Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

πότε νὰ σμίξουμε τὰ ξημερώματα Θεέ μου!


χαρακτικὸ τῆς Φωτεινῆς Στεφανίδη
ταν ἦταν μ τοὺς ἀνθρώπους, γελοῦσε, ἔπαιζε, πετιόταν ξαφνικὰ ἀπάνω κι ἄρχιζε νὰ χορεύει, ἔπιανε δυὸ ξύλα κι ἔπαιζε βιολὶ καὶ τραγουδοῦσε δικά του τραγούδια τοῦ Θεοῦ· τό 'κανε, σίγουρα, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στοὺς ἀνθρώπους· κάτεχε καλὰ πὼς ἡ ψυχή ὑποφέρει, πὼς τὸ κορμὶ πεινάει, πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀντέχει… Μὰ ὅταν ἀπόμενε ὁλομόναχος, κινοῦσε τὰ κλάματα· χτυποῦσε τὸ στῆθος του, κυλιόταν στὶς τσουκνίδες καὶ τ' ἀγκάθια, σήκωνε τὰ χέρια στὸν οὐρανὸ καὶ φώναζε: «Ὁλημερὶς ἀπελπισμένος σὲ ζητῶ· ὁλονυχτίς, ὅταν κοιμοῦμαι, μὲ ζητᾶς· πότε νὰ σμίξουμε τὰ ξημερώματα, Θεέ μου!»
Μιὰν ἄλλη φορὰ πάλι τὸν ἄκουσα, μὲ τὰ μάτια στυλωμένα στὸν οὐρανό, νὰ φωνάζει:
— Δὲ θέλω πιὰ νὰ ζῶ, γδύσε με, Κύριε, γλίτωσε με ἀπὸ τὸ κορμί μου, πάρε με!
Τὸ πρωί, ὅταν ξημέρωνε κι ἄρχιζαν πάλι τὰ πουλιὰ νὰ κελαηδοῦν ἢ ὅταν καταμεσήμερα βυθίζουνταν στὸ δροσάτον ἴσκιο τοῦ δάσου, ἢ τὴ νύχτα, κάτω ἀπὸ τ' ἄστρα ἢ στὸ φεγγαρόφωτο, ἀνατρίχιαζε ἀπὸ ἄφραστη εὐδαιμονία, μὲ κοίταζε, τὰ μάτια του ἦταν γεμάτα δάκρυα.
— Φράτε Λεόνε, μοῦ 'λεγε, ἀδερφέ μου, τί 'ναι ἐτοῦτο τὸ θᾶμα; Τὶ πρέπει λοιπὸν νά 'ναι Αὐτὸς ποὺ ἔπλασε μιὰν τέτοιαν ὀμορφιά; Πῶς νὰ Τὸν ποῦμε;
— Θεό, ἀδερφὲ Φραγκίσκο, τοῦ ἀποκρίθηκα.
— Ὄχι Θεό, ὄχι Θεό, φώναξε, ὄχι. Εἶναι βαρύ, τσακίζει κόκαλα τ' ὄνομα αὐτό· ὄχι Θεό, Πατέρα!


  ***


— Δέσποτα μου, μὲ τὴν ἄδεια σου, θὰ μιλήσω.
— Σὲ ἄκούω, γιέ μου Φραγκίσκο, μίλα λεύτερα.
— Μιὰ νύχτα ποὺ ἔκλαιγα καὶ παρακαλοῦσα τὸ Θεὸ νὰ φωτίσει τὸ νοῦ μου νὰ πάρω μιὰν ἀπόφαση: νά 'χουμε, νὰ μὴν ἔχουμε κι ἐμεῖς ἕνα χωραφάκι, ἕνα σπιτάκι, ἕνα πουγγὶ μὲ λιγοστὴ μονέδα, γιὰ ὥρα ἀνάγκης, ἕνα πρᾶμα ποὺ νὰ τοῦ λέμε: «Εἶσαι δικό μου!», ὁ Θεὸς μοῦ ἀποκρίθηκε: «Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, ὅποιος ἔχει σπίτι, γίνεται πόρτα καὶ παράθυρο, ὅποιος ἔχει χωράφι, γίνεται χῶμα, κι ὅποιος ἔχει ἕνα χρυσὸ δαχτυλιδάκι, τὸ δαχτυλιδάκι γίνεται θελιά, τὸν ἁρπάχνει ἀπὸ τὸ λαιμὸ καὶ τὸν πνίγει!» Αὐτὰ μοῦ 'πε ὁ Θεός, Δέσποτα μου!



 Ν. Καζαντζάκη, Ὁ φτωχούλης τοῦ Θεοῦ

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

κοινότητα - ἡ ζωὴ ἐκτὸς ἐργαστηρίου


Μιλώντας γιὰ τὸν «σοσιαλισμὸ» τῶν κρατικοποιήσεων (ἐν. ὁ Κ. Δ. Καραβίδας), ἔλεγε: ἡ φύση αὐτοῦ τοῦ σοσιαλισμοῦ εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ ἐκείνην τοῦ καπιταλισμοῦ. Καὶ στὰ δύο αὐτὰ συστήματα, ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζεται νομικά, διοικητικά, οἰκονομικά, δηλαδὴ ἀφηρημένα καὶ δογματικά. Ὁ κρατικὸς σοσιαλισμὸς λύνει μόνον τὰ προβλήματα ποὺ δημιούργησε ὁ καπιταλισμός, ὄχι ὅμως καὶ τὰ προβλήματα τῆς πραγματικῆς ζωῆς.
[…] στὸν κίνδυνο τῆς γραφειοκρατίας καὶ τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ ὁ Κ. Δ. Καραβίδας ἀντιπαραθέτει τὴν προβληματικὴ μὲ βάση τὴ μικρὴ ὁμάδα. Τὰ ἄτομα γιὰ τὸν Κ. Δ. Καραβίδα δὲν εἶναι μεταφυσικὲς οὐσίες πανομοιότυπες, ἀλλὰ μεταβλητὰ καὶ μεταβαλλόμενα δημιουργήματα, ἀνόμοια προϊόντα τῶν ἑκάστοτε ἱστορικῶν συνθηκῶν. Ἡ ὁμάδα συντίθεται ὄχι ἀπὸ τὸ ἄθροισμα τῶν ἀτομικῶν βουλήσεων, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἑνότητα μεταξὺ διαφορετικῶν παραγωγικῶν ἔργων, μὲ σκοπὸ τὴ βελτίωση τῆς ζωῆς τοῦ συνόλου. […] Ἡ «μάζα» τῶν μαρξιστῶν, λέει ὁ Κ. Δ. Καραβίδας, εἶναι ἕνα ἄθροισμα ὁμοίων, ἐνῶ ἡ «ὁμάδα» τῶν κοινοτιστῶν ἀποτελεῖ ἕνα ὀργανικὸ σύνολο ἀνόμοιων στοιχείων, ἕνα σύνολο ποὺ λειτουργεῖ μὲ βάση τὶς ἀρχὲς τῆς αὐτονομίας καὶ τοῦ ἀποκεντρωτισμοῦ.
[…] Ὁ καπιταλισμός, πιστεύει, εἶναι ἔνοχος πολλῶν ἐγκλημάτων: διαμέλισε τὸν πολιτισμό μας, κατακερμάτισε τὶς παλαιὲς σύνθετες κοινωνικὲς σχέσεις, ὁδηγεῖ σὲ μιὰ κοινωνικὴ πόλωση, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὸν κρατικὸ σοσιαλισμὸ σὰν «λύση» τῶν προβλημάτων.
 […] Τὸ ἐργατικὸ συμβούλιο ἔρχεται νὰ δώσει ἁπλῶς ἀντικαπιταλιστικὴ λύση στὰ προβλήματα ποὺ δημιούργησε ὁ καπιταλισμός, ἐνῶ ἡ κοινότητα συνιστᾶ κυρίως ἕναν αὐτόνομο τρόπο βίωσης τῶν πραγματικῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς. Γιὰ τοῦτο καὶ ἡ κοινότητα ἔχει σύνθετο χαρακτήρα, ὅπως ἡ ἴδια ἡ ζωή.
[…] ἡ κοινότητα «εἶναι βίωμα καὶ ὅρος ὑπάρξεως» τῶν ἰδίων τῶν παραγωγικὰ ἐργαζομένων. Γιὰ τοῦτο καὶ ἡ κοινότητα διαμορφώνεται κι ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὰ κάτω, ἀπὸ τὴν ζωή, ἀπὸ καταστάσεις ποὺ γεννιοῦνται αὐθόρμητα καὶ αὐτόνομα, χωρὶς κανεῖς νὰ γνωρίζει ἢ νὰ μπορεῖ νὰ διεκδικήσει τὴν πατρότητα. Ἡ κοινοτικὴ αὐτονομία, λέει ὁ Καραβίδας, εἶναι ἡ μήτρα ὄχι τῆς διεκδικητικῆς, ἀλλὰ τῆς ἔμπρακτης βιωματικῆς ἐλευθερίας. 
[…] Ἡ ἰδέα γιὰ μιὰ ἀνάπτυξη τῆς κοινωνίας ἔξω ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ἀπὸ τὶς μορφὲς τοῦ κρατισμοῦ ἐπανεμφανίσθηκε ἐντυπωσιακὰ μὲ τὸ γαλλικὸ κίνημα τοῦ Μαΐου τοῦ 1968. Τὸ παλαιὸ αἴτημα τῆς «τρίτης ὁδοῦ» ἔλαβε ἔτσι τὴν ἐκσυγχρονισμένη μορφὴ τοῦ αἰτήματος γιὰ τὴν «αὐτοδιαχείριση».
[…] τὸ ἔργο αὐτὸ (τοῦ Κ. Δ. Καραβίδα), παρὰ τὶς ἐπὶ μέρους τυχὸν ἀδυναμίες ἢ ἀνεπάρκειες, συνιστᾶ, μιὰν αὐθεντικὴ ὑπεράσπιση ἑνὸς ἄλλου τρόπου ζωῆς. Τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι κυρίως ἕνα ντοκουμέντο βιωμάτων, μιὰ μαρτυρία ζωῆς, παρὰ μιὰ ἁπλὴ θεωρητικὴ σύλληψη ἐργαστηρίου.  


