Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Οὐκ ἂν λάβοις


Domenico: ὅταν ἡ ζωὴ ἐξαντλεῖται στὴν ἀπαίτηση, ὁ θάνατος μασκαρεύεται σὲ ἄγνοια ἀνυποψίαστη. Τότε ἡ παρουσία γίνεται καὶ πάλι ἀποκαλυπτική. Ἀπὸ αὐτὴν ἀναδύεται τὸ συστατικὸ ποὺ τὴν ψευδοσυνιστᾶ: Ἡ εὐπρεπῶς μακιγιαρισμένη ἀπουσία. Μᾶλλον ὄντως εἶναι δυνατὸν νὰ λείπουμε ἀπὸ τὴν παρουσία. Ἡ συνειδητοποίηση αὐτῆς τῆς τραγωδίας εἶναι ποὺ κολάζει.



Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος - ἡ πηγὴ κι ἡ πληγὴ τοῦ πλούτου

Νίκος Βεντουρᾶς, Σύνθεση, 1961
Ἂς γνωρίσουμε τὴν ὑπόθεση τοῦ κακοῦ· ἀπὸ ποῦ ξεράθηκαν τὰ χωράφια, ἄδειασαν οἱ ἀποθῆκες κι ἔλειψε ἡ βοσκὴ τῶν ποιμνίων· λιγόστεψαν τὰ ὡραῖα τῆς γῆς· δὲ γέμισαν οἱ πεδιάδες μὲ σπαρτά, ἀλλὰ μὲ κατήφεια· δὲ γέμισαν μὲ σιτάρι οἱ κοιλάδες, ἀλλὰ ἔκλαψαν γι’ αὐτές· […]
Τέτοιος εἶναι πλοῦτος τῶν ἀσεβῶν. Τέτοια εἶναι τὰ σπαρτὰ τῶν κακῶν γεωργῶν. Αὐτὸς ποὺ ἀδίκησε φτωχό, καὶ τοῦ πῆρε τὸ χωράφι, καὶ κακῶς ξεπέρασε τὰ ὅριά του, εἴτε ἔκλεψε, εἴτε τυράννησε, καὶ πρόσθεσε κι ἄλλα σπίτια στὴν περιουσία του καὶ χωράφια, ἀφαιρώντας τα ἀπὸ τὸ διπλανό του, γιὰ νὰ εἶναι ὁ μόνος κάτοικος στὴ γῆ καὶ νὰ μὴν φιλονικεῖ μὲ κανέναν. Ἄλλος δέ, ποὺ μόλυνε τὴ γῆ μὲ τόκους καὶ πλεονασμούς, συγκεντρώνοντας ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔσπειρε, καὶ θερίζοντας ἐκεῖ ὅπου δὲν σκόρπισε, καλλιεργώντας ὄχι τὴ γῆ, ἀλλὰ τὴν ἀνάγκη τῶν φτωχῶν· αὐτὸς ποὺ παραμέλησε τὸ Θεό, ποὺ τοῦ ἔδωσε τὸ ἀλώνι καὶ τὸ χωράφι, ἔγινε ἀχάριστος κι ἀνόητος, διότι δὲν εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ γι’ αὐτὸ ποὺ εἶχε ἐξ ἀρχῆς, οὔτε γι’ αὐτὰ ποὺ θὰ τοῦ συμβοῦν στὸ μέλλον, δείχνοντας εὐγνωμοσύνη. Ἄλλος δέ, ποὺ δὲ βοήθησε χήρα ἢ ὀρφανό, οὔτε ἔδωσε λίγη τροφὴ καὶ ψωμὶ σ’ αὐτὸν, ποὺ εἶχε ἀνάγκη, διὰ τῶν μικρῶν αὐτῶν (ἀνθρώπων), θὰ τάιζε τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Ἄλλος ποὺ παρέκκλινε ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ δικαίου καὶ πλησίασε μὲ ἀδικίες τὸ δίκαιο. Ἄλλος ποὺ θυσίασε στὸ Θεὸ μὲ ὅσα συγκέντρωσε, ἁρπάζοντας ἀπὸ τὸ φτωχὸ καὶ μαζεύοντας ὅ,τι ἁρπάζει στὸ σπίτι του, ἢ δὲν θυμήθηκε τὸ Θεό, ἢ Τὸν θυμήθηκε κακῶς. […]
Μήπως ἀναφέρονται αὐτὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ προσκυνοῦν τὸ χρυσὸ καὶ τὸ ἀργυρὸ ὅπως τὴ Βάαλ; Αὐτοὶ ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν πολυτέλεια καὶ τὴ λάμψη τῶν πολυτίμων λίθων καὶ τὸ μαλακὸ ἔνδυμα, μήπως θησαυρίζουν ὡς κλέφτες καὶ τύραννοι καὶ ληστὲς ποὺ ὑπερηφανεύονται ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν δούλων καὶ τῶν ζώων; Μήπως εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀπλώνουν τὴν ἐξουσία τους καὶ καταπατοῦν ὄρη καὶ πεδιάδες; Ἄλλα μὲν κατέχοντας καὶ ἄλλα παίρνοντας; Μήπως αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ κάθονται σὲ ὑψηλοὺς θρόνους καὶ τὴν ἐξουσία σηκώνοντας καὶ δὲ σκέπτονται τὸ Θεὸ ὅλων καὶ τὸ ἀπλησίαστο ὕψος τῆς πραγματικῆς βασιλείας, γιὰ ν’ ἄρχουν ὡς ὁμόδουλοι κι ἴσοι μὲ τοὺς ἄλλους ζητώντας κι αὐτοὶ τὴν ἴδια φιλανθρωπία;     

