Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Συχώρα με, ἀγάπη μου, ποὺ ζοῦσα πρὶν νὰ σὲ γνωρίσω - μνήμη Τάσου Λειβαδίτη


Σαρωνικός, χαρακτικὸ τῆς Βάσως Κατράκη

Ἐπίλογος (Φυσάει)

[…] Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν ὅλους.
Ἄλλοτε πάλι θέλω νὰ σώσω τὴν ἀνθρωπότητα,
ἀλλὰ ἐκείνη ἀρνεῖται.
Ὅμως ἀπόψε, βιάζομαι ἀπόψε,
νὰ παραμερίσω ὅλη τὴ λησμονιὰ
καὶ στὴ θέση τῆς ν᾿ ἀκουμπήσω,
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη.
Κύριε, ἁμάρτησα ἐνώπιόν σου, ὀνειρεύτηκα πολὺ
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη. Ἔτσι ξέχασα νὰ ζήσω.
Μόνο καμιὰ φορὰ μ᾿ ἕνα μυστικὸ ποὺ τό ᾿χα μάθει ἀπὸ παιδί,
ξαναγύριζα στὸν ἀληθινὸ κόσμο, ἀλλὰ ἐκεῖ κανεὶς δὲ μὲ γνώριζε.
Σὰν τοὺς θαυματοποιοὺς ποὺ ὅλη τὴ μέρα χάρισαν τ᾿ ὄνειρα στὰ παιδιὰ
καὶ τὸ βράδυ γυρίζουν στὶς σοφίτες τοὺς πιὸ φτωχοὶ κι ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους.
Ζήσαμε πάντοτε ἀλλοῦ.
Καὶ μόνο ὅταν κάποιος μᾶς ἀγαπήσει, ἐρχόμαστε γιὰ λίγο
κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον εἴμαστε κιόλας νεκροί. […]

Συμφωνία ἄρ. 1

[…] Πάνω στὰ ὑγρὰ τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν τὸ γέλιο
τῶν ἀγέννητων παιδιῶν…
καὶ σμίγουν καὶ χωρίζουν οἱ ἄνθρωποι
καὶ δὲν παίρνει τίποτα ὁ ἕνας ἀπ᾿ τὸν ἄλλον.
Γιατί ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ πιὸ δύσκολος δρόμος νὰ γνωριστοῦν.
Γιατί οἱ ἄνθρωποι, σύντροφε, ζοῦν ἀπὸ τὴ στιγμὴ
ποὺ βρίσκουν μιὰ θέση
στὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.
Καὶ τότε κατάλαβες γιατὶ οἱ ἀπελπισμένοι
γίνονται οἱ πιὸ καλοὶ ἐπαναστάτες. […]

 Ὁ Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988) ἀνέπτυξε ἔντονη πολιτικὴ δραστηριότητα στὸ χῶρο τῆς ἀριστερᾶς. Ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸ 1945 έως το 1951. Μὲ τὴ λήξη τῶν Δεκεμβριανῶν συλλαμβάνεται καὶ φυλακίζεται. Μετὰ τὴ συμφωνία τῆς Βάρκιζας (1945) ἀφήνεται ἐλεύθερος. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1948 συλλαμβάνεται καὶ ἐξορίζεται στὸ Μούδρο. Τὸ 1949 μεταφέρεται στὴ Μακρόνησο. Ἐπειδὴ δὲν ὑπέγραψε δήλωση μετανοίας μεταφέρεται στὸν Ἅη Στράτη κι ἀπὸ ’κεῖ στὶς φυλακὲς Χατζηκώστα στὴν Ἀθήνα, ἀπ' ὅπου ἀφέθηκε ἐλεύθερος τὸ 1951. Τὸ 1955 ὁ ποιητὴς δικάζεται στὸ Πενταμελὲς Ἐφετεῖο γιὰ τὸ ἔργο του «Φυσάει στὰ σταυροδρόμια τοῦ κόσμου». 




Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

«δὲν δικαιοῦνται μόνο οἱ ἐθνικόφρονες νὰ εἶναι χριστιανοί!»




Σὲ κάποια στιγμή, ἐνῶ εἴχαμε τακτοποιηθεῖ ὡραῖα, οἱ σκοπιὲς ἦταν στὶς θέσεις τους καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἤμασταν ξαπλωμένοι, μοῦ λέει ὁ Ἄρης:
«Παπούλη, τὶ μέρα εἶναι αὔριο;».
«Τρίτη…», τοῦ ἀπαντῶ.
«Πόσες ἔχει ὁ μήνας;».
«Αὔριο, δέκα ὀκτώ…».
«Δὲν γιορτάζω;».
«Δὲν ξέρω ἂν γιορτάζετε…».
«Δὲν μὲ λένε Θανάση;».
«Θανάση σᾶς λένε, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν γιορτάζετε αὔριο…».
«Μὲ λένε Θανάση καὶ γιορτάζω αὔριο. Εἶναι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου…Θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία αὔριο, πρωὶ-πρωί…».
Καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς ὅλους τοὺς μαυροσκούφηδες, συνέχισε:
«Λοιπὸν συναγωνιστές, θὰ πᾶτε ὅλοι στὴν ἐκκλησία μὲ προσοχή. Θ’ ἀνάψετε ὅλοι κεριά. Θὰ προσκυνήσετε τὶς εἰκόνες. Θὰ σταθεῖτε προσοχὴ καὶ δὲν θέλω νὰ διαπιστώσω καμμίαν ἀταξία, γιατὶ θὰ τὴν τιμωρήσω αὐστηρά. Θὰ δεῖτε τὶ θὰ κάνω ἐγὼ κι ὁ πάτερ Ἀνυπόμονος καὶ τὸ ἴδιο θὰ κάνετε κι ἐσεῖς. Θὰ πᾶμε νὰ πάρουμε κι ἀντίδωρο, θὰ φιλήσουμε καὶ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ…».
Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ πήγαμε στὴν ἐκκλησία, ὅπου ἐτελεῖτο ἡ Θεία Λειτουργία· μπροστὰ ὁ Ἄρης, μετὰ ἐγὼ καὶ ἀκολουθώντας ὅλοι οἱ μαυροσκούφηδες στὴ σειρά. Ἀνάψαμε τὸ κεράκι μας καὶ ἀσπασθήκαμε τὶς ἱερὲς εἰκόνες πρὸς μέγαλη ἔκπληξη τῶν χωρικῶν καὶ τοῦ παπα-Λάμπρου Τσέτσου, ἐφημερίου τοῦ χωριοῦ. Τοὺς ἔκαμε φοβερὴ ἐντύπωση ποὺ εἶδαν ν’ ἀνάβουν κερὶ οἱ ἀντάρτες καὶ ν’ ἀσπάζονται τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Καὶ μάλιστα ὁ Ἄρης! Γι’ αὐτοὺς ὁ Ἄρης ἦταν ὁ σφαγέας, ὁ ἄθεος ποὺ καίει τὶς εἰκόνες, ποὺ σπάει τοὺς Σταυρούς, ποὺ κάμει χίλιες δυὸ ἱεροσυλίες!
«Οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ βεβηλώνουν ἐκκλησίες, καῖνε καὶ καταστρέφουν εἰκόνες…».
Ἔτσι τοὺς ἔλεγαν κι ἀκόμη ἔτσι τοὺς λένε. Και, δυστυχῶς, δὲν εἶναι λίγοι αὐτοὶ ποὺ τὰ πιστεύουν καὶ τὰ διακηρύσσουν κιόλας αὐτά, γενικεύοντας αὐθαιρέτως περιπτώσεις ποὺ συνέβησαν μερικὰ χρόνια ἀργότερα, κατὰ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο, καὶ χρεώνοντάς τις στὴν Ἐθνικὴ ἀντίσταση 1941-44. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ποὺ ἀπὸ πολιτικὲς σκοπιμότητες προκύπτει καὶ αὐτὲς ἐξυπηρετεῖ, μόνον ὅσοι ἔχουν τὸ ἐξαιρετικὸ προνόμιο νὰ θεωροῦνται «ἐθνικόφρονες», μόνον ἐκεῖνοι δικαιοῦνται νὰ εἶναι χριστιανοί!