Κώστας Βεργόπουλος, εἰσαγωγὴ στὸ ἔργο τοῦ Κ. Δ. Καραβίδα, Τὸ πρόβλημα τῆς αὐτονομίας, σοσιαλισμὸς καὶ κοινοτισμός, ἐκδ. Παπαζήση 1981 

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

ἀθῶο τὸ ἀναπόδεικτο




Κύριε, γνωρίζω
σκαμμένους δρόμους ξανασκάβω
πρὶν ἀπὸ μένα ἔκυψαν βαθύτερα
πολλὲς ἐξερευνήτριες ἀγωνίες.
Ἀκλόνητη ἡ βασιλεία τοῦ ἀναπόδεικτου
(μεγάλος συκοφάντης σου μὰ καὶ ὑποστηρικτής σου).

Ψάχνω μήπως ἡ πίστη μας σ’ ἐξώθησε νὰ γευτεῖς
τὸ χυμῶδες ἀξίωμα τοῦ Ὑπαίτιου
γιὰ νὰ ἀποδυναμώσει κάπως τὸ Ἀνεξήγητο.

Ἐνεπλάκης ἢ ὄχι στῆς παντοδυναμίας τὸ ὀλίσθημα
πάντως μένει γραμμένο στὰ παμπάλαια
αὐθεντικὰ εὐαγγέλια τοῦ τρόμου μας τὶ ἀμοιβὴ
ὑπέρογκη ζητᾶς γιὰ τὴν ἀθανασία σου:
τὴ θνητότητά μας
(μεγάλος συκοφάντης σου μὰ καὶ ὑποστηρικτής σου).
Θέλεις ἐσὺ νὰ εἶσαι ὁ ἐκβραχιστὴς
τῆς σφηνωμένης μέσα μας ἀγάπης
γιὰ τὴ ζωὴ ποὺ ἦταν ὅπως λὲς ἔμπνευση δική σου.

Ἄραγε τὶ τὸν θὲς τὸν θάνατό μας
νὰ σοῦ φυλάει τι, δεμένος ἔξω ἀπ’ τ’ ὄνομά σου,
τὶ ποὺ φοβᾶσαι μὴν σ’ τὸ κλέψει ἡ νόησή μας.

Μὲ ποιὸ μέσον ἐρχόμαστε στὸν κόσμο
δὲν φαίνεται νὰ σὲ πολυσκοτίζει
τὸ ἀναθέτεις σὲ πλανόδιες αἰτίες.

Ἄλλους μᾶς φέρνει ἕνα φιλὶ
στὸ κρύο μέτωπο τῆς πλήξης, μερικοὺς
μᾶς ξετρυπώνει ὁ ἔρωτας κρυμμένους
στὰ βάθη τῶν κινδύνων του νὰ σβήσει, 
ἄλλων μιὰ μνήμη εἶναι ὁ κομιστὴς
κι ὅλους μαζὶ θαρρεῖς πὼς μᾶς γεννᾶ
ὁ τρόμος τοῦ θανάτου.

Σκάβω μήπως δὲν εἶσαι τόσο ἄθεος.
Μὴ στάθηκες κι ἐσὺ πρόωρος αἰσιόδοξος σὰν ὅλους:
ἔπλασες τὸν κόσμο πρὶν χρειαστεῖ νὰ κλάψεις.

Λίγο σὲ ἀθωώνει αὐτὴ ἡ σκέψη.
Ὅπως ἀθωώνει πρὸς στιγμὴν τὸ φεγγάρι
μόλις φανεῖ
τὴν τόση σκοτεινότητα τριγύρω.
Σχεδὸν τὴν ἐξυμνεῖ. 