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στὸ κοινωνικὴ διδασκαλία Ἑλλήνων πατέρων, ἐπιμ. Ν. Θ. Μπουγάτσου, τ. 1, ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

...στραμμένος στὸν Ἄλλο καὶ στὸν Ὅλο Ἄλλο

Δημήτρης Πικιώνης

[…] Ἡ Ρώμη εἶναι ἡ Δύση μὲ τὸ πιὸ ἀρχαῖο ἔνδυμά της -ἕνας κόσμος διαφορετικός, ὅπως δείχνει ἡ διαχρονικὴ ἀντίθεση τῶν ἀνθρώπων τῆς «Φραγκιᾶς» μὲ τὸ «ρωμέικο» κόσμο. Στὴ Δύση ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄτομο στὴ μοναξιά του. Καὶ γιὰ νὰ περιοριστοῦμε σὲ ἕνα παράδειγμα θεολογικό -ἀπὸ τὸν πιὸ συμπυκνωμένο δηλαδὴ Λόγο: στὴ δική μας Ἀνατολὴ ἕνας χαρακτηριστικὸς στοχαστής, μεγάλος γέροντας τῆς ὀρθοδοξίας, θὰ πεῖ: «Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ χαρά μου». Ὅταν ὁ πιὸ μεγάλος ἀντίστοιχος τῆς Δύσης θὰ πεῖ: «Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ κόλασή μου».
Ὁ Ἕλληνας Λόγος μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ λαοῦ μας εἶναι βασικὰ συμπυκνωμένος στὸ Λόγο τῆς Ορθοδοξίας.
Τὴν ὀρθοδοξία πρέπει νὰ τὴ βλέπουμε πλατιά, εἶναι προϊὸν τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζει τὴν εὐτυχῆ συνένωση τοῦ Ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ Λόγου μὲ τοὺς ἐπὶ μέρους Λόγους τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Καὶ ὅπως αὐτὸ τὸ προϊὸν διαπλάθεται μέσα στὴν ἱστορία μας ὡς σήμερα. Βασικὴ εἰδοποιὸς διαφορὰ τόσο ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸ Ἰσλάμ, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ δυτικὸ χριστιανισμὸ εἶναι ὅτι ἐπίκεντρο βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος ὄχι δίχως ἰδιαίτερη ἀτομικότητα, ὅπως στὴ Μέση Ἀνατολή, καὶ ὄχι ὡς ἄτομο ἐγκλωβισμένο στὴ μοναξιά του, ὅπως στὴ Δύση, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος, ὡς «πρόσωπο», ὁ ἄνθρωπος «ὁ προς-ὄψιν», ὁ συμμετοχικὸς ἄνθρωπος, ὁ στραμμένος στὸν Ἄλλο καὶ στὸν Ὅλο Ἄλλο. Αὐτὸ ἄλλωστε διατυπώνεται στὸ κεντρικὸ βίωμα τῆς ὀρθοδοξίας «ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Ἀγάπη καὶ ἡ Ἀγάπη ὁ Θεός, "ἡ καὶ" κατὰ χάρη, δυνάμει, θέωση τοῦ ἀνθρώπου». […]
Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς εἶναι, εἴπαμε, ὁ πολιτισμὸς τῆς συνάντησης μὲ τὸν Ἄλλο, ὁ πολιτισμὸς τῆς ἀνταλλαγῆς ὑλικῶν ἀγαθῶν ἀλλὰ καὶ αἰσθήσεων καὶ βιωμάτων, καὶ ἰδεῶν. Εἶναι ὁ πολιτισμὸς τῆς γνωριμίας μὲ τὸν Ἄλλο, τῆς γνώσης ἔτσι τοῦ Ἄλλου. Εἶναι ἕνας πολιτισμὸς «ἐρωτικός» μὲ τὴν πιὸ βαθιά, εἴπαμε πάλι, ἔννοια τῆς λέξης. Ὁ ἑλληνισμὸς μέσα στὸ χρόνο εἶναι ὁ πρῶτος ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ στὴν προσπάθεια τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς ἐλεύθερης θέλησης τῶν Ἀνθρώπων νὰ οἰκοδομήσει ὡς ἰσόθεο τὸν Ἄνθρωπο, νὰ μεταμορφώσει τὸν ἀπρόσωπο κόσμο σὲ κόσμο τοῦ Ἀνθρώπου. […]