ἀρχιμ. Γερμανὸς Δημᾶκος – Πάτερ Ἀνυπόμονος, Στὸ βουνό, μὲ τὸν Σταυρό, κοντὰ στὸν Ἄρη

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

ὁ πατριωτισμὸς εἶναι τὸ μετάλλιο τῆς Ἀριστερᾶς


Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο γέννημα θρέμμα της οικονομικής κρίσης και εξαιρετικά ενδιαφέρον free press «Η Πατησίων ζει», ο δημοσιογράφος και διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού «105,5 Στο Κόκκινο», Κώστας Αρβανίτης, απαντά στη μονολεκτική ερώτηση της Λίνας Καμπούρογλου, «Πατριωτισμός;», τα εξής: «Το μετάλλιο της Αριστεράς! Δεν ξέρω γιατί η Αριστερά κατεβάζει το κεφάλι και δεν το συζητάει».
Λοιπόν, έχω ακριβώς την ίδια απορία. Για ποιο λόγο ένα κομμάτι (μεγάλο ή μικρό, δεν ξέρω) της Αριστεράς δείχνει τόση αμηχανία, τόση παγωμάρα, κάποτε ακόμη και απέχθεια, απέναντι στην έννοια του πατριωτισμού; Γιατί φτάσαμε στο σημείο να ντρεπόμαστε να προφέρουμε τη λέξη «πατρίδα»; Και επιπλέον, γιατί θα πρέπει να παραχωρήσουμε τις πολύτιμες αυτές έννοιες στη Δεξιά, και πολύ περισσότερο στην Ακροδεξιά, όπως η Χρυσή Αυγή;
Ας θυμηθούμε ότι στο παρελθόν, δηλαδή στη διάρκεια του Εμφυλίου και έως τη χούντα των συνταγματαρχών, η Δεξιά κατηγορούσε γι' αυτό ακριβώς την κομμουνιστική Αριστερά, ότι δηλαδή επρόκειτο για απάτριδες που προσπαθούσαν να προσδέσουν τη χώρα μας στο άρμα των Σοβιετικών, και ότι η κρυφή και ανομολόγητη επιδίωξη και προσδοκία τους ήταν να γίνουμε τμήμα ή εξάρτημα στο λεγόμενο τότε Σιδηρούν Παραπέτασμα. Και η Αριστερά προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, να το αρνηθεί και να αποδείξει το αντίθετο, εφ' όσον ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία ήταν, και είναι, μετωπικός στόχος της.
Ήταν τα χρόνια εκείνα που στους κόλπους της Αριστεράς έκανε θραύση ο διεθνισμός, κι εκεί πατούσε η Δεξιά για να προσάψει στους κομμουνιστές την κατηγορία που προανέφερα. Σήμερα, όμως, με την παγκοσμιοποίηση, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο πατριωτισμός αποτελεί ίσως το ύστατο εμπόδιο, το ύστατο ανάχωμα, απέναντι στην παγκοσμιοποίηση (κι αν όχι το ύστατο, τουλάχιστον ένα από τα πιο δραστικά). Και είναι σίγουρο ότι, σήμερα πια, ούτε και ο πιο επιδέξιος ακροβάτης δεν θα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και υπέρ του πατριωτισμού και υπέρ της παγκοσμιοποίησης.
Είτε έτσι είτε αλλιώς, το ερώτημα παραμένει. Γιατί θα πρέπει η Αριστερά να δίνει την έννοια του πατριωτισμού βορά στη Χρυσή Αυγή; Γιατί να αφήνει να εκμεταλλεύονται τη συγκεκριμένη έννοια οι εθνικιστές; Εθνικισμός είναι να πιστεύεις ότι η χώρα σου (να πάλι η επιφυλακτικότητα να πει κάποιος τη λέξη «πατρίδα») είναι ανώτερη από τις άλλες χώρες, ή ότι ο λαός σου είναι ανώτερος από τους άλλους λαούς, ή απλώς ότι έχει χαρακτηριστικά τέτοια που τον καθιστούν ανώτερο.
Να αγαπάς, όμως, τον τόπο που γεννήθηκες, είναι αυτονόητο, κατ' αρχάς. Τι να αγαπάς δηλαδή, το πουθενά; Κανένας δεν έχει γεννηθεί στη μέση του πουθενά. Είναι ποτέ δυνατόν, όλα όσα έμαθες και συνήθισες, τη γλώσσα, την κουλτούρα και τα ήθη και τα έθιμα με τα οποία μεγάλωσες, να μην τα αγαπάς; Είναι σαν να απεχθάνεσαι, ή ακόμη και σαν να μισείς, τον εαυτό σου!
Όχι, αυτή την έννοια του πατριωτισμού, όπως την εξήγησα μόλις, δεν τη δίνω δώρο στους δεξιούς, τους εθνικιστές, τους φασίστες. Προτιμώ να την κρατήσω για μένα. Αρκετά παγκοσμιοποιημένοι είμαστε ήδη όλοι μας, με τα ξένα βιβλία, τις ταινίες, τη μουσική, τα έργα ζωγραφικής και τα υπόλοιπα που έχουν κάνει κατοχή στις ψυχές μας τα τελευταία χρόνια, εξαλείφοντας σχεδόν οτιδήποτε γηγενές. Δεν χρειάζεται να χάσουμε και τα ελάχιστα στοιχεία εθνικής ταυτότητας που μας έχουν απομείνει.
Αξιοπρόσεκτο είναι ότι, εάν συζητήσεις λίγο περισσότερο με όσους ενοχλούνται και αποδοκιμάζουν την έννοια του πατριωτισμού, νεοφιλελεύθερους ή Αριστερούς, ανακαλύπτεις ότι όλο και κάποια άλλη χώρα, όλο και κάποιον άλλο πολιτισμό θαυμάζουν και υπολήπτονται. Βρίσκονται δηλαδή σε μια σχιζοφρενική κατάσταση όπου θαυμάζουν και ασπάζονται στοιχεία ξένα, αλλά απεχθάνονται ή αποστρέφονται τα δικά μας.
Εάν δεν υπήρχε μια τόσο σαφής πολιτική διάσταση στο όλο θέμα, και το διαπραγματευόμασταν με όρους αποκλειστικά ψυχολογικούς ή ψυχιατρικούς, θα λέγαμε ότι οι προαναφερθέντες χρήζουν θεραπείας. Επειδή, όμως, ο πατριωτισμός είναι πρωτίστως ένα πολιτικό ζήτημα, και επειδή ακριβώς στις μέρες μας ένα αριστερό κόμμα έχει καταλάβει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σε λίγο ίσως κληθεί να κυβερνήσει, ας μείνουμε στην αναγκαιότητα να ξεσκονίσει επιτέλους η Αριστερά το μετάλλιό της, που με τόσους κόπους και θυσίες έχει κατακτήσει.