Κικὴ Δημουλᾶ, Ποιήματα

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἑλληνοχριστιανισμοῦ


Θα νιώσουμε τον «πολιτικό» Παπαδιαμάντη ζητώντας δικές του απαντήσεις σε δικές μας πολιτικές απορίες. Ένα παράδειγμα είναι το αξιακό τρίπτυχο «Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια» του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος, που προωθήθηκε από τον νεοελληνικό ευσεβισμό των θρησκευτικών σωματείων («Η Ελλάδα του Χριστού») στην εμφυλιοπολεμική περίοδο και πραγματώθηκε από την επταετή δικτατορία («Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών»).
Ο Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τον εθνικισμό, την πατριδοκαπηλία και την εθνικοφροσύνη: «Μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας, καθώς και το του πατριωτισμού».
Περισσότερη ειρωνεία δεν χρειάζεται από έναν δεξιοτέχνη της γραφίδας... Όσον αφορά τη θρησκεία πάλι δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στην Ιεραρχία, όταν «συγκαλύπτη πάσαν σχεδόν εγκληματικήν πράξιν των κληρικών καταγγελλομένην, σκανδαλίζουσα ούτω την κοινήν συνείδησιν και συντελούσα εις απονέκρωσιν του θρησκευτικού αισθήματος υπέρ πάσας τας αθέους και υλιστικάς θεωρίας». Επιμένει στη μόρφωση του κλήρου, υποστηρίζει την οικονομική αυτοτέλεια της Εκκλησίας, καταπολεμά τον «δεσποτισμό», δηλαδή την απολυταρχία των ιεραρχών, στηλιτεύει τη χειροτονία αγράμματων κληρικών και την εγκαταβίωση αγάμων ιερωμένων στις πόλεις.
Ταυτόχρονα επιτίθεται στις θρησκευτικές οργανώσεις της εποχής του με τον Απόστολο Μακράκη (1831-1905) που ενέπνευσε όλες τις μεταγενέστερες ευσεβιστικές κινήσεις (ιεραποστολικές «Αδελφότητες Θεολόγων») του τόπου μας, τα «νεοπλάσματα των ποικιλωνύμων συλλόγων, κοντά εις τας διαφόρους Αναστάσεις, Αναμορφώσεις, Αναγεννήσεις, Αναζυμώσεις και Αναπλάσεις, τας επαγγελλομένας την διόρθωσιν», με σατιρικό ύφος: «Διατί δεν γίνεσθε παπάδες, επί τέλους, αν είσθε άξιοι; Όχι να κάμετε πορισμόν την ευσέβειαν, άνθρωποι λαϊκοί, κοσμικοί, με στριμμένους μύστακας, με ορθά κολλάρα».
Δηλώνει τη θέση του: «Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των επισκόπων της. Εάν δε τυχόν πολλοί τούτων είναι αμαρτωλοί, αρμοδία να κρίνη είναι μόνον η Εκκλησία, και μόνον το άπειρον έλεος του Θεού ημείς πρέπει να επικαλώμεθα». Ακούγεται επίκαιρη η επισήμανσή του: «Το βήμα της εκκλησίας δεν είναι όπως το βήμα το δικανικόν, το βήμα το πολιτικόν, όπου υπάρχουν ρήτορες και αντιρρήτορες... Δεν επιτρέπονται εκεί αι αυτοσχέδιοι ανοησίαι»!
Ο Παπαδιαμάντης καταγγέλλει την βαυαροκρατία («όπως ιεροσύλως η βαυαρική αντιβασιλεία έπραξεν») για την πολιτειοκρατία, δηλαδή την ανάμειξη του Κράτους στην Εκκλησία («η μεγαλυτέρα αιτία της παρακμής των μοναστηρίων είναι η σκανδαλώδης ανάμιξις της Πολιτείας και των κοσμικών προσώπων εις τα καλογηρικά πράγματα») και την αυτοκεφαλία της Ελλαδικής Εκκλησίας στην οποία αντιτίθεται ρητά. Συνιστά την κατάργηση του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος και την υπαγωγή της στο Οικουμενικό Πατριαρχείο: «Και δεν είναι καιρός άρα να σκεφθή η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία αν δεν συμφέρη ν' αποσύρη από της εν Ελλάδι ανηλίκου αδελφής της το αυτοκέφαλον, το οποίον κατά συγκατάβασιν μόνο και υπό όρους παρεχώρησεν αυτή;».
Ο «κοσμοκαλόγερος άγιος» της λογοτεχνίας μας αναφέρεται στον πολιτικό γάμο: «Ελλείψει, όμως, άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, διά να είναι τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, οφείλουσι να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον».
Με κριτήριο ότι «αι νεώτεραι όμως κοινωνίαι, αι χριστιανικαί, πρώτην βάσιν έχουσι το αδέσμευτον της θελήσεως, την απόλυτον ελευθερίαν του ατόμου» συνιστά να «μην είμεθα βάρβαροι, μη θέλωμεν να επιβάλωμεν βίαν εις τους ανθρώπους. Τάχα απαντάτε σήμερον πολλούς εγγάμους να είναι ευχαριστημένοι από την τύχην των, ή βλέπετε να είναι εύκολος ο γάμος, ως έπρεπε να είναι, ως επιούσιος κοινωνικός άρτος, ως θεμελιώδης θεσμός;».


Μάριος Μπέγζος Ο «πολιτικός» Παπαδιαμάντης

 ΤΑ ΝΕΑ, 31 Μαρτίου 2001






Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ἡ ἀνέραστη ἐπαρχία τοῦ φασισμοῦ


Φασισμὸς δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀνοικτὴ δικτατορία τοῦ μεγάλου κεφαλαίου, ποὺ μὲ τὴ δυνατότητα ὑπερεκμετάλλευσης τῶν ἐργατῶν δίνει τὴ δυνατότητα τῶν παροχῶν ˗καὶ ἔτσι στήριξής της- καὶ στὰ μικροαστικὰ στρώματα χωριοῦ καὶ πόλης…
Φασισμὸς εἶναι καὶ ἡ καθημερινὴ πρακτικὴ τῆς αὐταρχικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Ἐγὼ ὡς πρὸς τὸν Ἄλλο, αὐταρχικῆς συμπεριφορᾶς ποὺ βασίζεται στὴν ὑπερεκμετάλλευση τῆς ἀδυναμίας τοῦ πλησίον τοῦ Ἄλλου – τοῦ γονιοῦ πρὸς τὸ παιδὶ ἀλλὰ καὶ τοῦ παιδιοῦ πρὸς τὸ γονιό, τοῦ ἄνδρα πρὸς τὴ γυναίκα ἀλλὰ καὶ τῆς γυναίκας πρὸς τὸν ἄνδρα, τοῦ καθημερινοῦ δίπλα μας πιὸ καπάτσου, πιὸ ξυπνοῦ, πιὸ ἀδίστακτου, ποὺ ἐκμεταλλεύεται τὴν ἀγαθότητα ἢ τὴ λογικὴ τοῦ Ἄλλου. Φασισμὸς εἶναι ἡ μονοδιάστατη καὶ ἐμπαθὴς χρήση τοῦ Λόγου τοῦ Ἄλλου, εἶναι νὰ εἶσαι ἀδίστακτος τὴ στιγμὴ ποὺ εἶσαι ὁ δυνατός, νὰ συντρίβεις δίχως ἀγάπη τὸν Ἄλλο ὅταν δὲν μπορεῖ νὰ ἀμυνθεῖ ὴ δὲν θέλει… Καὶ φασισμὸς εἶναι ἡ ἐκμετάλλευση τῆς πιὸ ἀνθρώπινης ἀδυναμίας - ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ ἀπελπισμένα, παραδομένα, ἐρωτευμένου Ἄλλου…
[…] Ὁ φασισμὸς ἐκφράζεται ὡς καθημερινὴ συμπεριφορὰ ποὺ ἀκινητοποιεῖ τὶς ἀντιστάσεις τοῦ Ἄλλου, ὄχι γιὰ νὰ τὸν κερδίσει ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν συντρίψει, ὄχι γιὰ νὰ προκαλέσει τὴ συναινετική του συνάντηση ἀλλὰ γιὰ νὰ προκαλέσει τὸν ἀφανισμό του καθὼς βλέπει τὸν Ἄλλο ὡς τὸ διαρκῆ του ἐχθρό.
[…] Στὸν τρομοκρατικὸ Λόγο –κυρίαρχο Λόγο τοῦ σήμερα- ὁ καθένας ἐμμένει στὰ 100% κάποιου δικαίου του, δίχως νὰ συνειδητοποιεῖ πὼς ἡ ἀλήθεα εἶναι πάντοτε μιὰ σχετικότητα ἱστορικὴ καὶ διαλεκτική. Ἡμιμορφωμένοι, ἄλλωστε, δίχως αἰσθαντικότητα καὶ ἐνόραση, ἀνέρωτοι καὶ ἀνέραστοι ˗ προϊόντα μιᾶς παιδείας ἀνάπηρης ποὺ τοὺς παρέχει δύσκολα τὸ σύστημα, προϊόντα ἀκόμα μιᾶς μικροαστικῆς, μετὰ τὴν ἐφηβεία συμβιβασμένης ζωῆς, πολλοὶ διανοούμενοι τοῦ νεοελληνικοῦ μας σήμερα, ἐλάσσονες ὑποτελεῖς στὴν ἄρχουσά μας τάξη καὶ στὰ ὁράματα ποὺ τοὺς ταΐζει, μπερδεύουν τὴν πραγματικότητα μὲ τὴν ὀργανικὴ ἀναπηρία τους ˗τὰ μαθηματικὰ μὲ τὴν ἱστορία ἢ τὴ φιλοσοφία, τὸ θετικισμὸ μὲ τὴ δημιουργία, τὴν «ἐπαρχία» τους μὲ τὸν σύνολο κόσμο˗ ἀνίκανοι νὰ δοῦν τὴ ζωὴ ὡς διαλεκτικὴ ἑνότητα τοῦ Ἐγὼ μὲ τὸν Ἄλλο, ἀνίκανοι νὰ ἐπεκτείνουν τὸ ἀντικείμενο τῆς μελέτης τους ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, ἀνίκανοι νὰ μεταχειριστοῦν τὴ φαντασία τους γιὰ νὰ κατανοήσουν τὸ Ἄλλο καὶ τὸν Ἄλλον. […]