  Κωστὴς Μοσκώφ,  Ὁ ἑλληνικὸς τρόπος - ὁ διάλογος μὲ τὸν ἄλλο, στὸ Πολιτιστικὴ ταυτότητα καὶ στρατηγικὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἐκδ. Γνώση, 1995 
 

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

ὁ Μπακούνιν γιὰ τὴν ἔννοια τῆς πατρίδας

[…] Ἡ εὐημερία τοῦ κράτους εἶναι ἡ ἀθλιότητα τοῦ πραγματικοῦ ἔθνους, τοῦ λαοῦ. […] Τὸ κράτος δὲν εἶναι ἡ πατρίδα. Οἱ λαϊκὲς μάζες ὅλων τῶν χωρῶν ἀγαποῦν βαθιὰ τὴν πατρίδα τους. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μιὰ φυσικὴ πραγματικὴ ἀγάπη. Ὁ πατριωτισμὸς τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ἰδέα ἀλλὰ γεγονός. […] Ἡ πατρίδα, ἡ ἐθνικότητα, ὅπως καὶ ἡ ἀτομικότητα, εἶναι ἕνα γεγονὸς φυσικὸ καὶ κοινωνικό, ψυχολογικὸ καὶ ἱστορικό, ταυτόχρονα. Δὲν εἶναι μιὰ θεωρητικὴ ἀρχή. Δὲν μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε ἀνθρώπινη ἀρχή, παρὰ ὅ,τι εἶναι καθολικό, κοινὸ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἐθνικότητα τοὺς χωρίζει. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀρχή. Ἀλλὸ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀρχή, εἶναι ὁ σεβασμὸς ποὺ ὁ καθένας πρέπει νὰ ἔχει γιὰ τὰ φυσικά, πραγματικὰ ἢ κοινωνικὰ γεγονότα. Ἡ ἐθνικότητα, ὅπως καὶ ἡ ἀτομικότητα, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτά. Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ τὰ σεβόμαστε. Ἡ καταπίεσή της εἶναι ἔγκλημα. […] Γίνεται ἱερὴ ἀρχὴ κάθε φορὰ ποὺ ἀπειλεῖται ἢ καταπιέζεται. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν αἰσθάνομαι, εἰλικρινὰ καὶ πάντα, πατριώτης κάθε καταπιεσμένης πατρίδας.
[…] Ὁ λαὸς εἶναι ἐπίσης ἀπὸ τὴ φύση του πατριώτης. Ἀγαπᾶ τὴ γῆ ὅπου γεννήθηκε, τὸ κλίμα μέσα στὸ ὁποῖο ἀναπτύχθηκε. […] Ὁ πραγματικός, ζωντανός, ἰσχυρός, φυσικὸς πατριωτισμὸς τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι καθόλου ἐθνικὸς πατριωτισμὸς οὔτε κἂν τοπικὸς ἀλλὰ στὸ μεγαλύτερο μέρος του ἀποκλειστικὰ κοινοτικός. Ἀλλὰ ἀγαπᾶ ἀκόμα τὴ γλῶσσα ποὺ μιλᾶ. […] Ταυτίζεται ἀκόμα μὲ τὰ ἔθιμα καὶ τὶς ἀληθινὲς ἢ λαθεμένες ἀντιλήψεις τῆς χώρας του. Ἂν αὐτὰ τὰ ἔθιμα, αὐτὲς οἱ ἰδέες καὶ αὐτὴ ἡ γλῶσσα καλύπτουν μιὰ περιοχή, τότε ἀρχίζει νὰ γίνεται πραγματικὰ ἕνας τοπικὸς πατριώτης. Ἂν καλύπτουν ἕνα ὁλόκληρο ἔθνος, τότε γίνεται ἕνας ἐθνικὸς πατριώτης. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, κανεὶς δὲν εἶναι τόσο βαθιὰ οὔτε τόσο εἰλικρινὰ πατριώτης ὅσο ὁ λαός […].