Ο πατριωτισμός είναι το μετάλλιο της Αριστεράς
Δεν πρέπει να τον αφήνουμε βορά στον εθνικισμό και το φασισμό

Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΥ, συγγραφέα

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 1/10/13

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

ἡ ἀναγκαιότητα γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ μπόλιασμα τοῦ κομμουνισμοῦ


Οἱ χριστιανοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφερθοῦν, μὲ τὸ θρησκευτικό τους ζῆλο, γιὰ τὶς βασικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, τῆς μεγάλης μάζας τῶν ἀνθρώπων, ἀντὶ νὰ προσποιοῦνται ὅτι τὶς περιφρονοῦν ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς πνευματικότητάς τους. Γι’ αὐτοὺς ὁ κομμουνισμὸς εἶναι ἕνα μεγάλο μάθημα, μιὰ ἔκκληση γιὰ ὅ,τι ὑπῆρξε τὸ προφητικὸ στοιχεῖο τοῦ χριστιανισμοῦ.
Δυὸ ἀντίθετες ἀρχὲς μποροῦν νὰ ρυθμίσουν τὴν οἰκονομικὴ ζωή: ἡ πρώτη καλεῖ τὸ ἄτομο νὰ ἀκολουθήσει τὸ δικό του συμφέρον ποὺ ταυτίζεται τάχα μὲ τὸ συμφέρον τοῦ συνόλου καί, κατὰ συνέπεια, τῆς κοινωνίας, τοῦ ἔθνους, τοῦ κράτους. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀστικὸς ὁρισμὸς τῆς οἰκονομίας. Ἡ ἄλλη ἀρχὴ λέει: ὑπηρέτησε τοὺς ἄλλους μέσα στὴν καθημερινὴ οἰκονομία, ὑπηρέτησε τὴν κοινωνία, ὑπηρέτησε τὴν κολλεκτιβοποίηση, καὶ θὰ βρεῖς τότε ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴ ζωή σου.
Ὁ κομμουνισμός, γιὰ νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ἐπιβεβαίωσε αὐτὴ τὴ δεύτερη ἀρχὴ πού, φανερά, ἀνταποκρίνεται ˗καὶ μόνον αὐτή˗ στὸν χριστιανισμό. Ἡ βιοθεωρία ποὺ προτείνεται ἀπο τὴν πρώτη δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ χριστιανικὸ γράμμα οὔτε κὰν μὲ τὴ ρωμαϊκὴ ἀντίληψη γιὰ ίδιοκτησία. Ἀναμφισβήτητα ἡ ἀστικὴ πολιτικὴ οἰκονομία τὸν ἀντιποιεῖται· θεωρεῖ βέβαια, ὅτι οἱ νόμοι της εἶναι αἰώνιοι. Γιατὶ αὔριο μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἕνα νέο «κίνητρο» ἐργασίας, περισσότερο ἐναρμονισμένο μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια. Δὲν πρόκειται ἐδῶ μόνο γιὰ μιὰ νέα ὀργάνωση τῆς κοινωνίας, πρόκειται γιὰ μία νέα δομὴ τοῦ ὄντος, τοῦ προβλήματος ἑνὸς νέου ἀνθρώπου. Καὶ γιὰ νὰ δημιουργήσουμε αὐτὸν τὸν νέο ἄνθρωπο, ἐπιβάλλεται ν’ ἀκολουθήσουμε δρόμους διάφορους ἀπὸ τὸ μηχανιστικὸ ποὺ ἀκολουθοῦμε, ἐπιβάλλεται μιὰ πνευματικὴ ἐπανεκπαίδευση, μιὰ ἀνακαίνιση τοῦ πνεύματος. Σ’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν χῶρο ὁ μπολσεβικισμὸς εἶναι πάμφτωχος. Ὅ,τι πέτυχε εἶναι μιὰ γραφειοκρατοποίηση, ὄχι μιὰ σοσιαλιστικοποίηση τῆς οἰκονομίας: μὲ τὴ μορφὴ ποὺ πῆρε στὴ Ρωσία, ὁ κομμουνισμὸς δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ ἀκρότατη περίπτωση τοῦ κρατισμοῦ, μιὰ ἐνσάρκωση τοῦ τέρατος Λεβιάθαν ποὺ ἐκτείνει τὰ γαμψά του νύχια παντοῦ. Τὸ σοβιετικὸ Κράτος, ὅπως τὸ ἀπόδειξε ἤδη, εἶναι τὸ μοναδικὸ παράδειγμα «ὁλοκληρωτικοῦ» Κράτους στὸν κόσμο: ἀνάπλασε τὴν ἰδέα τοῦ Ἰβὰν τοῦ Τρομεροῦ, τὴν τρομακτικὴ ὑπερτροφία τοῦ Κράτους μέσα στὴ ρωσικὴ ζωή. Ἀλλὰ ἡ ἀντίληψη ποὺ θέλει τὴν οἰκονομικὴ ζωὴ μιὰ κοινωνικὴ ὑπηρεσία, δὲν προϋποθέτει τὸ μετασχηματισμὸ κάθε μέλους της σὲ ὑπάλληλο. […]
Ὁ μονισμὸς στὸ μαρξιστικὸ σύστημα εἶναι ἡ κυριότερή του ἀτέλεια. […] Τὸ σύνολο τῶν προβλημάτων ποὺ θέτει (ὁ κομμουνισμὸς) μπορεῖ, ἀντίθετα, νὰ ξυπνήσει τὴ χριστιανικὴ συνείδηση καὶ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀνάπτυξη ἑνὸς κοινωνικοῦ χριστιανισμοῦ -ποὺ σὲ καμία περίπτωση δὲ σημαίνει νὰ γίνει ὁ χριστιανισμὸς κοινωνικὴ θρησκεία, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψη τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας νὰ συσχετιστεῖ στενὰ μὲ τὴ ζωή. Θὰ ἦταν τέλειο σημεῖο ἐξόδου ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ ὅπου ἡ χριστιανικὴ συνείδηση βρίσκεται ἀκόμα τυλιγμένη. […]


Ν. Μπερδιάγιεφ, Οἱ πηγὲς καὶ τὸ νόημα τοῦ ρωσικοῦ κομμουνισμοῦ, μτφρ. Ε. Δ. Νιάνιος, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ 

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ὁ κομμουνισμὸς ὡς μομφὴ στὸ θεσμοποιημένο χριστιανισμὸ Β´ μέρος