Κωστῆ Μοσκώφ, Λαϊκισμὸς ἢ πρωτοπορία; Δοκίμια III, Ἀθήνα 1985.

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

τὸ θέμα εἶναι ἡ ζωὴ


Ὤ, νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κολόμβος ἦταν εὐτυχισμένος ὄχι ὅταν ἀνακάλυψε τὴν Ἀμερική, ἀλλὰ ὅταν τὴν ἀναζητοῦσε· νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ μεγαλύτερη στιγμὴ τῆς εὐτυχίας του ἦταν, ἴσως, ἀκριβῶς τρεῖς μέρες πρὶν τὴν ἀνακάλυψη τοῦ Νέου Κόσμου, ὅταν στὴν ἀπόγνωσή του τὸ ἐξεγερμένο πλήρωμα λίγο ἔλειψε νὰ γυρίσει τὸ καράβι πίσω στὴν Εὐρώπη! Τὸ θέμα ἐδῶ δὲν ἦταν ὁ Νέος Κόσμος, ἂς πήγαινε νὰ χαθεῖ κι αὐτός! Ὁ Κολόμβος πέθανε χωρὶς σχεδὸν νὰ τὸν δεῖ καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας χωρὶς νὰ ξέρει τὶ ἀνακάλυψε. Τὸ θέμα εἶναι ἡ ζωή, μόνον ἡ ζωή, ἡ διαδικασία ἀνακάλυψής της, ἡ ἀσταμάτητη καὶ μόνιμη, καὶ διόλου ἡ ἀνακάλυψη! Ἀλλὰ τὶ νὰ λέμε! Ὑποψιάζομαι ὅτι ὅλα ὅσα λέω ἐδῶ τώρα μοιάζουν τόσο πολὺ γενικολογία, πού, μᾶλλον, θὰ μὲ θεωρήσουν μαθητὴ τῆς πρώτης τάξης, ποὺ διαβάζει τὴν ἔκθεσή του γιὰ τὴν «ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου», ἢ θὰ ποῦν ὅτι μπορεῖ καὶ νὰ ἤθελα κάτι νὰ πῶ, ἀλλὰ παρὰ τὴ σφοδρή μου ἐπιθυμία δὲν μπόρεσα νά… «τὸ ἀναπτύξω». Ὡστόσο, θὰ προσθέσω ὅτι σὲ κάθε ἰδιοφυῆ ἢ καινούργια ἀνθρώπινη ἰδέα ποὺ γεννιέται στὸ μυαλὸ κάποιου, ἀπομένει πάντα κάτι ποὺ μὲ κανέναν τρόπο δὲν μπορεῖ νὰ μεταδοθεῖ στοὺς ἄλλους, ἔστω κι ἂν γράψετε τόμους ὁλόκληρους καὶ ἀναπτύσσετε τὴ σκέψη σας τριάντα πέντε ὁλόκληρα χρόνια· πάντα θὰ μένει κάτι ποὺ δὲν θὰ θέλει μὲ τίποτα νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ κεφάλι σας καὶ θὰ μείνει μέσα σας εἰς τοὺς αἰῶνας· ἔτσι καὶ θὰ πεθάνετε, χωρὶς νὰ ἐξηγήσετε σὲ κανέναν τὴν πιὸ βασικὴ ἴσως ἀπὸ τὴ σκέψη σας.


Φιοντὸρ Ντοστογιέφσκι, Ὁ Ἠλίθιος, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση τοῦ Ἱππολύτου 
φωτογραφία π. Γεννάδιου Δεμερτζῆ

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

ἡ ἀντιμεταφυσικὴ σύμπτωση Ὀρθοδοξίας - μαρξισμοῦ


Ἡ βασικὴ διάκρισις μεταξὺ ἐμπειριστῶν καὶ μεταφυσικῶν εἶναι ὅτι ἡ οὐσία τῆς ἐμπειρικῆς γραμμῆς εἶναι ἡ παρατήρησις, ἐνῶ τῆς μεταφυσικῆς εἶναι ὁ φιλοσοφικὸς στοχασμός.
[…] Νομίζω ὅτι εἶναι μεγάλη τραγωδία, ὄχι τοῦ Αἰσχύλου ἀλλὰ τοῦ αἴσχους, τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουν δυνατοὶ διανοούμενοι Μαρξιστὲς στὴν Ἑλλάδα. Εὐτυχῶς βέβαια γιὰ τὴν Ἀστυνομία καὶ γιὰ τοὺς Δεξιούς, καθὼς καὶ γιὰ τοὺς Νεοέλληνες θεολόγους, ἀλλὰ δυστυχῶς γιὰ τὴν ἔρευνα τῆς ἀλήθειας. Διότι ὁ Μαρξισμὸς ξεκίνησε ἐπάνω σὲ ἐμπειρικὲς βάσεις καὶ ἔφθασε ἐκεῖ ποὺ ἔφθασε. Τὸ θεμέλιο τοῦ Μαρξισμοῦ καὶ τὸ θεμέλιο τῆς Πατερικῆς θεολογίας ἀπὸ ἐπιστημονικὴ ἄποψι εἶναι τὸ ἴδιο, ὁπότε θὰ μποροῦσαν μεταξύ τους οἱ Μαρξιστὲς καὶ οἱ Πατερικοὶ θεολόγοι νὰ συνεννοηθοῦν.
Ὁ Μαρξισμὸς ὅμως συγκρούσθηκε μὲ τὴν θρησκεία. Ναί, ἀλλὰ μὲ ποιὰ θρησκεία; Ὄχι μὲ τὴν Ἀποκάλυψι, ἀλλὰ μὲ τὴν θρησκεία, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὴν μεταφυσική. Ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μεταφυσικούς, ποὺ ταύτισε τὴν τύχη τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὴν Μεταφυσική, εἶναι ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς.
[…] Κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς πρώτους Χριστιανούς, ἔχομε κομμουνιστικὸ σύστημα διαβιώσεως. Ὅποιος ἔχει λίγο μυαλὸ καὶ διαβάσει τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, βλέπει καθαρὰ ὅτι ὅλοι τότε εἶχαν τὰ πάντα κοινά. Καὶ ὅποιος ἤθελε νὰ βαπτισθῆ, ἔπρεπε νὰ δώσει ὅ,τι εἶχε στὴν κατοχή του στὸ κοινὸ ταμεῖο τῆς ἐνορίας. Κανένας δὲν εἶχε ἀτομικὴ περιουσία. Ὅλα ἦσαν κοινά. […] ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῆς κοινοκτημοσύνης κράτησε τοὐλάχιστον διακόσια χρόνια. Μετὰ ἄρχισε νὰ διαλύεται καὶ τότε ἄρχισε νὰ ἐμφανίζεται ὁ κοινοβιακὸς μοναχισμός.
   […] Σ’ αὐτό, στὸ ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ προηγηθῆ μία ἐσωτερικὴ ἀλλαγὴ καὶ ἀλλοίωσις τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ μπορέση νὰ ἐπιτευχθῆ ὁ κοινοβιακὸς τρόπος ζωῆς, ἢ γιὰ τοὺς κομμουνιστὲς ὁ κομμουνιστικὸς τρόπος ζωῆς, συμφωνοῦν καὶ ὁ Μάρξ καὶ ὁ Λένιν. Ὁπότε ἀπὸ κοινωνιολογικῆς ἀπόψεως, ἐξ ἐπόψεως δηλαδὴ τῆς ἐξωτερικῆς κοινωνικῆς δομῆς τους, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Κομμουνισμοῦ καὶ τοῦ Ὀρθοδόξου κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ. Μεταξύ τους συμφωνία ὑπάρχει ἐπίσης καὶ στὴν ἀνάγκη τῆς ἐσωτερικῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἀνθρώπου. 