Henri Arvon (ἐπιμ.), Μιχαὴλ Μπακούνιν, ἐκδ. Πλέθρον, Ἀθήνα, 2009  

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

φιλοτεχνώντας τὴν ἐλευθερία

Στὴν ταινία Μπλὲ (1993) Krzysztof Kieslofski ψηλαφεῖ τὴν ἀγάπη ὡς τὸν τρόπο καὶ τὸν τόπο τῆς κατεξοχὴν ἐλευθερίας. Τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ 13ο κεφάλαιο τῆς Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ τὴν ἀγάπη ὡς τὸ ὑπέρτερο πάντων ἐνδύεται μουσικὰ μὲ τὴν ἀπαράμιλλη αἰσθητικὴ τοῦ Zbigniew Preisner. Τὸ ἀποτέλεσμα συνιστᾶ μᾶλλον ἕνα κατόρθωμα ποὺ μένει ἀνεξερεύνητο γιὰ τὰ χοντροκομμένα ἐργαλεῖα τοῦ παρ-αισθητικοῦ ναρκισσισμοῦ. Ἡ Juliette Binoche σαρκώνει τὸν ἀντιήρωα τοῦ ἀγαπητικοῦ κόπου, ἀπὸ ὅπου ἐλεύθερα, δηλαδὴ ταπεινά, προβάλλει ἡ λευτεριά.  (Domenico)



Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

«ποιὸς εἶπε ὅτι τὸ εὐαγγέλιο ἀγνοεῖ τὴν ὕπαρξη τῶν γιάππις;»