Μποροῦμε νὰ διαβεβαιώσουμε μὲ ἀρκετὲς ἀποδείξεις ὅτι ὁ κομμουνισμὸς ἔχει χριστιανικὲς ἢ ἰουδαιοχριστιανικὲς ρίζες. Ἀλλὰ ἡ ὥρα ποὺ ὁ χριστιανισμὸς ἐπρόκειτο νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν προορισμό του καὶ νὰ γίνει ὄργανο στὴν ὑπηρεσία τοῦ Καίσαρα ἔφθασε πολὺ γρήγορα. Ἀνακάλυψαν σ’ αὐτὸν ἕνα κοινωνικὸ ἐργαλεῖο. Χριστιανοί, ἱεράρχες, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς πῆραν τὸ μέρος τῶν κυρίαρχων τάξεων, τοῦ πλούτου, τῆς ἐξουσίας, τῶν κατεχόντων. Ἀπὸ τὸ δόγμα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἔβγαλαν ψεύτικα συμπεράσματα, ποὺ δικαιολογοῦσαν τὴν ὕπαρξη τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἀδικίας. Πόνος καὶ καταπίεση διακηρύχθηκαν ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τῆς ψυχῆς, ἀρκεῖ, ἐννοεῖται, νὰ ἐξασκοῦνται σ’ αὐτοὺς ποὺ ποτὲ δὲν γνώρισαν τίποτ’ ἄλλο, κι ὄχι σ’ αὐτοὺς ποὺ σφετερίζονταν τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς βασανίζουν. Ἡ χριστιανικὴ ὑποταγή, ἄσχημα ἑρμηνευμένη, κατέληγε στὴν ἄρνηση τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας, γιατὶ συνίστατο στὴν υἱοθέτηση κάθε κοινωνικῆς αὐθαιρεσίας. Τέλος ὁ χριστιανισμὸς χρησιμοποιήθηκε στὴν ταπείνωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴν ὑπεράσπιση τῶν καταπιεστῶν του. […] Ἡ αἰώνια ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐκφυλίζεται σιγὰ σιγὰ σὲ ἕναν θεσμό, δηλ. σὲ κάτι σχετικὸ καὶ ὑποκείμενο σὲ ἀμφισβήτηση.
[…] Ὁ κομμουνισμὸς ἦταν μιὰ μομφὴ ποὺ ἀπευθύνθηκε στὸ χριστιανικὸ κόσμο, μιὰ καταδικαστικὴ ἀπόφαση γιὰ τὴν μακροχρόνια ἀπουσία ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωση τῶν βασικῶν του καθηκόντων. Οἱ ἴδιοι οἱ κομμουνιστὲς δὲν ἀντιλαμβάνονται καὶ δὲ μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ ρόλο ποὺ παίζουν πραγματικά. Ἐξάλλου, καταγγέλλουν τὶς κακὲς καὶ αὐθαίρετες πρακτικὲς τῶν χριστιανῶν χρησιμοποιώντας μὲ τὴ σειρά τους, πέρα γιὰ πέρα ἀνάλογους τρόπους. Ἴσως ἐδῶ ἡ εὐθύνη τους νὰ εἶναι μικρότερη γιατὶ ὄντως δὲν εἶναι χριστιανοί.  

Ν. Μπερδιάγιεφ, Οἱ πηγὲς καὶ τὸ νόημα τοῦ ρωσικοῦ κομμουνισμοῦ, μτφρ. Ε. Δ. Νιάνιος, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ 

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

ὁ κομμουνισμὸς ὡς μομφὴ στὸ θεσμοποιημένο χριστιανισμὸ Α´ μέρος



Καταγγέλλοντας οἱ χριστιανοὶ τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν ἱερόσυλη προπαγάνδα τῶν κομμουνιστῶν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδίδουν ὅλο τὸ λάθος σ’ αὐτοὺς ποὺ κατηγοροῦν· ἡ ἀλήθεια ἐπιβάλλει νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι καὶ οἱ ἴδιοι ἔνοχοι. Ἀντὶ νὰ γίνονται κατήγοροι καὶ κριτὲς θὰ ἔπρεπε νὰ δείχνουν μετανοιωμένοι, νὰ ἀναρωτιοῦνται τὶ εἶχαν κάνει, οἱ ἴδιοι, γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς δικαιοσύνης στὴν κοινωνικὴ ζωή, ποιὲς ἦταν οἱ προσπάθειές τους γιὰ τὴ θεμελίωση τῆς ἀδελφότητας γιὰ νὰ μποροῦν νὰ καταγγέλλουν τώρα τὸ καθεστὼς τοῦ μίσους καὶ τοῦ καταναγκασμοῦ. Τὰ λάθη τους, τὰ ἱστορικὰ λάθη τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἄπειρα καὶ ἐπέσυραν μιὰ δίκαιη τιμωρία. Εἶχαν παραποιήσει τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ, πρόσφεραν τὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία μόνο σὰν ὄργανο στήριξης τῶν κυρίαρχων τάξεων τῆς κοινωνίας: ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν δυνατὸν παρὰ νὰ ὁδηγήση στὸ σβήσιμο τῆς ἀγάπης σ’ αὐτοὺς ποὺ ὑπόφεραν ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς παραβίασης τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Δὲν εἶναι στοὺς Προφῆτες, ὅπως καὶ μέσα στὰ Εὐαγγέλια καὶ τοὺς μεγαλύτερους θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας ποὺ συναντοῦμε τὴν καταγγελία τοῦ πλούτου, τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς ἰσότητας ὅλων τῶν ἀνθρώπων μπροστὰ στὸ Θεό; Εἶναι στὸν Μεγάλο Βασίλειο, ὅπως καὶ στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο ποὺ ἡ κοινωνικὴ ἀδικία, δημιούργημα τῆς κακῆς κατανομῆς τοῦ πλούτου, κριτικάρεται μὲ μιὰ δριμύτητα ποὺ θὰ ἔκανε τὸν Προυντὸν καὶ τὸν Μὰρξ νὰ χλωμιάσουν. Οἱ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας διακήρυτταν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι κλοπή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἦταν ἕνας αὐθεντικὸς κομμουνιστής, καὶ αὐτὸ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ δὲν ἦταν οὔτε καπιταλιστικὴ οὔτε βιομηχανική.
 Ν. Μπερδιάγιεφ, Οἱ πηγὲς καὶ τὸ νόημα τοῦ ρωσικοῦ κομμουνισμοῦ, μτφρ. Ε. Δ. Νιάνιος, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ



Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

ἡ ἀστικὴ τοξίνη τοῦ ἐθνικισμοῦ Γ´ μέρος




[…] Ἡ ἄρχουσα τάξη μὲ τὰ κοινωνικά τους ὄργανα, τοὺς πολιτικοὺς καὶ τοὺς διανοούμενους, ἐνόθευσε τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν ἔκανε ἐθνικισμό, γιὰ νὰ τὴν καταντήση στὸ τέλος σωβινισμὸ καὶ ἰμπεριαλισμό. Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἡ ἀστικὴ ἡγεσία χρησιμοποιεῖ εἴτε ναρκωτικά, τὸ νοθευμένο θρησκευτικὸ κήρυγμα, εἴτε διεγερτικά, ὅπως εἶναι ὁ ἐθνικισμός. Τὰ ναρκωτικὰ τῆς ἐξασφαλίζουν τὴν κατοχὴ τῶν παράνομων κερδῶν, τὰ διεγερτικὰ τῆς αὐξάνουν τὰ κέρδη. Ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι ἡ πιὸ προσοδοφόρα πηγὴ τῆς καπιταλιστικῆς τάξης.
Ἡ κεφαλαιοκρατικὴ τάξη ποὺ καταπιέζει μιὰ χώρα ἐπεκτείνει τὴ δράση της καὶ σ’ ἄλλες χῶρες κι ἔτσι γίνεται ἕνας διεθνὴς ἀγώνας ἐπικράτησης μεταξὺ τῶν κεφαλαιοκρατικῶν συγκροτημάτων τῶν διαφόρων χωρῶν. Ὅταν ὁ ἀγώνας αὐτὸς φθάση σὲ κρίσιμο σημεῖο, τότε χρησιμοποιεῖται ὁ πόλεμος, γιὰ νὰ κρίνη τὴν τύχη τῶν οἰκονομικῶν συγκροτημάτων. Γιὰ νὰ φέρουν τοὺς λαοὺς σὲ φόρμα νὰ πολεμήσουν, οἱ ἡγέτες τους μεταχειρίζονται τὸν ἐθνικισμό, καλλιεργοῦν τὸν σωβινισμὸ καὶ ὑποθάλπουν τὸ ἔνστικτο τῆς καταστροφῆς κι ἀρπαγῆς μὲ τὸν μιλιταρισμό. Μὲ ὀμορφοστολισμένες ψευτιές, πλαστογράφηση τῆς ἱστορίας καὶ καπηλεία τῆς ἠθικῆς, οἱ λαοὶ ὁδηγοῦνται στὴν πιὸ μεγάλη ἐξαχρείωση, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχει ἔγκλημα κι ἠλιθιότητα, ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἱκανοὶ νὰ τὰ πράξουν.
Ἐθνικισμὸς σημαίνει θεοποίηση τῆς πατρίδας καὶ τοῦ κράτους. Ἡ θεοποίηση αὐτὴ εἶναι ὁ συντομώτερος δρόμος πρὸς τὴν ἀποκτήνωση τῶν λαῶν. Μὲ τὸν ἐθνικισμὸ ἡ πατρίδα γίνεται σκοπός, ἀντικείμενο λατρείας, παίρνοντας τὴ θέση τοῦ Θεοῦ. Οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ξέρουν πὼς ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι ἐπικίνδυνη μορφὴ εἰδωλολατρίας […].
Τὰ κράτη, τὰ ἔθνη, τὰ σύνορα, οἱ φυλετικὲς διακρίσεις, ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ ἐπιθέσεις καὶ κατακτήσεις ξένων ἐδαφῶν εἶναι ἀκατανόητα ἀπὸ χριστιανικὴ πλευρά.
 […] Ὁ ἐθνικισμὸς καὶ τὰ περὶ αὐτόν, εἶναι ἡ τοξίνη ποὺ ἐπιδιώκει τὴν ἀποσύνθεση τῆς ἀνθρωπότητας. […]        


N. Ψαρουδάκης, Χριστιανικὴ ἐπανάσταση - Ἡ φιλοσοφία τῆς ἐπανάστασης 





Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

ἡ ἀστικὴ τοξίνη τοῦ ἐθνικισμοῦ Β´ μέρος




[…] Ὁ Χριστιανὸς ἀγαπᾶ τὴν πατρίδα του καὶ τὴ φυλή του, ἐπειδὴ τὸν συνδέουν μ’ αὐτὰ ὁρισμένα περιστατικά, ὁρισμένες παραδόσεις καὶ ἀναμνήσεις. Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ συναίσθημα, ποτὲ δὲν θἄφτανε ὁ Χριστιανὸς μὲ τὴ λογικὴ στὴν ἀγάπη τῆς πατρίδας καὶ τοῦ ἔθνους. Ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου, δηλ. ὁρισμένη ἐδαφικὴ περιοχὴ τῆς γῆς, αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει πὼς δὲν θὰ μποροῦσα ν’ ἀγαπήσω κι ὁποιοδήποτε ἄλλο κομμάτι τῆς γῆς ὅπου θὰ τἄφερνε ἡ μοίρα νὰ ζήσω. Θἄθελα νὰ μποροῦσα νὰ γνωρίσω καὶ ν’ ἀγαπήσω ὅλες τὶς γωνιὲς τοῦ κόσμου, ὅπου λάμπει ὁ γλυκὺς ἥλιος καὶ ζοῦν δυὸ ἄνθρωποι ἀγαπημένοι καὶ καλοί. Νιώθω πατρίδα μου πιὸ πολὺ τὴν καλωσύνη καὶ τὴ χαρά, παρὰ τὰ ἄγρια βουνὰ καὶ τὰ ἄνυδρα ποτάμια μιᾶς χώρας, ὅπου συνέπεσε νὰ γεννηθῶ, ποὺ λέγεται πατρίδα καὶ γιὰ τὴν ὁποία διάφοροι ὕποπτοι τύποι συνθέτουν ὕμνους καὶ διθυράμβους. Κάθομαι καὶ σκέπτομαι: ἔχω κανένα λόγο ἐγὼ ν’ ἀγαπῶ τὴν πατρίδα καὶ τὸ ἔθνος μου παραπάνω ἀπ’ ὅτι κάθε ἄλλος κάτοικος τῆς γῆς τὴ δική του πατρίδα καὶ τὸ ἔθνος; Ὄχι. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὅλες οἱ πατρίδες τοῦ κόσμου εἶναι τὸ ἴδιο ἀξιαγάπητες καὶ πὼς ὁ λόγος ποὺ ἀγαπᾶ κανεὶς μία πατρίδα θὰ μποροῦσε νὰ τὸν κάμη ν’ ἀγαπήση καὶ κάθε ἄλλη πατρίδα τοῦ κόσμου. Ἔτσι φθάνουμε στὸ συμπέρασμα πὼς μιὰ εἶναι ἡ κοινὴ πατρίδα ὅλων τῶν ἀνθρώπων: ἡ γῆ· καὶ μιὰ ἡ φυλή τους: ἡ ἀνθρωπότητα.   
[…] Ποῦ ὑπάρχει ἐλευθερία καὶ καλοσύνη; Ἐκεῖ εἶναι ἡ πατρίδα μου καὶ ἐκείνην ἀγαπῶ, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ μοῦ τὸ ἐπιβάλλη κανείς. Θεωρῶ ἀνέκφραστα γελοίους καὶ μηδαμινοὺς ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπιμένουν νὰ καθορίζουν τὴν πατρίδα μὲ βουνὰ καὶ ποτάμια καὶ συρματοπλέγματα, ὅπως στὴν παλιὰ ἐποχὴ οἱ Ἕλληνες θεωροῦσαν ἄλλη πατρίδα τὴ Σπάρτη, ἄλλη τὴν Κόρινθο, τὴν Ἀθήνα, τὴ Θήβα κ.λπ. Πῶς εἶναι δυνατὸ μετὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ ὁ Χριστιανός, νὰ θεωρῶ πατρίδα μου μιὰ ὁρισμένη γωνιὰ τῆς γῆς, ποὺ περικλείεται μέσα σ’ ὁρισμένα ὅρια ποὺ καθόρισαν αὐθαίρετα ὕπουλοι διπλωμάτες καὶ νὰ μὴν θεωρῶ πατρίδα μου ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν μεγάλην οἰκογένειαν τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἀπέθανε κι οἱ μάρτυρες τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὸν κόσμο τοῦ πνεύματος μέσα στὸν ὁποῖον ζῶ καὶ κινοῦμαι καὶ εἶμαι;


