Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ὁ πειρασμὸς τοῦ Ἰούδα Β´ μέρος

Πέρις Ἱερεμιάδης
(Ἡ θεσμικὴ Ἐκκλησία) φαίνεται νὰ ἀμελεῖ ἢ νὰ ἀποφεύγει νὰ ἐπισημάνει καὶ νὰ καταγγείλει τὶς ἀρνητικὲς συνέπειες τῆς παγκοσμιοποίησης στὸ οἰκονομικὸ καὶ κοινωνικὸ πεδίο, ἰδίως γιὰ τὰ λαϊκὰ στρώματα, γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδυνάτους, γιὰ τὰ θύματα τῆς Ἱστορίας, τὰ τόσο προσφιλῆ καὶ οἰκεῖα στοὺς λόγους καὶ τὸ βίο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Συμβαίνει ἐδῶ μιὰ πλήρης ἀντιστροφὴ τῶν εὐαγγελικῶν κριτηρίων: ἡ ὑπεράσπιση τῶν ἐνδεῶν καὶ τῶν ἀδυνάτων ποὺ γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ συνιστοῦσε ἀπόλυτη προτεραιότητα, σὲ τέτοιο μάλιστα βαθμὸ ποὺ στὸ πρόσωπό τους νὰ εἰκονίζεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὑποχωρεῖ καὶ τίθεται σὲ δεύτερη μοίρα γιὰ χάρη τῆς ὑπεράσπισης τῆς κινδυνεύουσας ἐθνικῆς καὶ πολιτιστικῆς ταυτότητας, γιὰ χάρη δηλαδὴ προτεραιοτήτων ποὺ στὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἤσσονος σημασίας ἢ ἐμπόδιζαν καὶ ἀλλοίωναν τὴν ἔλευση καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸ ἐθνικοθρησκευτικὸ κίνημα τῶν Ζηλωτῶν στὸ ὁποῖο μετεῖχε καὶ ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ποὺ τελικὰ πρόδωσε τὸν Χριστό. Ἡ ἐπίσημη καὶ θεσμοποιημένη Ἐκκλησία μοιάζει νὰ ἀγνοεῖ ἢ νὰ παρακάμπτει αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ τὸ χριστιανικὸ ἦθος καὶ ποὺ συνόψισε μὲ ἔξοχο τρόπο ὁ Μπερδιάγεφ στὴν περίφημη ρήση του: «τὸ πρόβλημα τοῦ δικοῦ μου ψωμιοῦ εἶναι πρόβλημα ὑλικό, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα τοῦ ψωμιοῦ τῶν διπλανῶν μου, ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, εἶναι πνευματικὸ καὶ θρησκευτικὸ πρόβλημα. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ μονάχα γιὰ τὸ ψωμί, ζεῖ ὅμως μὲ ψωμί, καὶ πρέπει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ἔχουν ψωμί».

 Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Ὀρθοδοξία καὶ Πολιτικὴ θεολογία, στὸ Βιβλικὴ Θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης, πατερικὴ θεολογία καὶ ἀμφισημίες τῆς νεωτερικότητας, Ἱερὰ Μητρόπολις Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Ἴνδικτος



Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

ὁ πειρασμὸς τοῦ Ἰούδα Α´ μέρος


Ἀλέκος Κοντόπουλος
[…] ˗ Ἡ Ἐκκλησία στὶς κατὰ παράδοση ὀρθόδοξες χῶρες μοιάζει ἔτσι νὰ ἔχει ἐγκλωβιστεῖ σὲ μιὰ ἀμιγῶς ἐνδοϊστορικὴ καὶ ἐθνοκεντρικὴ διάσταση, στὸν περιορισμὸ τῆς ἀποστολῆς της «στὴν πραγματοποίηση τῶν πεπρωμένων τῆς φυλῆς καὶ τοῦ ἔθνους (!), στὴ μετατροπὴ τοῦ κηρύγματος τῆς ἐρχόμενης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ σὲ κήρυγμα ἐθνικῆς σωτηρίας καὶ διαφύλαξης τοῦ ἐνδόξου ἐθνικοθρησκευτικοῦ παρελθόντος. Λογικὴ καὶ φυσικὴ συνέπεια εἶναι ἡ ταύτιση τοῦ θρησκευτικοῦ μὲ τὸ ἐθνικό, τῆς ἐθνικῆς μὲ τὴ χριστιανικὴ ταυτότητα ποὺ θεωροῦνται ἔτσι ὡς κάτι τὸ ἐνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο, ἂν καὶ στὸ τέλος βέβαια ἡ χριστιανικὴ ταυτότητα ἐκπίπτει σὲ συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς. Ἡ «χριστιανικὴ» ταυτότητα ἐν προκειμένῳ δὲν ἀναφέρεται στὴ μετοχὴ στὴν εὐχαριστιακὴ καὶ ἐσχατολογικὴ κοινότητα ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ στὶς συνακόλουθες ἠθικές, κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς συνέπειες ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ἔνταξη σὲ αὐτὴ τὴν κοινότητα, διότι ἡ μετοχὴ αὐτὴ παραμένει δυναμικὰ ἀπροσδιόριστη, πέρα ἀπὸ κάθε a priori ἀντικειμενικὸ προσδιορισμό. Ἡ «χριστιανικὴ» ταυτότητα ἀναφέρεται μᾶλλον σὲ μία ἐκ τῶν προτέρων καθορισμένη συλλογικὴ πραγματικότητα ποὺ τὰ ὅριά της ταυτίζονται μὲ τὰ ὅρια τοῦ ἔθνους καὶ ὅπου τὸ ἐπίθετο «χριστιανικὸς» δὲν εἰσάγει κατ’ ἀνάγκην κριτήρια καὶ ἀπαιτήσεις ἐκλησιαστικῆς νοηματοδότησης τῆς προσωπικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς, ἀλλὰ συνδέεται μὲ παραδοσιακοὺς πολιτιστικοὺς καὶ ἱστορικοὺς ἐπικαθορισμούς. Γι’ αὐτὸ καὶ στὸν κατεστημένο ἐκκλησιαστικὸ λόγο τὰ γεγονότα-σταθμοὶ τῆς ἱστορίας τῆς θείας οἰκονομίας ὄχι μόνο δὲν ἐντάσσονται στὴν προοπτικὴ ὑπέρβασης τῶν συνεπειῶν τῆς ἁμαρτίας καὶ πραγματοποίησης τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ὑπὲρ τὰ ἔθνη ἑνότητος, ἀλλὰ συνδέονται συμβολικὰ καὶ φορτίζονται συναισθηματικὰ μὲ γεγονότα καὶ περιπέτειες τοῦ ἐθνικοῦ πεπρωμένου τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, στὴν πραγματοποίηση τοῦ ὁποίου φαίνεται νὰ κατατείνουν. Σημειώνεται ἔτσι μία σημαντικὴ μετατόπιση, μιὰ πλήρους νοήματος διολίσθηση ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς θείας οἰκονομίας στὴν ἱστορία τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ λογικὴ κατάληξη τοῦ πειρασμοῦ τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ ἐγκοσμιοκρατικοῦ μεσσιανισμοῦ. […]


Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Ὀρθοδοξία καὶ Πολιτικὴ θεολογία, στὸ Βιβλικὴ Θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης, Πατερικὴ Θεολογία καὶ ἀμφισημίες τῆς νεωτερικότητας, Ἱερὰ Μητρόπολις Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Ἴνδικτος