π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, Πατερικὴ Θεολογία, ἐκδ. Παρακαταθήκη 2004, σ. 182 – 185.



Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀλλοίωση τῆς πόλης




[…] Ἡ ἀρχαιοελληνικὴ πόλη θεωρήθηκε (ἀπὸ τὴν ἀναγεννησιακὴ Δύση καὶ ἀργότερα) σὰν πρότυπο τῆς «δημοκρατικῆς» πολιτείας, πρότυπο ὅμως ἀπογυμνωμένο ἀπὸ τὶς θεμελιώδεις προϋποθέσεις του: τὴν ἐνεργητικὴ συμβολὴ τοῦ κάθε πολίτη στὴν πραγματοποίηση τῆς ζωῆς ὡς κοσμικῆς ἁρμονίας, τὴν ταύτιση τοῦ κοινωνεῖν μὲ τὸ ἀληθεύειν, ταύτιση τοῦ ἀγαθοῦ μὲ τὸ κατόρθωμα τῶν πολιτῶν νὰ πραγματοποιοῦν τὸν ἰδεατὸ λόγο τῆς δικαιοσύνης καὶ εὐταξίας τοῦ «κόσμου». Στὴ δυτικὴ Εὐρώπη τὸ ἰδανικὸ τῆς κοινωνικῆς ἁρμονίας, δικαιοσύνης καὶ εὐταξίας προκαθορίστηκε ὄχι ἀπὸ τὴ δεδομένη ἀλήθεια τῆς «κοσμιότητας» μὲ τὴν ὁποία καὶ μόνο πραγματοποιεῖται ἡ ζωή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἰδεολογικὴ ἐπεξεργασία ἑνὸς προγράμματος συγκεκριμένης ὀργάνωσης τοῦ κοινωνικοῦ βίου. Τὸ πρόγραμμα αὐτὸ μεταθέτει τὴν πραγματοποίηση τοῦ κοινωνικοῦ ἀγαθοῦ ἀπὸ τὸν πολίτη στὶς ἰδεολογικὲς προϋποθέσεις καὶ δομὲς τῆς ὀργάνωσης – στὸν πολίτη ἀφήνει μόνο τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζει περιοδικὰ μὲ τὴν ψῆφο του τὴν προτίμησή του γιὰ τοῦτο ἢ γιὰ ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ προκατασκευασμένα προγράμματα ὀργάνωσης τῶν δομῶν. Ἔτσι προβλήθηκε ὁ κοινοβουλευτισμὸς σὰν κορυφαῖο ἐπίτευγμα πολιτικῆς ἐλευθερίας καὶ δικαιοπολιτείας, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἀπαλλοτριώνει τὸν πολίτη ἀπὸ τὴ δυνατότητα νὰ ἀποφασίζει, νὰ κρίνει καὶ νὰ ρυθμίζει ὁ ἴδιος τὰ τοῦ βίου του. Μετέβαλε ὁ κοινοβουλευτισμὸς τὸν πολίτη σὲ παθητικὸ τιτλοῦχο τοῦ νομικοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου, ἐνῶ ἡ ἄσκηση τῆς διαχείρισης τῶν κοινῶν ἐκχωρεῖται ἀποκλειστικὰ στὴν κεντρικὴ ἐξουσία, ποὺ ἔστω καὶ μὲ ἀριθμητικὰ ἐλάχιστη ἢ καὶ μεθοδευμένη (ἀπὸ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους) πλειοψηφία ἐλέγχει ὁλοκληρωτικὰ τὶς προϋποθέσεις τοῦ ἀνθρώπινου βίου κινώντας τὰ νήματα μιᾶς ἀπρόσωπης γραφειοκρατίας. Δὲν εἶναι πιὰ ἡ ἀνθρώπινη κοινότητα ποὺ κατορθώνει ὡς δυναμικὸ ἐπίτευγμα τὸ κοινωνικὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς, ἀλλὰ εἶναι μιὰ ἐξαρτημένη καὶ γι’ αὐτὸ ἄβουλη ὑπαλληλία ποὺ ἡγεμονεύει στὸν δημόσιο βίο, ἐφαρμόζοντας μηχανιστικὰ τὸ a priori δεδομένο «πολιτικὸ» πρόγραμμα τῆς κεντρικῆς διοίκησης. Καὶ θεωρεῖται σωτηρία ἀπὸ τὸν ὁλοκληρωτισμὸ τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτη νὰ ἐπιλέγει κάθε τόσο μὲ τὴν ψῆφο του τὸν φορέα ἢ ἐνσαρκωτὴ τοῦ ἀπόλυτου προορισμοῦ τῆς βιοτῆς του. […] 


Χρήστου Γιανναρᾶ, Σχεδίασμα εἰσαγωγῆς στὴ φιλοσοφία, σ. 264 (ὑποσημ.)

     