N. Ψαρουδάκης, Χριστιανικὴ ἐπανάσταση - Ἡ φιλοσοφία τῆς ἐπανάστασης 



Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

ἡ ἀστικὴ τοξίνη τοῦ ἐθνικισμοῦ Α´ μέρος


Παρθενώνας 1908
[…] Ἡ πατρίδα κι ἡ φυλὴ ἔχουν νόημα, μόνο ἐφόσον βοηθοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν ἀγώνα του νὰ τελειοποιηθῆ καὶ νὰ ζήση, ὅπως ὁρίζει ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι μέσα γιὰ τὴ ζωὴ κι ὄχι σκοπός. Δὲν ὑπάρχουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὴν πατρίδα, μὰ ἡ πατρίδα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ἡ πατρίδα ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐξέλιξή του ἢ καταστρέφη τὴ ζωή του, τότε πρέπει νὰ χτυπηθῆ, ὅπως καὶ κάθε ἄλλος ἐχθρός. Ὁ Χριστιανὸς ἀγαπᾶ τὴν πατρίδα του καὶ τὸ ἔθνος του, ἀλλὰ δὲν αἰσθάνεται λατρεία γι’ αὐτά. Ἀποδίδει σ’ αὐτὰ τὸ σεβασμὸ ποὺ πρέπει, μὰ ἀπέχει πολὺ ἀπ’ τὸν ὑστερικὸ θαυμασμὸ καὶ τὴ θεοποίησή τους.
Ἡ πατρίδα καὶ τὸ ἔθνος στὴ νεοειδωλολατρικὴ ἐποχή μας εἶναι μεγάλος πειρασμὸς γιὰ τοὺς Χριστιανούς. Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ βρίσκεται πάνω ἀπὸ πατρίδες καὶ φυλές. Ὁ Χριστὸς μὲ τὸ θεϊκό του μεγαλεῖο ἀγκάλιασε ὅλο τὸν κόσμο κι ὁραματίστηκε τὴν ἀνθρωπότητα ἑνωμένη σὰν μιὰ ποίμνη. Γι’αὐτὸ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ δὲν γνωρίζει πατρίδες καὶ φυλές. Γνωρίζει τὸν ἄνθρωπο, τὸν ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, τὸ παιδὶ τοῦ κοινοῦ παγκόσμιου πατέρα, καὶ καθόλου δὲν ἐξαρτᾶ τὴ θεία χάρη ἀπ’ τὴ γλῶσσα, τὸ χρῶμα ἢ τὸν τόπο τῆς καταγωγῆς του. Οἱ Χριστιανοί, φορεῖς τῆς χριστινικῆς διδασκαλίας, μοιραία ἔρχονται σ’ ἀντίθεση μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ ἔχοντας παρανοήσει τὰ πράγματα μεταβάλλουν τὴν πατρίδα καὶ τὸ ἔθνος σὲ εἴδωλο καὶ ἱερὸ σκοπό.  
N. Ψαρουδάκης, Χριστιανικὴ ἐπανάσταση - Ἡ φιλοσοφία τῆς ἐπανάστασης 

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

«διάλεξα τὸ πιὸ λογικό, νὰ γίνω χριστιανοκομμουνιστής!»

Παναγιὰ τῆς Γυάρου μὲ στίχους τοῦ Κ. Βάρναλη - ἄγνωστου κρατουμένου

«Σὲ παρακαλῶ, Δέσποτα, νὰ ἐπιτρέψεις νὰ διαβαστεῖ αὐτὸ τὸ γραπτό μου: Εἶμαι ὁ Ναυπλιώτης Ἐμμανουὴλ τοῦ Νικολάου καὶ τῆς Αἰκατερίνης. Γεννήθηκα τὴ 10η Αὐγούστου 1924, ἡμέρα Σάββατο καὶ ὥρα 11 τὸ πρωὶ στὸν ἡρωικὸ Βύρωνα, στὴν ὁδὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας 7, ἀπὸ προσφυγικὴ οἰκογένεια […]. Φυλακίστηκα, ἐξορίστηκα στὴν ἔρημο τῆς ἀφρικανικῆς Ἐλ-Ντάμπα, κακοποιήθηκα σὲ μπουντρούμια καὶ ἀποφάσισα νὰ γίνω χριστιανοκομμουνιστής. Ναί! Διάλεξα τὸ πιὸ λογικό. Νὰ κάνω, ὅσο μπορῶ, τὸ καλὸ γύρω μου σὰν πιστὸς Χριστιανός, ἀλλὰ νὰ ἀγωνίζομαι καὶ νὰ ὑπερασπίζομαι τοὺς φτωχοὺς καὶ τὴν πατρίδα σὰν κομμουνιστὴς διεθνιστὴς φίλος ὅλων τῶν λαῶν […]. Εὐχαριστῶ ὅλους τοὺς συγγενεῖς, φίλους, γείτονες γιὰ ὅλα. Ὄχι κλάματα, γιατὶ δὲν εἶμαι γιὰ κλάματα. Ἐγὼ σᾶς λυπᾶμαι ποὺ μένετε παλεύοντας νὰ ζήσετε τὴ δύσκολη ζωὴ τοῦ πλανήτη μας, λόγω τῆς ἀθεόφοβης ἀχορταγιᾶς τῶν ἰμπεριαλιστῶν ὑπερπλουσίων. Ὄχι μαυροφορέματα καὶ στενοχώριες. Ἐδῶ κοντά σας εἶμαι κι ἂν θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ θὰ σᾶς βοηθῶ. Τὸ σιδερένιο κομμάτι τῆς νάρκης ποὺ βρίσκεται στὸν πνεύμονά μου, μετὰ τρία χρόνια ποὺ θὰ γίνει ἡ έκταφή μου, κρεμάστε το με τὰ μετάλλια τοῦ ΕΑΜ, Ἐθνικῆς Ἀντίστασης καὶ τοῦ Δημοκρατικοῦ Στρατοῦ. Κουράγιο… Σᾶς φιλῶ, Μανώλης.» (Γρηγόρης Κρίμπας, Μανώλης Ναυπλιώτης: οἱ ἀγῶνες… καὶ οἱ ἀγωνίες του, Καλαμάτα 2011, σ. 202-203.–κεντρ. διάθ. βιβλιοπωλεῖο «Ἀλφειός»)
[…] Γιὰ τὸν Μανώλη Ναυπλιώτη ἡ κοινὴ λογικὴ τοῦ τότε (καὶ ἴσως καὶ τοῦ σήμερα) ἔλεγε ὅτι μᾶλλον δὲν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χωρέσει σὲ κάποιο χῶρο. Ὁ Μανώλης ἀνέτρεψε τὴν κοινὴ λογικὴ κάθε χώρου καὶ κατάφερε νὰ χωρέσει μέσα του τοὺς ἀνθρώπους καὶ τῆς πίστης καὶ τῆς ἀπιστίας. Ὁ δρόμος ποὺ εἶχε ἐπιλέξει ἦταν σαφῶς γεμάτος ἐμπόδια καὶ ἀντιφάσεις, μὲ τὶς ὁποῖες, τουλάχιστον μέσα ἀπὸ τὴ βιογραφία του, φαίνεται ὅτι πάλευε ἀρκετὰ συχνά. Γιατὶ εἶναι πράγματι ἕνα μαρτύριο νὰ ἐπιθυμεῖς νὰ ζεῖς μαζὶ μὲ μιὰ ἐνυπόστατη εἰρηνοποιὸ ἐλπίδα ἐνόσω βρίσκεσαι μέσα στὴ βία ἑνὸς ἐμφυλίου πολέμου. […]


Γιῶργος Κουτσοδιάκος, Μανώλης Ναυπλιώτης, μιὰ ἀφηγηματικὴ «περίπτωση» παντὸς καιροῦ, περ. Σύναξη, τ. 122. 