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

κάθε ἐξουσία εἶναι αἰτία θανάτου



Διότι πολλοὶ καλοθελητὲς καὶ ἀπαίδευτοι στηρίχτηκαν στὸ πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχοῦσαις ὑποτασσέσθω τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ βιάστηκαν ἀναλφαβήτως νὰ ἀποφανθοῦν ὅτι οἱ χριστιανοὶ εἶναι ἐθελόδουλα πρόβατα, λησμονώντας ὅτι ἡ εὐχαριστιακὴ Σύναξη ὑῆρξε ἡ πρώτη καθολικὴ ἀνταρσία στὴν ἱστορία τῶν κοσμικῶν πολιτευμάτων καὶ οἱ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου οἱ πρῶτοι Ἀντάρτες, ποὺ ἀρνήθηκαν ἀκόμη καὶ τὴν ἐγκοσμιοποίηση τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος συνεχίζει μὲ τὸ συνηθισμένο ὀξύμωρον τῆς Ἐκκλησίας μας λέγοντας, «ἀποδῶστε τὸν φόρο σ’ αὐτὸν ποὺ τοῦ πρέπει ὁ φόρος, καὶ τιμὴ σ’ αὐτὸν ποὺ τοῦ πρέπει τιμή, ἀλλὰ νὰ ξέρετε ὅτι δὲν ὀφείλετε τίποτε, παρὰ μόνον τὸ ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Δηλαδή, οὔτε φόρους ὀφείλετε, οὔτε τιμές, ὅταν ὑπάρχει ἀναξιότης τῆς ἐξουσίας. Καί, ἂν ἐσεῖς τὸ μόνο ποὺ ὀφείλετε εἶναι τὸ ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, αὐτὸ τὸ ἀλλήλους ἰσχύει ἐξίσου καὶ γιὰ τοὺς ἄρχοντες. Ἄρα, ὅταν οἱ ἄρχοντες δὲν ἀσκοῦν ἰσόμοιρη καὶ ἰσοδίκαιη ἀλληλεγγύη, τότε κι ἐσεῖς δὲν ὀφείλετε τίποτε. Μηδενὶ μηδένα ὀφείλετε, οὔτε σεβασμό, οὔτε φόρους, οὔτε ὑπακοή.
Στὸν ἄρχοντα ὅμως τῆς ἐρήμου, στὸν Ἀντώνιο τὸν Μέγα, μέγα εἶναι καὶ τὸ Ἀντάρτικο εὐκρινές: «Δὲν πειθαρχοῦμε σ’ αὐτούς», ἀκριβῶς γιατὶ ἡ φθαρτή, πτωτικὴ κοσμικὴ ἐξουσία, κάθε κοσμικὴ ἐξουσία, θανατώνει τὴν ἐλεύθερη, ἀθάνατη κτιστή μας φύση. […] Κάθε ἐξουσία εἶναι «αἰτία θανάτου», κατὰ τοὺς Νηπτικοὺς Ἀντάρτες τῆς ἐρήμου καὶ ἡ ἐρημία τῶν πόλεων ἐρημώνει τὶς πόλεις καὶ θανατώνει τὶς ἀθάνατες σωματοψυχές μας. Δὲν πειθαρχοῦμε λοιπόν, στὴν οἱανδήποτε ἐξουσία, ὅταν τὸ κράτος της δὲν ἀσκεῖ τὸ ἀλλήλων ἰσόδουλοι ἀλλήλων κύριοι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὥστε νὰ ἔχουμε ἀπόλυτη κατὰ κόσμον ἰσότητα, ἰσόκυρη ἀνθρωπίνως μεταξύ μας συναλλαγὴ καὶ ἰσόμοιρη, κατὰ διάκρισιν, μοιρασιὰ τοῦ πλούτου, τῆς φτώχειας καὶ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας.
Κυνικὴ ἐγκράτεια, ἀναρχικὸ νηπτικὸ πολίτευμα, προσωποκεντρικὴ δημοκρατία τῶν συμπαικτῶν σὲ μιὰ συναλληλία προπονητικὴ καὶ σαρκαστική, διότι ὅλοι ξέρουμε ὅτι ποτὲ δὲν θὰ πετύχουμε, κτιστοὶ ἐμεῖς, μιὰν ἄκτιστη ἁρμονία!


Κώστας Γ. Ζουράρις, Φιλοκαλοῦμεν μετ’ ἀνταρσίας, προπονητικὴ γιὰ τὸ πολίτευμα τῆς ὑπεραναρχίας, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2010 