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

ἡ θρησκευτικὴ ὑπονόμευση τῆς πίστης

Ἡ θρησκευτικότητα ἀναφέρεται στὴν ἀνασφάλεια τῶν ἀνθρώπων. Ἀποτελεῖ μιὰ ἀγωνιώδη προσπάθεια κάλυψης τῶν φοβιῶν ἀπὸ τὴ συνειδητοποίηση τοῦ θανάτου. […] Ἡ θρησκεία εἶναι ἀνθρώπινο κατασκεύασμα καὶ γι’ αὐτὸ ἔχει σωστὰ γραφεῖ ὅτι οἱ θεοὶ εἶναι πλασμένοι μὲ τρόπο ποὺ νὰ μοιάζουν στοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοὺς ἔπλασαν.
[…] Ὁ θρησκευτικὸς ἄνθρωπος […] προσφεύγει στὸ Θεό, ὄχι γιατὶ ἔχει νιώσει ἀφόρητη ἕλξη ἀπὸ τὸ πρόσωπό Του, ἀλλὰ σὰν κρυψώνα-καταφύγιο ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ. Πλησιάζει τὸ Θεὸ ὄχι μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ ἄπειρο ἔλεός Του, ἀλλὰ μὲ φόβο καὶ ἐνοχές, γιατὶ νιώθει νὰ ἕλκεται ἀπὸ τὸ κακό. […] Ὁ θρησκευτικὸς ἄνθρωπος, μὴ βιώνοντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, διαμορφώνει μιὰ ἐσωτερικὴ σκληρία. Γίνεται σκληρόκαρδος πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἐξουθενώνει. Ἐπικριτικὸς γιὰ τὴν κάθε τους ἀδυναμία. Ἀνελέητος πρὸς τὴ μὴ συμμόρφωσή τους πρὸς τὰ πρέποντα καὶ κάθήκοντα.
[…] Ὁ Θεὸς τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι μιὰ ἰδέα ἀλλὰ μιὰ συγκεκριμένη ὀντότητα, μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ὑφίσταται μιὰ προσωπικὴ σχέση. Μιὰ ὀντότητα ποὺ δὲν θὰ κατανοηθεῖ ποτὲ πλήρως. Ἡ ἀνθρωπότητα ὅμως στὸ διάβα τῶν αἰώνων καὶ μὲ τὴν αὔξηση τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων θὰ καταγράφει μὲ ἔκπληξη τὴν παρουσία τῆς ἄπειρης σοφίας Του […]
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει, ἕλκεται ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νιώθει ἔκθαμβος μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ποὺ τοῦ ἀποκαλύπτεται εἴτε στὴν ὀμορφιὰ τῆς φύσης, εἴτε στὴν ὕπαρξη τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, εἴτε κάποιες στιγμὲς καὶ στὸν ἴδιο προσωπικά. […] Ὁ ἄνθρωπος ποὺ βιώνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του, δὲν περιμένει τὴν μετὰ θάνατο ζωὴ γιὰ νὰ δικαιωθεῖ. Δὲν στερεῖται κάτι, ὥστε νὰ περιμένει τὴν ἀνταπόδοση. Ἀντίθετα νιώθει ὑπόχρεος γιὰ τὴ χάρη ποὺ τοῦ ἔχει προσφερθεῖ. Αὐτὴ τὴ χάρη ποὺ ἐξαφανίζεται ὅποτε τὴν θεωρεῖ ὡς ἀτομική του κατάκτηση καὶ ποὺ πολλαπλασιάζεται ὅποτε τὴ μοιράζεται μὲ τοὺς ἄλλους. 
Ὁ ἄνθρωπος τῆς πίστης γνωρίζει τὴν ἀνεπάρκειά του. Βιώνει τὴν ἀπιστία του ὡς στέρηση, ὡς ἀποσυντονισμό. Ὡς ἀποπροσανατολισμό. […] ἀλλὰ χαίρεται γνήσια καὶ πλήρως τὴν κάθε στιγμὴ ὅταν, ξαναβρίσκοντας τὸν προσανατολισμό του, μπορεῖ νὰ ξαναζεῖ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς. Ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς πίστης εἶναι ἡ ἀστείρευτη πηγὴ τοῦ ἀνεφοδιασμοῦ του, "ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγὸς" ποὺ εἶναι πάντα εκεῖ γιὰ ὅποιον Τὸν θελήσει.
(ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ "Ρωγμὲς καὶ Ἀγγίγματα" τοῦ Δημ. Καραγιάννη, ἐκδ. Ἁρμὸς)


Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

...σὲ μέρη αὐτόνομα μέσα στὴν τουρκοκρατία






Ὁ κοινοτισμὸς στὴ Μακεδονία κατὰ τὴν τουρκοκρατία ἦταν ἄμεσα συνδεδεμένος μὲ τὴν Ἐκκλησία. […] Ἡ Ἐκκλησία ἦταν πλέον «ἐθναρχοῦσα»· θρησκευτικὴ καί, παράλληλα, πολιτικὴ κεφαλὴ τῶν ὑπόδουλῶν χριστιανῶν. […] Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς διάφορες ἀπόψεις ποὺ ἔχουν διατυπωθεῖ σχετικὰ μὲ τὴν καταγωγὴ τοῦ κοινοτισμοῦ στὴ Μακεδονία, γεγονὸς εἶναι ὅτι κοινοτικοὶ θεσμοὶ ἴσχυαν καὶ λειτουργοῦσαν πρὶν ἀπὸ τὶς ἀρχικὲς εἰσβολὲς τῶν Ὀθωμανῶν. […] Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πεντακοσίων ἐτῶν τῆς τουρκοκρατίας, χάρη στὸν κοινοτισμὸ λειτούργησαν στὴ Μακεδονία οἱ παραδοσιακοὶ συλλογικοὶ καὶ τοπικοὶ θεσμοί, διατηρήθηκε σὲ ἀνεκτὸ ἐπίπεδο ἡ αὐτάρκεια τοῦ βίου τῶν χριστιανῶν καὶ προωθήθηκαν οἱ ἀναγκαῖες διεργασίες στὸ πολιτιστικό, κοινωνικὸ καὶ οἰκονομικὸ πεδίο. Ἔτσι τὸ Ὀρθόδοξο Κοινὸ ἐπιβίωσε καὶ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα ἀναπτύχθηκε σὲ βαθμὸ ποὺ ἐπέτρεψε τὴν ἐκδήλωση ἐνδογενῶν κεντρόφυγων τάσεων κατὰ τὴ διαδικασία τῶν ἐθνικῶν διαφοροποιήσεων τοῦ 19ου αἰώνα.
[…] Ὑπῆρχε, ὅμως, στὴ Μακεδονία καὶ μιὰ μοναδικὴ συντεχνία λαϊκῆς βάσης μὲ συμμετοχὴ πολλῶν πολισμάτων. Στὰ Σιδηροκαύσια τῆς Χαλκιδικῆς κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰώνα, τὴ θέση τῶν κεφαλαιούχων μισθωτῶν τῶν μεταλλείων ἀργύρου πῆραν τὰ γύρω χωριά, τὰ Μαντεμοχώρια, 12 μεγάλα καὶ «360 μικρὰ», ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Urquhart. Ὑπὲρ τῆς συνεταιριστικῆς «ὁμοσπονδίας» τῶν πολισμάτων αὐτῶν ἐκδόθηκαν προνομιακοὶ ὁρισμοί. Αὐτὴ ἡ ἑταιρία συνιστοῦσε συγχρόνως τὴν ἀνώτατη κοινοτικὴ ἀρχὴ τῶν χωριῶν-μετόχων της, καθὼς ἡ ἴδια διαχειριζόταν τὰ οἰκονομικά τους.
[…] Ἕως τὸ 1860, ὅπως εἴδαμε, δὲν ὑπῆρχε στὴ Μακεδονία ἐνιαῖο κατὰ τόπο καὶ χρόνο σύστημα κοινοτικῆς συγκρότησης. Ὁ πλουραλισμὸς τῶν ἐκφάνσεών της καὶ ἡ πολυμορφία τῶν διαδικασιῶν της ἦταν γεγονός. […] Ἡ ἐκτεταμένη αὐτὴ αὐτοδιοίκηση ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ (μὲ ἀναγνωρισμένη πλέον τὴν ἄσκηση ἐκτελεστικῆς, νομοθετικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας) στὶς κοινότητες τῆς Μακεδονίας, γνώρισε περαιτέρω βαθμιαία ἐξέλιξη.
[…] Συγκρίνοντας τὴν κοινοτικὴ ὀργάνωση τοῦ μακεδονικοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ ἐκείνη τῆς ἐλεύθερης Ἑλλάδας, δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ καταλήξουμε σὲ δυσάρεστες διαπιστώσεις γιὰ τὴν τελευταία. Στὴν Ἑλλάδα, ἡ αὐτοδιοίκηση ἀσφυκτιοῦσε στὴ μέγγενη τοῦ αὐστηροῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, ποὺ τῆς εἶχε ἐπιβάλει ἀρχικὰ ἡ βαυαροκρατία, καθὼς εἶχε μεταβάλει τὸ μεταβυζαντινὸ κοινοτισμὸ σὲ νοσταλγικὴ ἀνάμνηση. Στὴ Μακεδονία, ἀντίθετα, κύτταρο τῆς συλλογικῆς δράσης ἦταν ἡ κοινότητα, ποὺ συνιστοῦσε τὴ γέφυρα ἀνάμεσα στὶς ἑλληνικὲς καταβολὲς καὶ τὰ δημοκρατικὰ ἰδεώδη τοῦ εὐρωπαϊκοῦ 19ου αἰώνα ἀφενὸς μὲ τὴ βυζαντινὴ παράδοση ἀφετέρου […].