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

τὸ σοσιαλιστικὸ πείραμα τοῦ κοινοβίου


Ν. Γ. Πεντζίκης
[…] τὸ νὰ οἰκοδομήσωμε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σημαίνει νὰ οἰκοδομήσωμε νέα κοινωνία, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἀνοικοδομήσωμε τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία σὲ νέα βάση.Ὑπερτονίσθηκε πάντοτε τὸ ὁμόθυμον καὶ ἡ κοινὴ ζωή. Ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα ὀνόματα τῶν Χριστιανῶν ἦταν ἁπλῶς «ἀδελφοί». […] Ἡ πρώτη Ἐκκλησία δὲν ἦταν ἁπλῶς ἐθελοντικὸς σύλλογος γιὰ «θρησκευτικοὺς» σκοπούς. Ἦταν μᾶλλον ἡ νέα κοινωνία, μὰ καὶ ἡ νέα ἀνθρωπότητα πόλιςπολίτευμα ἡ ἀληθινὴ πολιτεία τοῦ Θεοῦ στὴν πορεία τῆς οἰκοδομῆς της. […] Ἡ Ἐκκλησία ἐθεωρήθηκε σὰν μιὰ ἀνεξάρτητη καὶ αὐτοδιοικούμενη κοινωνικὴ τάξη, σὰν νέα κοινωνικὴ διάσταση, ἰδιαίτερο σύστημα πατρίδος […].
Κατὰ τὴ γνώμη του (Μ. Βασιλείου) ὁ ἄνθρωπος ἦταν οὐσιαστικὰ κοινωνικὸν ζῶον, οὔτε ἄγριος οὔτε φίλος τῆς ἀπομονώσεως. Δὲν μπορεῖ νὰ ὁλοκληρώση τὸν σκοπό του στὴ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὰ ἄνθρωπος, ἂν δὲν κατοικῆ σὲ κοινότητα. Γι’ αὐτὸ ὁ μοναχισμὸς δὲν ἦταν ἀνώτερο πεδίο τελειότητος γιὰ τοὺς ὀλίγους ἀλλὰ σοβαρὴ προσπάθεια νὰ δώση ἰδιαίτερη ἀνθρώπινη διάσταση (νόημα) στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Χριστιανοὶ ἔπρεπε νὰ θέσουν πρότυπο γιὰ μιὰ νέα κοινωνία γιὰ νὰ ἀντισταθμίσουν τὶς διαλυτικὲς ἐκεῖνες δυνάμεις ποὺ συντελοῦσαν στὴ φθορὰ τοῦ κόσμου. Ἀληθινὴ συνοχὴ στὴν κοινωνία μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μόνο μὲ ταυτότητα σκοποῦ, μὲ τὴν ὑποταγὴ ὅλων τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων στὸν κοινὸ σκοπὸ καὶ στὸ κοινὸ συμφέρον. Κατὰ κάποια ἔννοια ἦταν σοσιαλιστικὸ πείραμα ἰδιαίτερου εἴδους ποὺ βασιζόταν στὴν ἐλευθερία. 
 […] Ὅσο ἐκπληκτικὸ κι ἂν φανῆ, τὸ ἴδιο κοινοβιακὸ ὑπόδειγμα ἐθεωρήθηκε αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ὑποχρεωτικὸ γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανούς, ἔστω κι ἂν ἀκόμη ἦταν ἔγγαμοι. Θὰ μποροῦσε ὅλη ἡ χριστιανικὴ κοινωνία νὰ ὀργανωθῆ σὰν ἕνα εἶδος μοναστηρίου; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ μέγας ἐπίσκοπος τῆς πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως (c. 350-407), δὲν δίστασε ν’ ἀπαντήση καταφατικὰ σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Αὐτὸ δὲν σήμαινε πὼς ὅλοι θά ’πρεπε νὰ πᾶνε στὴν ἔρημο. Ἀντίθετα, οἱ Χριστιανοί, θά ’πρεπε νὰ ἀνοικοδομήσουν τὴν ὑπάρχουσα κοινωνία κατὰ τὸ «κοινοβιακὸ» ὑπόδειγμα. Ἦταν ἀρκετὰ βέβαιοι πὼς ὅλα τὰ κοινωνικὰ κακὰ εἶχαν τὴ ρίζα τους στὴν κτητικὴ ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου, στὴν ἐγωιστικὴ ἐπιθυμία του νὰ κατέχη ἀγαθὰ γιὰ ἀποκλειστικὴ του ὠφέλεια.
[…] Τίποτε αἰσθηματολογικὸ δὲν ὑπῆρχε στὶς ἐκκλήσεις του γιὰ ἐλεημοσύνη. Ἡ χριστιανικὴ ἐλεημοσύνη στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι μόνο στοργικὴ συγκίνηση. Οἱ Χριστιανοὶ δὲν θά ’πρεπε νὰ ὑποκινοῦνται ἁπλῶς ἀπὸ τὴ δυστυχία, τὴν ἀνάγκη καὶ τὴν ἀθλιότητα τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Πρέπει νὰ κατανοοῦν πὼς ἡ κοινωνικὴ ἀθλιότητα εἶναι ἡ συνεχιζόμενη ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὑποφέρει ἀκόμη στὸ πρόσωπο τῶν μελῶν του. 


π. Γ. Φλορόφσκι, Χριστιανισμὸς καὶ Πολιτισμός, μτφρ. Ν.Σ. Πουρναρᾶ, 2Θεσσαλονίκη 2000, σ. 165-169.