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

ἡ πολύτιμη χριστιανικὴ μειοψηφία στὴ χούντα


Φεβρουάριο  τοῦ ’73 ἔχουμε τὴν ἐξέγερση τῶν φοιτητῶν καὶ τὴν κατάληψη τῆς Νομικῆς. Τὸ παρὸν στὴ συγκέντρωση ἔξω ἀπὸ τὸ κτίριο δίνουν ὁ τότε Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης καὶ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν κ. Ἀναστάσιος Γιαννουλάτος (νὺν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας), ὁ ἱερέας Χρίστος Χριστοδούλου, ὁ διάκονος Τιμόθεος Λαγουδάκης καὶ ἄλλοι κληρικοί, οἱ ὁποῖοι «προσπαθοῦν νὰ εἰσαγάγουν τρόφιμα στοὺς φοιτητές, ἀλλὰ ἡ ἀστυνομία τὸ ἀπαγορεύει». Τὰ «τιμημένα ράσα» τῶν ἱερέων κρύβουν λίγες τροφὲς γιὰ τοὺς ἀποκλεισμένους. Οἱ ἀστυνομικοὶ τοὺς ἀνακαλύπτουν καὶ τοὺς διώχνουν» (Χριστιανική, ἀρ. φ. 39, Μάρτιος 1973). Ὁ Τιμόθεος Λαγουδάκης συνελήφθη καὶ βασανίστηκε ἄγρια ἀπὸ τὴ Δικτατορία. Ὁ Ἀναστάσιος Γιαννουλάτος μαζὶ μὲ τὸν πατέρα Γεώργιο Πυρουνάκη καὶ τὸ διάκονο Τιμόθεο Λαγουδάκη θὰ σταθεῖ στὸ πλευρὸ τῶν συλληφθέντων φοιτητῶν τῆς ἐξέγερσης τῆς Νομικῆς, μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς τους τοὺς ἐπισκέπτεται στὸ ΕΑΤ-ΕΣΑ καὶ τοὺς συμπαρίσταται. Στὴ συγκέντρωση τῆς Νομικῆς ὁμάδα φοιτητῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν καὶ μερικοὶ κληρικοί, δίνει ψήφισμα συμπαράστασης, τὸ ὁποῖο καὶ διαβάζεται στοὺς συγκεντρωμένους. […]
Τὸ Μάρτη τοῦ 1974 ἐκδίδεται ἀπὸ τοὺς χριστιανοδημοκράτες τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸ ἔντυπο «Καινούργιοι ὁρίζοντες». […] Στὴ δεύτερη σελίδα ἀπευθύνουν ἀνοιχτὴ ἐπιστολὴ στὸν κλῆρο καὶ τὴν πνευματικὴ ἡγεσία τῆς Ἑλλάδος. Ὁ λόγος τους εἶναι ὀξύτατος: «Δὲν ἐρχόμαστε νὰ σᾶς κολακέψουμε οὔτε καὶ νὰ σᾶς χαϊδέψουμε. Ἐρχόμαστε νὰ σᾶς κριτικάρουμε ὅσο γίνεται μὲ περισσότερη ἀγένεια, γιατὶ νομίζουμε ὅτι δὲν καταλαβαίνετε ἄλλη γλῶσσα… Εἶναι ἀσήμαντο γιὰ σᾶς, ὅτι Ἕλληνες παρακολουθοῦνται, καταδιώκονται, βασανίζονται, φυλακίζονται, ἐξορίζονται, δολοφονοῦνται ἀπὸ τοὺς τυράννους τῆς Πατρίδος μας; Γιὰ ποιὸν Θεὸ μιλᾶτε καὶ σὲ ποιὰ γλῶσσα; Εἶναι μιὰ ἄνευ προηγουμένου ἱστορικὴ κατάσταση νὰ ἐπικαλεῖσθε τὸν Θεό, Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ σιωπᾶτε μπροστὰ στὸ δράμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὴ στιγμὴ ποὺ καὶ αὐτὲς ἀκόμα οἱ πέτρες οὐρλιάζουν. Πολὺ μεγάλο τὸ ἔγκλημα, μεγάλη κι ἡ προδοσία… Ἂν εἴχατε σχέση μὲ τὸν Χριστό, ἔστω καὶ ἐλάχιστη, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶστε πρωτοπόροι στὸν ἀγώνα ἐνάντια στὴ βία καὶ τὴν καταπάτηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων… Ποτάμι χύθηκε τὸ αἷμα τῶν νέων φοιτητῶν, ἐργατῶν καὶ ἄλλων ἀδελφῶν μας καὶ σεῖς οὔτε μιὰ λέξη συμπαθείας δὲν εἴπατε στὰ θύματα τῆς βαρβαρότητος. Εἶσθε συνένοχοι μὲ τοὺς ἐκμεταλλευτὲς καὶ βασανιστὲς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ θὰ λογοδοτήσετε μιὰ μέρα ὁπωσδήποτε γι’ αὐτό. Ἡ σιωπή σας ἀπέναντι στὸ ἔγκλημα εἶναι ἡ πιὸ πρακτικὴ μορφὴ τῆς ἀθεΐας σας».  