[…] Μία ἀπὸ τὶς παραβολὲς τοῦ Χριστοῦ εἶναι αὐτὴ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ πλουσίου, ὅπου ὁ μὲν πρῶτος κερδίζει τὴν αἰώνια ζωή, ἐνῶ ὁ δεύτερος τὴν αἰώνια καταδίκη (Λκ. 16, 19-31). Ὁ Χρυσόστομος κάνει μιὰ πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἐπισήμανση: Ὁ Χριστὸς μᾶς δίνει μὲν τὸ ὄνομα τοῦ φτωχοῦ, ἀφήνει ὅμως ἀνώνυμο τὸν πλούσιο. Γιατί; Διότι (ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος) ὅποιος ἐπιδίδεται σὲ ἁρπαγὲς καὶ σὲ πλουτισμὸ εἶναι λύκος καὶ ὄχι ἄνθρωπος.
Ἐδῶ μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε μιὰ πολὺ ἐνδιαφέρουσα παράμετρο τῆς χριστιανικῆς ἀντίληψης. Ὁ ἄνθρωπος κινδυνεύει νὰ χάσει τὸ πρόσωπό του, τὸν ἑαυτό του μέσα στὸ ξέφρενο κυνηγητὸ τοῦ κέρδους καὶ (θὰ λέγαμε σήμερα) τῆς καριέρας καὶ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Δὲν εἶναι μόνο ἡ κοινωνικὴ ἀδικία στὴν ὁποία συμβάλλει, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ ἴδιου μέσῳ τῆς ἴδιας του τῆς ἐργασίας. Κέντρο τῆς ζωῆς του καθίσταται κάτι ἀπρόσωπο καὶ περαστικό, τὸ χρῆμα. Εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ἐπισημαίνει μιὰ ἄλλη παραβολή, ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου (Λκ. 12, 16-21). Καμία «κλασικὴ» ἁμαρτία δὲν καταλογίζει τὸ εὐαγγέλιο σὲ αὐτὸν τὸν πλούσιο παρὰ μόνο τὸ γεγονὸς τῆς ὁλόψυχης ἀφιέρωσής του στὴ συσσώρευση πλούτου. Ἀνώνυμος καὶ αὐτός, ἔμεινε στὴν ἱστορία ὡς ὁ «ἀνόητος» (ἄφρων), ὡς αὐτὸς ποὺ ἔχασε τὸν ὕπνο του (καὶ τελικὰ τὴν ψυχή του) προβληματιζόμενος ποῦ θὰ ἀποθηκεύσει τὰ γεννήματά του.
Αὐτὴ ἡ προσκόλληση τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ οἱ βασικὲς ἐπιλογὲς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ποὺ νοηματοδοτοῦν τὴν ὕπαρξή του. Ὁ Χριστὸς εἶχε τονίσει ἀκριβῶς ὅτι «ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ἡ καρδιά σας» (Μτθ. 6, 21). Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος δὲν ὁρίζει τὴν πλεονεξία ὡς ἕνα ἠθικιστικοῦ τύπου ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς κάτι δευτερεῦον, ἀλλά -οὔτε λίγο οὔτε πολύ- ὡς εἰδωλολατρία (Κολος. 3, 5 εἶναι μιὰ προσέγγιση ποὺ θυμίζει τὸν ὁρισμὸ τῆς θρησκείας ὅπως μᾶς τὸν ἔδωσε ὁ Ἔριχ Φρόμ). Ὁ πόθος γιὰ ἀπόκτηση γίνεται κέντρο τοῦ ἀνθρώπινου βίου καὶ νοηματοδοτεῖ κάθε ἐπιμέρους ἔκφανσή του. Γίνεται, δηλαδή, θεὸς στὴ θέση τοῦ Θεοῦ, εἴδωλο γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὑφαίνεται ὁλόκληρη θρησκεία, ἀκόμη κι ἂν ὁ θιασώτης της δηλώνει  τυπκὰ ὅτι εἶναι Χριστιανὸς ἢ καὶ ἄθεος. Ποιὸς εἶπε ὅτι τὸ εὐαγγέλιο ἀγνοεῖ τὴν ὕπαρξη τῶν γιάππις;
Ἂς σημειωθεῖ ἐδῶ καὶ κάτι ἀκόμα.Ὅπως εἰδαμε παραπάνω, συχνὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ κείμενα χρησιμοποιοῦν σχεδὸν στερεότυπα τοὺς ὅρους «χήρα», «ὀρφανός», «φτωχός» κ.λπ., ὅταν θέλουν νὰ ἀναφερθοῦν γενικὰ στὸν καταπιεσμένο. Αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο. Ἡ ὁρολογία αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ κάποια σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου καὶ σήμαινε τοὺς «φίλους τοῦ Θεοῦ», ἐκείνους, δηλαδή, ποὺ ἑδράζουν τὴ ζωή τους στὴ σχέση τους μὲ τὸν Γιαχβέ, ἀντίθετα πρὸς τοὺς πλουσίους, ποὺ τὴν ἑδράζουν στὸν πλοῦτο, στὴν ἰδιοκτησία καὶ στὴν ἐξουσία. […]


Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ κοινωνικὴ δικαιοσύνη, ἕνα διάγραμμα, περ. Νέα Κοινωνιολογία, τ. 30, Ἄνοιξη 2000


Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

ὁ Θεὸς φανερώνεται καὶ (ἢ ὅταν) καταργεῖται ἡ ἀντικειμενικότητα

Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ
[…] Ὁ Χριστὸς δεχόμενος τὸ βάπτισμα ταυτίζεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνεξαιρέτως. Ταυτίζεται μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ χρειάζεται συγχώρηση, σωτηρία καὶ ἀναγέννηση…Ταυτίζεται μὲ ὅλους καὶ μὲ τὸν καθένα μας. Μὲ τὸ βάπτισμά Του δείχνει πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κρίνει ἢ νὰ καταδικάσει, οὔτε γιὰ νὰ φέρει ἀντικειμενικοὺς νόμους καὶ κανόνες, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς τελειότητας καὶ τῆς θεότητάς Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας ἔτσι, ὥστε γινόμενος ἕνας ἀπὸ μᾶς νὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τῆς τέλειας καὶ ἀναμάρτητης ζωῆς Του. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἔλεγε γι’ Αὐτόν, «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου!» (Ἰωαν. 1, 29). Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο μας ὡς παιδί, καὶ μὲ τὴ γέννησή Του ἀνέλαβε καὶ οἰκειώθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ τοὺς ἀπολωλότες. Τοὺς ἀγαπᾶ μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη, τοὺς προσφέρει τὸν Ἑαυτό Του καὶ ὁλόκληρη τὴ ζωή Του. Ἐδῶ στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, Αὐτός, ὁ ἀναμάρτητος ἑνώνεται μ’ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς· Αὐτός, ὁ Σωτήρας, ἑνώνεται μὲ τοὺς χαμένους, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἁμαρτία ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς. Μὲ τὸ βάπτισμά Του ἑνώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἀκριβῶς ἀργότερα, στὸ τέλος Αὐτός, ὁ ἀθάνατος, ἑνώνεται ἐπίσης ἐλεύθερα μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὸ θάνατο. Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν πὼς ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς σώσει μὲ τὴν ἀγάπη· ἀγάπη ὅμως πάνω ἀπ’ ὅλα σημαίνει ἕνωση μ’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶς. Σύμφωνα μὲ τὸν προφήτη Ἠσαΐα, «οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὁδυνᾶται… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» Ἠσ. 53, 4-5). […]


π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, Ἑορτολόγιο, ἐτήσιος ἐκκλησιαστικὸς κύκλος, μτφρ. Ἰωσὴφ Ροηλίδης, ἐκδ. Ἀκρίτας  

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Μέγας Βασίλειος - ἡ βία τοῦ πλούτου