Χαράλαμπος Παπαστάθης, Ἡ κοινοτικὴ ὀργάνωση, στὸ Ἡ νεώτερη καὶ σύγχρονη Μακεδονία, τ. Α΄, ἐκδ. Παπαζήση, σ. 85 · 88 · 91 · 92.


Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

κομμουνισμὸς εἶναι τὸ ἄδικο τῆς ἀγάπης




Γιατὶ λοιπὸν χριστιανέ μου, δὲν μᾶς ἀγαπᾶς ἐμᾶς τοὺς κομμουνιστὲς καὶ τοὺς σοσιαλιστές; Διότι μέσα στὴν κίνησή μας πέσαμε στὴν ἁμαρτία; Γιὰ φαντάσου! Καλὸς ὠριγενισμὸς κι αὐτός, φυρὶ φυρὶ δηλαδή, εἶσαι προτεστάντης… «Ὡς δὲ δούλου μορφή, συγκαταβαίνει τοῖς ὁμοδούλοις καὶ δούλοις… ὅλον ἐν ἑαυτῷ ἐμὲ φέρων μετὰ τῶν ἐμῶν…» (Γρηγόριος Θεολόγος). Ὅταν λοιπὸν ὁ Δικός σου καταδέχεται νὰ γίνει δοῦλος μαζὶ μὲ τὴ λερὴ ἀφεντιά μου, καὶ μὲ παίρνει μέσα του, ἐμένα μὲ τὰ ἐμά μου, ἐσὺ δηλαδὴ πῶς; Σοῦ βρωμάω, σοῦ πέφτω λίγος; Τὶ ἔκανε λέει; Εἶμαι ὑλιστής; Καλὰ κάνω καὶ εἶμαι (Μπουλγκάκωφ). Ὁ Δικός σου, μὲ φέρει ὅλον μέσα του μὲ ὅλα τὰ ἐμά μου, μὲ τὰ καλά μου, μὲ τὰ σκατά μου, μὲ τὰ ὑλιστικά μου. Καὶ Ἐσύ μου, Ἐσύ μου, πῶς δηλαδή; Βασιλικότερος τοῦ Βασιλέως;
Σώπα λοιπόν, ἂν δὲν μὲ ἀντέχεις μετὰ τῶν ἐμῶν ὑλισμῶν. Σώπα καὶ ἀγάπα με. Ἀπελπισμένα σ’ ἀγνοῶ, θέλω νὰ μ’ ἀγαπᾶς ἀπελπισμένα, θέλω νὰ μ’ ἀγαπᾶς μέρα τὴ μέρα.
Πνίξε με μέσα στὴν ἀγάπη σου, μὲ τὴν ἀγάπη πνίξε τὸν ξεπεσμό μου. Βίασέ με μὲ μανικὸ ἔρωτα καὶ ξεπάτωσε μέσα μου τὴν Πτώση, ποὺ μὲ δένει μὲ τὴν ὕλη, ξέσκισέ μου τὸν καπιταλισμὸ καὶ τὴν ἐκμετάλλευση, ποὺ μὲ ξεφτιλίζει.
Εἶμαι ἄλογος, εἶμαι ἐχθρός σου; Ναί, εἶμαι. Καὶ τὶ μ’ αὐτό; Ποῦ εἶναι ἡ καῦσις καρδίας σου ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν δαιμόνων; Καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας; (Ἀββὰς Ἰσαάκ).
Δηλαδὴ πῶς τὴ νιῶθεις τὴν εὐχαριστία; Σοῦπερ-μάρκετ ὅπου μπαίνεις καὶ διαλέγεις αὐτό, ποὺ σοῦ γυαλίζει;
Ὀλιγόπιστε ὀρθόδοξε Ἐσύ μου, ἐγὼ τὸ χαμένο κορμί, ὁ κομμουνιστής σου εἶμαι ἡ εὐχαριστία σου, ἡ Μαρτυρία σου, ἡ Διακονία σου.
Ἀμήν, ἀμήν, λέγω Ἐσύ μου.

Ἡ παλιὰ ἀστικὴ κοινωνία, μὲ τὶς τάξεις της καὶ τὶς ταξικὲς συγκρούσεις της, δίνει τὴ θέση της σὲ μιὰ κοινότητα, ὅπου ἡ ἐλεύθερη ἄνθιση τοῦ καθενὸς εἶναι ὁ ὅρος γιὰ  τὴν ἐλεύθερη ἄνθιση ὅλων.
Κ. Μὰρξ

Κι ἐσὺ σύντροφέ μου πρωτοπόρε, γιατὶ σιχαίνεσαι τοὺς ὀρθοδόξους; Διότι σὲ κυνηγήσαμε; Μὴν μπερδεύεσαι, δὲν εἴμασταν ποτὲ ἐμεῖς, ἦταν τὸ κράτος, τὸ ἀποκρυστάλλωμα τοῦ ἐγελιανοῦ λόγου, πάντα ταξικό, ἀκόμη κι ὅταν εἶναι διαταξικό, ἀλλὰ ποτὲ χριστιανικό. Κι ἂν μερικοὶ ρασοφόροι σὲ προπηλάκισαν, ἐσὺ θυμήσου τὴ τὴ μήτρα σου. Οἱ δικοί σου, ὁ Ρίτσος σου, θυμιάζουν τὰ κονίσματα, σταυρώνουν τὸ ψωμὶ καὶ τὸ προσκέφαλο. Ὁ πάτερ Ἀνυπόμονος ἦταν φυσεκλίκι μὲ τὸν Ἄρη Βελουχιώτη.
Κι ἂν ὁ Ἄρης εἶναι ὁ τελευταῖος στρατιωτικὸς Ἅγιος τοῦ ὀρθοδόξου Γένους μας, πῶς τὸ ἀρνεῖσαι καὶ ποὺ τὸ ξέρουμε ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε ἐσεῖς καὶ ἐσεῖς ποὺ εἴσαστε ἐμεῖς; Τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ.
Ἅγιος Ἄρης Βελουχιώτης ὁ Μπροστάρης. Τὶ νιώθεις πάτερ Ἀνυπόμονε; Πῶς τὸ βλέπετε σύντροφοί μου;
Καὶ γιατὶ σύντροφέ μου αὐτάδερφε, ἐσὺ ποὺ πρέπει νὰ σέβεσαι τὴ Γνώση, ἀγνοεῖς τὴ φύτρα σου, σὰν νὰ εἶσαι τὸ παιδὶ τοῦ σωλήνα;
Ξέρεις ποῦθε τραβᾶ ἡ σκούφια σου;

Ὅπως ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά, ὁ βίος, ἡ ψυχή, ἡ συμφωνία, ἡ τράπεζα κοινή, ἀδιαίρετος ἀδελφότης, ἀγάπη ἀνυπόκριτος, τὰ πολλὰ σώματα ἓν ἐργαζομένη· τὰς διαφόρους ψυχὰς εἰς μίαν ὁμόνοιαν ἁρμόζουσα.
Μέγας Βασίλειος