Ἀνδρέα Χ. Ἀργυρόπουλου, Χριστιανοὶ καὶ πολιτικὴ δράση κατὰ τὴν περίοδο τῆς δικτατορίας (1967-1974), ἐκδ. Ψηφίδα, Ἀθήνα 2004 

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

ὁ τρυγητὴς τῆς ἐλευθερίας ἢ ἡ ἀναρχία ποὺ δὲν βολεύεται


Ὁ Μικέλης Ἄβλιχος γεννήθηκε στὸ Ληξούρι τὸ 1844. Σπούσασε στὴ Βέρνη καὶ ἔζησε ἀρκετὰ χρόνια στὴ δυτικὴ Εὐρώπη, ὅπου ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὶς ἐπαναστατικὲς ἰδέες. Στὴ Βέρνη γνωρίστηκε καὶ συνδέθηκε προσωπικὰ μὲ τὸν Μπακούνιν καὶ ἔγινε μέλος τῆς Α´ Διεθνοῦς. Ἴσως ἔλαβε μέρος στὰ γεγονότα τῆς παρισινῆς κομμούνας. Ἔγραφε σατιρικοὺς στίχους μὲ ψευδώνυμα καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Στὴ μικρή του ἡλικία ὑπῆρξε ἰδιαίτερα φιλακόλουθος. Πέθανε ξεχασμένος τὸ 1917. Λίγες ὧρες πρὶν ἔλεγε: «μὴν κλαῖτε· ὁ Μικέλης πάει στὴ ζωή!»

 Εἶπε γιὰ τὴ γνώση: «εἶναι ἡ γνώση κύκλος ποὺ ὅσο ἀξένει τὰ ὅρια τῆς ἀγνοίας μας πλαταίνει».

Καὶ γιὰ τὴν ἀναρχία: «πρὸς ἀπάντησιν εἰς τὸν λόγον σας κυρία Μαίρη ὅτι δὲν εἶμαι ἀναρχικός, ἀλλ’ ἀριστοκράτης, σᾶς λέγω ὅτι ἐν μέρει καὶ τὸ βεβαιῶ, ἐν μέρει καὶ τὸ ἀρνοῦμαι, διότι ἡ ἀναρχία εἶναι ἄκρατος ἀριστοκρατία».

Ὁ Ἄβλιχος ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο, ἂν καὶ ἦταν ἄπιστος, καὶ ἔλεγε ὅτι ἀκόμα δὲν τὸ εἶχε καταλάβει, τόσο βαθειὰ ἦταν γραμμένο. Ἐπίσης γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο ἔλεγε ὅτι ὅλες οἱ Ἰνδικές, Ἑλληνικὲς καὶ Ρωμαϊκὲς φιλολογίες μπροστὰ στὸ Εὐαγγέλιο εἶναι μηδὲν καὶ μὲ μία τρίχα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀναλογεῖ ὅλος ὁ κόσμος.

Κάποια φορὰ τὸν εἶχαν διορίσει στ’ Ἀργοστόλι μέλος Ἐπιτροπῆς γιὰ νὰ μοιράσει χρήματα σὲ φτωχούς. Ὁ Ἄβλιχος δὲν ἤθελε νὰ εἶναι μέλος σὲ ἐπιτροπές. Ὑποχρεώθηκε λοιπὸν νὰ πάει νὰ ὑποβάλει τὴν παραίτησή του στὸν Πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπῆς, ποὺ ἦταν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κεφαλονιᾶς Γεράσιμος Δόριζας, φιλόσοφος, μὲ ἰδέες πολὺ φιλελεύθερες. Ὁ Ἄβλιχος ὄρθιος μπροστὰ στὸν ἀρχιεπίσκοπο ὑποβάλλει τὴν παραίτησή του.
- Καθήσατε κ. Ἄβλιχε, τοῦ λέει ὁ ἀρχιεπίσκοπος.
- Τὶ θέλει ἕνας λύκος ἐν μέσῳ τῶν προβάτων, τὶ θέλω ἐγὼ ’δῶ μέσα ἕνας ἀναρχικὸς ἄνθρωπος;
- Καὶ νομίζετε κ. Ἄβλιχε πὼς αὐτὸς ὁ θρόνος ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀναρχία;
- Ἒ τότε νὰ καθήσω.
Καὶ ἀφοῦ συζήτησαν πολὺ ὥρα οἱ δύο ἄνδρες, λέει ὁ ποιητής!
- Δὲν εἶσαι δεσπότης.
- Ἀλλὰ τότε τὶ εἶμαι Μιχαλάκη;
- Εἶσαι δεσμώτης.
- Τὸ ἐμάντευσες.
Καὶ ἀπὸ τότε τὸν Ἄβλιχο τὸν συνέδεσε μεγάλη φιλία μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Δόριζα.

