει καλλίτερα σὲ κάθε δεδομένη κατάσταση πραγμάτων, τὴν προσωπικὴ ἐλευθερία διαφυλάττοντάς την καὶ ἀπὸ τὴν προσωπικὴ φτώχεια καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ δουλεία. […]

π. Σέργιος Μπουλγκάκωφ, Ὀρθοδοξία καὶ οἰκονομικὴ ζωή, περ. Σύνορο, τ. 31, Φθινόπωρο 1964

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

τὸ ἀντιεξουσιαστικὸ φρόνημα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη

Ἄλλωστε, πρέπει νὰ ποῦμε γιὰ τὴ βασιλεία στὸ Ἰσραὴλ καὶ ἄλλα δυὸ σημαντικὰ πράγματα: τὸ πρῶτο, μποροῦμε νὰ τὸ συνοψίσουμε εὔκολα: μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι, στὸ σύνολο τῶν βιβλικῶν ἱστορικῶν ἀφηγήσεων, οἱ «καλοὶ βασιλεῖς» ἡττῶνται πάντα ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ οἱ «μεγάλοι βασιλεῖς», αὐτοὶ ποὺ νικοῦν, ποὺ μεγαλώνουν τὴν ἐπικράτεια κτλ., παρουσιάζονται πάντα ὡς «κακοί». «Καλοί», σημαίνει ἀφ’ ἑνὸς δίκαιοι ἀπέναντι στὸ λαό, ποὺ δὲν καταχρῶνται τὴν ἐξουσία καὶ ἀφ’ ἑτέρου λατρεύουν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ. «Κακοί», σημαίνει εἰσάγουν τὴν εἰδωλολατρία, ἀπορρίπτουν τὸν Θεὸ καὶ συγχρόνως εἶναι ἄδικοι καὶ μοχθηροί. Ἡ παρουσία αὐτοῦ τοῦ «ζεύγους στοιχείων» εἶναι τόσο συστηματική, ὥστε οἱ σύγχρονοι ἱστορικοὶ ἔχουν συμπεράνει ἀπ’ αὐτὸ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ γραπτὰ γράφηκαν ἀπὸ συγγραφεῖς ἀντιμοναρχικοὺς καὶ ἐλευθερόφρονες. (Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι στὰ βιβλία τῶν Βασιλειῶν ἡ παρουσιάση γίνεται μὲ πολὺ μικρότερη ὀξύτητα.) Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ θεωρῶ ἀποσβολωτικὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: τὰ κείμενα αὐτὰ συντάχθηκαν, ἐκδόθηκαν καὶ ἐγκρίθηκαν ἀπὸ τοὺς ραβίνους καὶ ἀπὸ τοὺς «ἐκπροσώπους» (ἂν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε) τοῦ λαοῦ, ἐνῶ οἱ βασιλεῖς γιὰ τοὺς ὁποίους γίνεται λόγος βασίλευαν! Θὰ πρέπει, ἐν τούτοις, νὰ ὑπῆρχαν λογοκρισία καὶ ἔλεγχος· πρᾶγμα ποὺ δὲν ἐμπόδισε τὴ μεταβίβαση τῶν γραπτῶν αὐτῶν. Ἐπιπλέον, τὰ γραπτὰ αὐτὰ ὄχι μόνο διατηρήθηκαν, ἀλλὰ θεωροῦνταν καὶ θεόπνευστα, ἀποκάλυψη / φανέρωση τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος τότε παρουσιάζεται σὰν ἀντίπαλος τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ κράτους. Τὸ ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ ἀνακηρύχθηκαν ἱερὰ κείμενα […] αὐτὸ ἀκριβῶς μοῦ φαίνεται ἐκπληκτικὸ καὶ συνάμα ἐνδεικτικὸ τῆς «κυρίαρχης σκέψης» τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ κατὰ τὸν 8ο καὶ  τὸν 9ο αἰ. π.Χ.
Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο· αὐτὰ τὰ κείμενα καὶ μετὰ ὅλα τὰ βιβλία τῶν προφητῶν, ἀναδεικνύουν ἕνα πολιτικὰ παράξενο φαινόμενο: ἀπέναντι σὲ κάθε βασιλέα ὀρθώνεται ἕνας προφήτης. Ὁ προφήτης εἶναι τὸ πιὸ συχνὰ (περιλαμβάνεται σὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Δαυὶδ) αὐστηρὸς ἐπικριτὴς τῆς δράσης τοῦ βασιλέα. Δηλώνει πὼς ἔρχεται ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι φορέας τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ: ἒ λοιπόν, ὁ λόγος αὐτὸς ἐναντιώνεται πάντα στὴν πολιτικὴ τοῦ βασιλέα. Βέβαια συχνὰ αὐτοὶ οἱ προφῆτες διώθηκαν, ἐξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, ἀπειλήθηκαν μὲ θανάτωση κτλ., ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀλλάζει τίποτα. Ἡ κρίση τους θεωρεῖται ἡ Ἀλήθεια. Καὶ ἐδῶ ἀκόμη τὰ γραπτά τους, πολὺ συχνὰ ἀντιεξουσιαστικά, διατηροῦνται, θεωροῦνται ἀποκάλυψη / φανέρωση τοῦ Θεοῦ καὶ γίνονται ἀκουστὰ ἀπὸ τὸν λαό. Ποτὲ κανένας δὲν ἔρχεται πρὸς βοήθεια τοῦ βασιλέα, ποτὲ δὲν εἶναι σύμβουλος τοῦ βασιλέα, δὲν εἶναι «ἐνσωματωμένος», ἐνταγμένος στὸ βασιλικὸ σύστημα. Κοντολογίς, ἀποτελεῖ αὐτὸ ποὺ σήμερα θὰ λέγαμε «ἀντι-ἐξουσία». Καὶ αὐτὴ ἡ «ἀντι-ἐξουσία» ἀντιπροσωπεύει ὄχι τὸν λαό, ἀλλὰ τὸν Θεό. […]
Μερικὲς φορὲς οἱ βασιλεῖς καλοῦν ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ δηλώνουν κι αὐτοὶ ὅτι μιλοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι προφῆτες. […] ἔχουμε κι ἐδῶ τὸ ἴδιο παράξενο γεγονὸς ποὺ περιγράψαμε πιὸ πάνω: καμία ἀπὸ τὶς προφητεῖες τὶς εὐνοϊκὲς γιὰ τὸν βασιλέα, ποὺ ἔκανε ἕνας «ψεύτικος» προφήτης, δὲν ἔχει διασωθεῖ στὰ «ἱερὰ βιβλία», ἐνῶ οἱ μάχες ποὺ διεξήγαγν οἱ προφῆτες ἔχουν διασωθεῖ ἐπακριβῶς, πρᾶγμα ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι κι ἐδῶ οἱ ἄνθρωποι μπόρεσαν ν’ ἀναγνωρίσουν στὶς δηλώσεις αὐτὲς τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ λογικὰ αὐτὲς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν ἐξαφανιστεῖ ἐξ αἰτίας τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας. Φρονῶ ὅτι αὐτὸ τὸ σύνολο γεγονότων δείχνει ξεκάθαρα τὴ μονιμότητα τοῦ ἀντι-βασιλικοῦ ἂν ὄχι ἀντι-ἐξουσιαστικοῦ φρονήματος.  

Ζὰκ Ἐλλύλ, Ἀναρχία καὶ χριστιανισμός, μτφρ. Βασίλης Τομανᾶς, ἐκδ. Νησίδες