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

τὸ ἀντιεξουσιαστικὸ παράδοξο τοῦ Σταυροῦ


Ἡ θεωρία τῆς αὐθεντικῆς ἐξουσίας ποὺ ἔχει διαδραματίσει ἕνα τόσο μεγάλο ρόλο στὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ, εἶναι μιὰ ἄρνηση τοῦ μυστηρίου τῆς χριστιανικῆς ἐλευθερίας, τοῦ μυστηρίου τοῦ ἐσταυρωμένου Θεοῦ. Τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ἐλευθερίας εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τοῦ σταυροῦ. Ἡ σταυρωθεῖσα ἀλήθεια δὲν βιάζει κανέναν, δὲν ὁδηγεῖ κανέναν στὸν ἐξαναγκασμό. […] Ὁ ἐσταυρωμένος δὲν κατέβηκε ἀπὸ τὸ σταυρό, ὅπως ἤθελαν καὶ τὸν προκαλοῦσαν οἱ ἄπιστοι κι ὅπως ὡς σήμερα οἱ ἴδιοι ἔχουν τὴν ἴδια ἀπαίτηση, γιατὶ «ἐπιθυμοῦσε ἔντονα τὴν ἐλεύθερη ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου κι ὄχι τὸν δουλικὸ φόβο ἑνὸς σκλάβου μπροστὰ στὸν ἰσχυρὸ ποὺ τὸν τρέμει πάντοτε».
Ἡ θεία ἀλήθεια ἦλθε στὸν κόσμο, ταπεινώθηκε, ποδοπατήθηκε, σταυρώθηκε ἀπὸ τὶς δυνάμεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ γι’ αὐτὸ τελικὰ προβάλλεται ὡς ἡ ἐλευθερία τοῦ πνεύματος. Μιὰ θεία ἀλήθεια ποὺ τρομοκρατεῖ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴ δύναμή της, θριαμβεύει στὸν κόσμο καὶ μὲ τὴ βία ὑποτάσσει τὶς ἀνθρώπινες ψυχές, ποτὲ δὲν ἔχει ἀνάγκη τῆς ἐλυεθρίας γιὰ νὰ ἀναγνωρισθῆ. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν τὸ μυστήριο τοῦ Γολγοθᾶ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος.
[…] πάντοτε, ὅταν στὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ προσπαθοῦσαν νὰ μεταβάλλουν τὴ σταυρωθεῖσα ἀλήθεια, ποὺ ἀπευθύνεται μόνο στὴν ἐλευθερία τοῦ πνεύματος, σὲ μιὰ αὐθεντικὴ ἐξουσία καὶ σὲ μιὰ ἀλήθεια ποὺ βιάζει τὸ πνεῦμα, τότε ἀρνοῦνταν τὸ ἀρχέγονο χριστιανικὸ μυστήριο. Ἡ ἰδέα τῆς αὐθεντικῆς ἐξουσίας στὴ θρησκευτικὴ ζωὴ ἀντιτίθεται ριζικὰ στὸ μυστήριο τοῦ Γολγοθᾶ, στὸ μυστήριο τῆς σταυρώσεως. Ἐπιδιώκει νὰ μεταβάλλη τὴ σταύρωση σὲ μιὰ ἀναγκαστικὴ δύναμη αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Σ’ αὐτὸν τὸν δρόμο ἡ Ἐκκλησία παίρνει πάντοτε τὴ μορφὴ τοῦ κράτους, πιάνει στὸ χέρι της τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρος. Τότε ἡ ἐκκλησιαστικὴ ὀργάνωση ἀποκτᾶ δικανικὸ χαρακτήρα καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ὑποτάσσεται σὲ ἀναγκαστικοὺς κανόνες.
[…] Στὸ παράδοξο τοῦ σταυροῦ, στὸ μυστήριο τῆς ἀλήθειας, ποὺ σταυρώθηκε, δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀναγκαστικὰ πειστικὴ δύναμη δικαίου καὶ λογικῆς. Ἡ λογικοποίηση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας εἶναι ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἐλευθερίας στὸ δρόμο τῆς βίας.

Ν. Μπερδιάγιεφ, Τὸ πνεῦμα τοῦ Ντοστογιέφσκι, μτφρ. Ν. Ματσούκα, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1999

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

πλοῦτος καὶ ἐξουσία στὸ χωνευτήρι τῆς ἀγάπης


[…] Ἀπευθυνόμενος λοιπὸν στοὺς πλουσίους, (ὁ Μέγας Βασίλειος), ρωτᾶ· ἂν τηροῦσες αὐτὸ ποὺ διαβεβαίωνες ἀπὸ τὴ νεότητά σου, τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, καὶ ἀπέδιδες στὸν καθένα ὅσα καὶ στὸν ἑαυτό σου, ἀπὸ ποῦ ἔχεις τὴν περιουσία αὐτὴ τῶν χρημάτων; Ἡ θεραπεία ὅσων ἔχουν ἀνάγκη ὁδηγεῖ στὸ νὰ δαπανηθεῖ ὁ πλοῦτος. Ἂν κρατοῦσες ὅσα εἶχες ἀνάγκη καὶ ἔδινες τὰ ὑπόλοιπα, δὲν θὰ εἶχες πλοῦτο. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πλησίον του ὡς τὸν ἑαυτό του δὲν κατέχει περισσότερα ἀπὸ αὐτόν. Ἀλλὰ ἐσὺ φαίνεσαι νὰ ἔχεις πολλὰ κτήματα. Ἀπὸ ποῦ ὅλα αὐτά; Τὴν προσωπική σου εὐχαρίστηση τὴ θεώρησες προτιμότερη ἀπὸ τὴν παραμυθία τῶν πολλῶν. 
[…] «Συνήθως», λέγει, «χαρακτηρίζονται ὡς κλέφτες αὐτοὶ ποὺ κλέβουν πορτοφόλια στὰ λουτρά. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτοὶ οἱ πραγματικοὶ κλέφτες, ἀλλὰ ἂν κάποιοι ἔχουν τὴ διοίκηση στρατοπέδων ἢ τὶς ἀρχὲς πόλεων καὶ ἐθνῶν, ἄλλα ἀφαιροῦν κρυφά, ἄλλα παίρνουν φανερὰ μὲ τὴ βία». Καὶ δὲν περιορίζεται μόνο σὲ αὐτούς. Καὶ ἐκεῖνοι «ποὺ θεωροῦνται ἄρχοντες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν παίρνουν ἀπὸ αὐτοὺς χρήματα, εἴτε γιὰ τὴ δική τους ἀπόλαυση, μὲ πρόφαση τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς ὀφείλεται γιὰ τὴν προστασία, εἴτε γιὰ τὸν λόγο τῆς φροντίδας τῶν φτωχῶν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γίνονται κοινωνοὶ τῆς κλοπῆς. Ἀντὶ νὰ τοὺς ἐλέγχουν καὶ νὰ τοὺς νουθετοῦν προσπαθώντας νὰ τοὺς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ἀδικία τῆς κλοπῆς αὐτῆς, εὔκολα ἁπλώνουν τὸ χέρι καὶ τοὺς μακαρίζουν. Καὶ εἶναι πραγματικὰ ἀνωμαλία στὸν κόσμο μας νὰ βλέπει κανεὶς στὰ δικαστήρια νὰ τιμωροῦνται οἱ μικροὶ κλέφτες ἀπὸ τοὺς μεγάλους. Καὶ τοὺς ἀδυνάτους τοὺς μισοῦν γιὰ τὶς πράξεις τους αὐτές, ἐνῶ τοὺς ἄλλους ποὺ εἶναι οἱ μεγάλοι κλέφτες, τοὺς θαυμάζουν. Τοὺς πρώτους τοὺς στιγματίζουν ὡς κλέφτες καὶ τοὺς ἀποφεύγουν, ἐνῶ τοὺς δεύτερους, μολονότι πλουτίζουν μὲ τὴν κλοπὴ εἰς βάρος τῶν φτωχῶν, τοὺς ἀντιμετωπίζουν μὲ δέος θαυμασμοῦ».
[…] Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν κριτικὴ καὶ τὴν ἀνάλυση τῆς ἀδικίας, προσπαθοῦν νὰ βοηθήσουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ συνειδητοποιήσουν τὶς καταστάσεις ἐκμετάλλευσης καὶ τὶς ἐξουσιαστικὲς σχέσεις καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ αὐτές, ἀφοῦ δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν δικαιοσύνη. Σκοπὸς τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἡ οἰκοδόμηση μιᾶς κοινωνίας καλύτερης ἀπὸ ἐκείνην στὴν ὁποία ζοῦν· μιᾶς κοινωνίας ἰσότητας, δικαιοσύνης καὶ ἀγάπης, λυτρωμένης ἀπὸ τὴν ἀδικία καὶ τὴν ἐκμετάλλευση.


Ἰωάννη Σ. Πέτρου, Δικαιοσύνη καὶ ἀλληλεγγύη, ὄψεις τοῦ κοινωνικοῦ στοχασμοῦ τοῦ Μ. Βασιλείου, περ. Νέα Κοινωνιολογία, τ. 30, Ἄνοιξη 2000.