Ὅταν πρωταντίκρυσε ἀεροπλάνο εἶπε στοὺς φίλους του: «γιὰ φαντασθεῖτε ὁ ἄνθρωπος τὶ ἔκανε, κατόρθωσε νὰ γίνει πουλὶ και ψάρι. Ἕνα μόνον δὲν κατόρθωσε νὰ γίνει ἄνθρωπος!»


Κάποτε ρωτήθηκε στὸ δικαστήριο ὡς ἔνορκος ποιὰ θρησκεία πρεσβεύει καὶ ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «οὐδεμία· ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ εἶμαι χριστιανός, διότι αἱ θρησκεῖαι εἶναι δεσμὸς τῆς ἀνθρωπότητος, ἐνῶ ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἐναγκαλισμὸς τῆς ἀνθρωπότητος».

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

ἡ ὀρθολογικότητα ὡς ἀπωθημένο τοῦ φόβου


Θεόδωρος Στάμος


(Ὁ Χέγκελ) στὸ ὄνομα τῆς ὀρθολογικότητας ἔπρεπε νὰ ἀγνοήσει τὴν βιωμένη ἐμπειρία. Τὸν πόνο, τὸν θάνατο, τὸ ἀνεξακρίβωτο, δηλαδὴ ὅλα ὅσα ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει, ἀλλὰ στὰ ὁποῖα εἶναι ὑποδουλωμένος. «Τὸ πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ χάνει τὸν καιρό του στὰ βάσανα ὁρισμένων ἀτόμων ˗γράφει ὁ Χέγκελ˗ οἱ ἀτομικοὶ σκοποὶ χάνονται μπροστὰ στὸ γενικό». Ὁ Χέγκελ προσπαθεῖ νὰ θεμελιώσει ὁλόκληρη τὴ φιλοσοφία του στὴν ὀρθολογικότητα. Ἐντούτοις, τὰ βαθύτερα θεμέλια τῆς ἐπινόησής του πολὺ ἀπέχουν ἀπὸ τὸ νὰ ὑπακούουν μόνο στὴν ὀρθολογικότητα. […] Οἱ ἐπιθυμίες, τὰ ἔνστικτα, οἱ φόβοι, οἱ ἀγωνίες, οἱ ἀπωθήσεις, οἱ ἀθετήσεις: ἰδοὺ πάνω ἀπὸ τὶ προσπαθεῖ νὰ ἀνυψωθεῖ ἡ ὀρθολογικότητα τῆς ἱστορίας […].
Ἡ ἐπίμονη πίστη στὴν ὀρθολογικότητα χρησιμεύει γιὰ νὰ ὑπομένει (ὁ ἄνθρωπος) τὸν φόβο ποὺ προκαλεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν ἕνας Ντοστογιέφσκι ἢ ἕνας Νίτσε ἀποδεικνύουν τὴν ἀβεβαιότητα αὐτῆς τῆς πίστης καὶ ἀποκαλύπτουν ὅτι αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε ἱστορία εἶναι οὐσιαστικὰ ἕνα κατασκεύασμα, μηχανισμὸς αὐτοπροστασίας, παρωπίδες, τότε τὰ πάντα καταρρέουν: ἡ ὀρθολογικότητα μαζὶ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη στὴν ἀλήθεια τῶν ἐπιστημῶν· καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτα νὰ πάρει τὴ θέση τοῦ ἐξόριστου Θεοῦ.
[…] ὁ Χέγκελ εἶναι ὀπαδὸς τῶν ἤπιων, μὴ βίαιων ἀλλαγῶν, δηλαδὴ ἀλλαγῶν μὲ μέτρο. Νὰ γιατὶ ἐφαρμόζει μὲ ἐπιμονὴ καὶ στενοκεφαλιὰ τὴ διαλεκτικὴ μέθοδο: στὰ χέρια του ἡ διαλεκτικὴ εἶναι ἕνα μέσο νὰ βολεύεται ἄνετα μέσα στὸ δεδομένο, μέσα στὸ ὑπαρκτό, αὐτὸ εἶναι τὸ ὄπλο τῆς ὀρθολογικότητας. Σχετικὰ μὲ τὴν ὀρθολογικότητα, ὁ Κίρκεγκωρ θὰ σημειώσει «πρόκειται γιὰ μιὰ χίμαιρα, ἡ ὁποία, στὸν Χέγκελ, καλεῖται νὰ ἐξηγήσει τὰ πάντα καὶ ποὺ παράλληλα εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ ἐκεῖνος δὲν ἔνιωσε ποτὲ τὴν ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσει». Δὲν εἶναι καθόλου ἐντυπωσιακὸ ποὺ ὁ Χέγκελ δὲν τὸ ἔκανε: ἡ διαλεκτική του εἶναι, τελικά, ἐπικουρικὴ τῆς ἀπώθησης, τῶν ἀποσιωπημένων πραγμάτων. Καί, ὡς ἐπιχείρημα ἐπινοημένο νὰ ἐξηγήσει τὰ πάντα , εἶναι καὶ μέσο νὰ ἐκθρονίσει τὸν Θεό.
[…] Τὸ συμπέρασμα, τελικά, ἀπὸ τὸ ἐκπληκτικὰ ἀνυπόμονο καὶ ἀνήσυχο ὕφος του, εἶναι ὅτι φοβᾶται τὸν φόβο του. Φοβᾶται λοιπὸν ὅλα ὅσα δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει μὲ τὸ μυαλό του. Ἀλλὰ φοβᾶται κυρίως τὸν Θεό, τὴν ἀνεξέλεγκτη ἐλευθερία Του ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ ἀλλοιώσει τὸν ἄνθρωπο.