 […] αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πλησίον σὰν τὸν ἑαυτό του δὲν κατέχει τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸν πλησίον. Ἀλλὰ ὅμως φαίνεται νὰ ἔχεις πολλὰ κτήματα. Ἀπὸ ποῦ αὐτά; Ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ παρὰ ἀπὸ τὸ ὅτι εἶναι φανερὸ ὅτι προτιμοῦσες τὴ δική σου ἀπόλαυση ἀπὸ τὴν παρηγορία τῶν πολλῶν. Ὅσο λοιπὸν ὑπερέχεις κατὰ τὸν πλοῦτο, τόσον ὑστερεῖς κατὰ τὴν ἀγάπη. Διότι πρὸ πολλοῦ θὰ εἶχες σκεφθεῖ νὰ ἀπομακρύνεις τὰ χρήματα, ἐὰν εἶχες ἀγαπήσει τὸν πλησίον. Τώρα δὲ τὰ χρήματα εἶναι συνδεδεμένα μαζί σου περισσότερο ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ σώματος καὶ ὁ χωρισμὸς ἀπὸ αὐτὰ σὲ λυπεῖ σὰν τὸν ἀκρωτηριασμὸ τῶν χρησιμώτερων μελῶν. […]
Ἡ θάλασσα γνωρίζει τὰ σύνορά της καὶ ἡ νύκτα δὲν παραβιάζει τὴν παλαιὰ ὁροθεσία. Ὁ πλεονέκτης ὅμως δὲν σέβεται τὸν χρόνο, δὲν γνωρίζει σύνορα, δὲν ἀνέχεται τὴ σειρὰ τῆς διαδοχῆς ἀλλὰ μιμεῖται τὴν ὁρμητικότητα τῆς φωτιᾶς. Ὅλα τὰ ἁρπάζει, σὲ ὅλα ἐξαπλώνεται. Καὶ ὅπως τὰ ποτάμια, ἀφοῦ ξεκίνησαν νὰ ὁρμοῦν ἀπὸ μικρὴ ἀρχὴ πρῶτα, ἔπειτα λίγο-λίγο ἀφοῦ αὐξηθοῦν τρομερὰ μὲ τὶς προσθῆκες, παρασύρουν τὰ ἐμπόδια μὲ τὴ βίαιη φορά τους, ἔτσι κι αὐτοὶ ποὺ ἀπέκτησαν μεγάλη δύναμη· μὲ τὸ νὰ ἀποκτοῦν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἤδη ἀδικήσει δύναμη νὰ ἀδικοῦν, περισσότερο καταπιέζουν τοὺς ὑπόλοιπους μὲ αὐτοὺς ποὺ προηγουμένως ἀδικήθηκαν καὶ γίνεται γι’ αὐτοὺς ἡ περιουσία τῆς πονηρίας αὔξηση τῆς δύναμής τους. Διότι αὐτοὶ ποὺ προηγουμένως ἔχουν ἀδικηθεῖ προσφέροντας ἀναγκαστικὰ βοήθεια σὲ αὐτούς, συμπράττουν στὶς βλάβες καὶ στὶς ἀδικίες τῶν ἄλλων. Γιατὶ ποιὸς γείτονας, ποιὸς συγκάτοικος, ποιὸς ἔμπορος δὲν παρασύρεται; Τίποτε δὲν ἀντιστέκεται στὴ δύναμη τοῦ πλουσίου. Ὅλα ὑποκύπτουν στὴν τυραννία, ὅλα ἀπὸ φόβο ζαρώνουν στὴν καταδυνάστευση, ὥστε ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀδικηθεῖ ἔχει κάθε λόγο νὰ μὴν ἐπιχειρεῖ νὰ πάθει χειρότερο κακό, παρὰ νὰ ζητήσει ἱκανοποίηση γιὰ ὅσα ἔπαθε. […]    
Ποιὸν λυπήθηκε ὁ θάνατος γιὰ τὰ πλούτη του; Ποιὸς γλίτωσε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια ἐξ αἰτίας τῶν χρημάτων του; Ὣς πότε ὁ χρυσὸς θὰ εἶναι ἡ ἀγχόνη τῶν ψυχῶν, τὸ ἀγκίστρι τοῦ θανάτου, τὸ δόλωμα τῆς ἁμαρτίας; Ὣς πότε ὁ πλοῦτος θὰ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ πολέμου, γιὰ τὸν ὁποῖο κατασκευάζονται τὰ ὅπλα καὶ ἀκονίζονται τὰ ξίφη; Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ οἱ συγγενεῖς παραγκωνίζουν τὴ συγγένεια, οἱ ἀδελφοὶ μὲ φονικὴ διάθεση ὑποβλέπουν ο ἕνας τὸν ἅλλον. Ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου οἱ ἐρημιὲς φιλοξενοῦν τοὺς φονιάδες, ἡ θάλασσα τοὺς πειρατές, οἱ πόλεις τοὺς συκοφάντες. Ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους; Ποιὸς ὁ δημιουργὸς τῆς πλαστογραφίας; Ποιὸς γέννησε τὴν ψευδορκία; Δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος; Δὲν εἶναι ἡ μέριμνα γι’ αὐτόν; Τὶ κάνετε, ὦ ἄνθρωποι; […]


 Μ. Βασιλείου, Πρὸς τοὺς πλουτοῦντας