Λάζλο Φ. Φολντένυι, Ὁ Ντοστογιέφσκι διαβάζει Χέγκελ καὶ κλαίει, μτφρ, Εὐάγγελου Δ. Νιάνου, ἐκδ. Ἁρμὸς


Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

«εἶναι καιρὸς οἱ Χριστιανοὶ νὰ παύσουν νὰ εἶναι τόσο εὔκολα θρησκευτικοὶ»


Μπορεῖ ὁ μοντέρνος ἀθεϊσμὸς νὰ εἶναι μιὰ ἐπείγουσα ἐκ τῆς θείας προνοίας ἀπαίτησις γιὰ κάθαρσι τῆς ἰδέας τοῦ Θεοῦ, γιὰ ἀνέβασμα τοῦ διαλόγου στὸ βιβλικὸ καὶ πατερικὸ ἐπίπεδο, πάνω ἀπὸ κάθε σχολικὴ θεολογία. […]
Μπορεῖ ὁ κόσμος νὰ εἶναι τώρα κοντὰ στὴ θρησκευτικὴ πίστι ὅσο ποτὲ ἄλλοτε. Ἡ ἐπιστήμη δὲν παρουσιάζει πιὰ καμιὰ δυσκολία, ὁ ἀθεϊσμὸς δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ προβάλῃ κανένα σοβαρὸ ἐπιχείρημα. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνα μεγάλο ἐμπόδιο, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Χριστιανωσύνη. Εἶναι ὁ λανθάνων ἀθεϊσμὸς τῶν μέσων πιστῶν, ἀποκοιμισμένων μέσα στὴν ἀνούσια καλὴ συνείδησί τους, ἡ ὁποία διαχειρίζεται τὴν μετάνοια τῆς καρδιᾶς. Αὐτὸς ὁ ἀνεπίκαιρος τρόπος τοῦ νὰ ζῇ κανεὶς μιὰν ἀφῃρημένη πίστι βεβηλώνει τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Μιὰ Mischna τὸ διακηρύσσει καθαρά: «Ἐνεργεῖτε σὰν νὰ ἤμουν ἀνύπαρκτος». Γιὰ τὸν Jean Rostand, ἡ νοσταλγία τοῦ Θεοῦ ἑνὸς ἀπίστου εἶναι ἄπειρα πιὸ βαθειὰ ἀπὸ κάθε «ἱκανοποίηση» ἑνὸς πιστοῦ. Εἶναι καιρὸς οἱ Χριστιανοὶ νὰ παύσουν νὰ εἶναι τόσο εὔκολα θρησκευτικοί, ὅσο οἱ ἄθεοι εἶναι δύσκολα ἄθεοι. […]
Simone Weil γράφει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἴδη ἀθεϊσμοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα εἶναι μιὰ κάθαρσις τῆς ἰδέας τοῦ Θεοῦ. Κατὰ κάποιο τρόπο, μάλιστα, ἀποτελεῖ μιὰ χάρι. Ἡ Ἐκκλησία προσκαλεῖται νὰ παρουσιάσῃ στοὺς ἀνθρώπους τὴν «ἐπίδειξιν» τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ νὰ ἐγκαινιάσῃ ἕνα «οἰκουμενικὸ» διάλογο μὲ τὸν ἄθεο ἄνθρωπο, γιατὶ ὁ ἀθεϊσμὸς εἶναι καθαρὰ μιὰ χριστιανικὴ αἵρεσις. Ἡ αἵρεσις αὐτὴ δὲν ἐπλησίασε ποτὲ ἀκόμη τὴν πίστη στὴν οὐσία της. Ἡ πίστις δὲν ἀμφισβητεῖται μέσα σ’ ὅλη της τὴν μυστηριώδη πραγματικότητα σὰν δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ εἶναι οἱ πιστοὶ καὶ οἱ ἱστορικὲς ἐκφράσεις ποὺ ἀμφισβητοῦνται. […]
Ὁ ἀθεϊσμὸς ὑποχρεώνει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ διορθώσουν τὰ προφανῆ λάθη τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν ἄνθρωπο ταυτόχρονα μὲ τὸν Θεό, νὰ δείξουν ἐν τῷ Θεῷ μιὰ φανέρωσι τοῦ ἀνθρώπου.


Παύλου Εὐδοκίμωφ, Ἡ πάλη μὲ τὸν Θεόν, μτφρ. Ἰ. Κ. Παπαδοπούλου, Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 51991

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Βασίλης Σούκας - Ross Daly


ὁ ἐκφυλισμὸς τῆς ἐπαναστατικῆς δράσης


[…] Ὁ αναρχισμός, ἀπὸ κίνημα ἰσότητας καὶ δικαιοσύνης, ταυτίζεται μὲ δολοφονικὲς ἐνέργειες ἀπό τοὺς πολέμιούς του καὶ μέχρι σήμερα δὲν ἔχει μπορέσει νὰ ξεφύγει ἀπὸ αὐτὴν τὴ ρετσινιά. Σὲ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄμοιροι εὐθυνῶν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἀναρχικοί. Δομικά, αὐτὰ τὰ κινήματα δὲν ἦταν διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ ἔνοπλα ἀκροδεξιὰ κινήματα τῶν ΗΠΑ, καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν Κοὺ Κλοὺξ Κλάν, ποὺ χρησιμοποίησε τὶς ἴδιες μεθόδους. Αὐτὸ ποὺ ἄλλαζε ἦταν ὁ στόχος. Στὴ περίπτωση τῆς Ἀκροδεξιᾶς τῶν ΗΠΑ, στόχος ἦταν οἱ μαύροι. Στὴν περίπτωση τῶν ἔνοπλων ἐπαναστατικῶν ὀμάδων ἦταν στελέχη τοῦ κατεστημένου, ἄσχετα ἂν ἦταν ἔνοχοι ἢ ἀθῶοι. Καὶ ἐδῶ ἐπικράτησε ἡ φασιστικὴ ἀντίληψη τῆς συλλογικῆς εὐθύνης. Ξεπέρασαν ἔτσι καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς νόμους τοῦ κάθε ὁλοκληρωτικοῦ κράτους. Ἐκεῖ κάποια δίκη ἢ κάποιο στρατοδικεῖο στηνόταν, ἔστω καὶ γιὰ τὰ μάτια. Σ’ αὐτὲς τὶς ὀμάδες δὲν χρειαζόταν τίποτα. Ἀποφάσιζαν ποιὸς ἦταν ὁ ἔχθρὸς καὶ τὸν ἐκτελοῦσαν, ξεπερνώντας καὶ τὴν ἴδια τὴ μαφία στὴν ὁποία ποτὲ δὲν ἴσχυσε ἡ συλλογικὴ εὐθύνη. Τὸ θύμα πάντοτε ἦταν συγκεκριμένο. Στοὺς «δικούς μας ἐπαναστάτες» ἰσχύει ἡ συλλογικὴ εὐθύνη. Καὶ κατὰ τὰ πρότυπα τῶν ναζὶ δημιουργοῦν «Καλάβρυτα» στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ. Καὶ ἐφαρμόζουν τὴν ἀρχὴ τοῦ «συλλογικοῦ ὑποσυνείδητου», ποὺ σημαίνει πὼς ὅλοι εἶναι ἔνοχοι. […]

Περικλῆς Κοροβέσης Τὶ εἶναι ἐν τέλει ἡ πολιτικὴ βία; Ἰούλης 2010