[…] Κι ἐσὺ σύντροφέ μου, ὅταν τσουρουφλίστηκε ἡ σάρκα καὶ μάτωσε ἡ ψυχή σου ἀπὸ τὴν κεφαλαιοκρατία, «εἶδες πὼς οὐκ ἀφίησιν ἀνθρώπους εἶναι τοὺς ἀνθρώπους τὸ χρυσίον, ἀλλὰ θηρία καὶ δαίμονας;» (Χρυσόστομος)
Βλέπεις λοιπὸν ὅτι τὴ θηριωδία τοῦ χρυσίου τὴν ὑποφέραμε γιὰ σᾶς καὶ τὴν καταγγέλλουμε μαζί σας;
Πράξε λοιπὸν ὀρθά, αὐτὰ ποὺ ἐπαγγέλλεται ὁ Μάρξ: ὁ κομμουνισμὸς ἐγκολπώνεται ὅ, τι εὐγενέστερο ἔχει ἐμφανίσει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ πτώση σὲ ἔκπτωση, κι ἀπὸ ἐπανάσταση σὲ ἀνάσταση.
[…] Καὶ εἴμαστε μυστήριοι, Ἐσύ μου, Ἐγώ σου. Εἴμαστε ἀκόμη στὸ βασίλειο τῆς ἀναγκαιότητας, ἀδημονώντας γιὰ τὸ βασίλειο τῆς ἐλευθερίας (Μὰρξ). […]



Κ. Ζουράρι, Μισγάγκεια ἀπερινόητη, συμβολὴ στὴν πολιτικὴ αὐτογνωσία τῆς Ἑλλάδας, 1984, σ. 58-60.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

ἡ λιτὴ ἀφθονία τοῦ τοπικοῦ



 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Τάσο Τσακίρογλου (Ἐφημερίδα τῶν Συντακτῶν 25/08/2013)
Επιμέλεια μετάφρασης: Δημήτρης Φαναριώτης

• Σε τι είδους κοινωνία οδηγεί η «αποανάπτυξη»;

Δεν υπάρχει συνταγή για μια «κοινωνία της αποανάπτυξης» κατ' αρχάς διότι η κοινωνία της αποανάπτυξης δεν είναι μια εναλλακτική λύση, ένα μοντέλο που παραδίδεται με το κλειδί στο χέρι. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο στο Τέξας και στην επαρχία Τσιάπας. Όταν θα αρθεί το βαρύ φορτίο του οικονομικού ιμπεριαλισμού, τότε θα ξανανοίξει το ζήτημα της πολιτιστικής ποικιλομορφίας. Κι αυτό επειδή κάθε λαός, κάθε κουλτούρα έχει το δικαίωμα να βρει τον δικό της δρόμο για να δημιουργήσει μια κοινωνία λιτής αφθονίας. Ο δρόμος είναι ανοιχτός στην πολιτική, την ιστορία. Εναπόκειται στους ανθρώπους να πάρουν το μέλλον στα χέρια τους.

• Ποιοι είναι οι στόχοι αυτής της πρότασης;

Το πρόγραμμα της αποανάπτυξης έχει στόχο τον επανακαθορισμό του μέλλοντός μας, να ξαναδούμε εκ βάθρων την πολιτική, να πάρουμε στα χέρια μας το μέλλον μας, με μια λέξη να λάβουμε αποφάσεις: Τι να παράγουμε; Να χρησιμοποιούμε την πυρηνική ενέργεια, τη βιοτεχνολογία; Πώς να παράγουμε; Στην παρούσα φάση πάντως δεν μας ρωτούν. Ολα έχουν αποφασιστεί για εμάς, χωρίς εμάς. Ομως, παρότι δεν υπάρχει δεδομένο μοντέλο σχεδίων για την οικοδόμηση των κοινωνιών της λιτής αφθονίας, όλα υπακούν στην επιταγή της ρήξης με τη λογική της ανάπτυξης. Το σχέδιο κινείται σε δύο επίπεδα: κατ’ αρχάς σ’ αυτό της νόησης, δηλαδή της συγκεκριμένης ουτοπίας, του ολοκληρωμένου αντικειμένου. Και σε δεύτερο χρόνο, αυτό της πραγμάτωσής του, της δημιουργίας του.

• Πώς μπορούμε να πετύχουμε την «αποαποικιοποίηση του φαντασιακού», απελευθερώνοντας τους ανθρώπους από τους μύθους της προόδου, του παραγωγισμού και της χωρίς όριο ανάπτυξης;

Μπορούμε να ξαναδούμε αυτό που είπε ο Καστοριάδης, ότι «για να υπάρξει μια τέτοια επανάσταση, πρέπει οι βαθιές αλλαγές να γίνουν μέσα στην ψυχοκοινωνική οργάνωση του πολίτη της Δύσης, μέσα στη γενικότερη στάση απέναντι στη ζωή, δηλαδή στο πώς τη φαντάζεται. Πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα ότι ο μοναδικός στόχος στη ζωή είναι να παράγεις και να καταναλώνεις, μια άποψη παράλογη και ταπεινωτική. Πρέπει να εγκαταλειφθεί το καπιταλιστικό φαντασιακό της ψευδο-ειδίκευσης, του ψευδο-ορθολογισμού και της χωρίς όρια επέκτασης. Αυτό μπορούν να το κάνουν μόνον οι ίδιοι οι άνδρες και οι γυναίκες. Ενα μοναδικό άτομο ή ένας οργανισμός μπορούν στην καλύτερη περίπτωση να προετοιμάσουν, να ασκήσουν κριτική, να ενθαρρύνουν και να σκιαγραφήσουν τους πιθανούς προσανατολισμούς».

• Είναι συμβατή η οικονομική συρρίκνωση με τον καπιταλισμό και πώς θα μπορούσε η αποανάπτυξη να μεταφραστεί σε ένα πολιτικό πρόγραμμα;

Η αποανάπτυξη είναι δυναμικά αντίθετη με τον καπιταλισμό. «Δεν μπορούμε πλέον να πείσουμε τον καπιταλισμό να περιορίσει την ανάπτυξη, όπως δεν μπορούμε να πείσουμε ένα ανθρώπινο ον να μην αναπνέει», έγραφε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν. Κι αυτό όχι τόσο επειδή η αποανάπτυξη καταδεικνύει τις αντιφάσεις και τα οικολογικά και κοινωνικά όρια, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί ξαναθέτει υπό συζήτηση το «πνεύμα» του, υπό την έννοια την οποία αντιλαμβανόταν ο Μαξ Βέμπερ ως «πνεύμα του καπιταλισμού», το οποίο αποτελούσε ικανή και αναγκαία συνθήκη για την πραγματοποίησή του.

• Εχει νόημα να μιλάμε για αποανάπτυξη σε οικονομίες σχεδόν κατεστραμμένες από τη λιτότητα και την ύφεση, όπως η Ελλάδα;

Απέναντι στο αδιέξοδο των πολιτικών λιτότητας και την οικολογική ανάγκη να εξέλθει κάποιος από την κοινωνία της ανάπτυξης, μόνον ένα πρόγραμμα εμπνευσμένο από το σχέδιο της αποανάπτυξης μπορεί να επιλύσει την τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει χώρες όπως η Ελλάδα. Οι προτάσεις βασίζονται σε τρεις άξονες. Πρώτον, η επανατοπικοποίηση: Επανατοπικοποιώ σημαίνει πρώτα απ όλα αποπαγκοσμιοποιώ. Αυτό το οποίο αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση δεν είναι τίποτε άλλο από ένα παιχνίδι σφαγής σε παγκόσμια κλίμακα. Ενός ανταγωνισμού στον οποίο όλοι οι λαοί αυτοκαταστρέφονται και καταστρέφουν τους άλλους λαούς. Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι πρέπει να ξαναρχίσουμε τις τοπικές παραγωγικές δραστηριότητες.

• Και στη συνέχεια;

Ακολουθεί η αναδόμηση και η οικολογική αναστροφή. Η παραγωγική βιομηχανική γεωργία είναι μια μαζική αυτοκτονία, πηγή καρκίνων, μολύνσεων, επιδημιών και πανδημιών σε ζώα. Γι’ αυτό πρέπει κατ’ αρχάς να αναδιαρθρώσουμε τις καλλιέργειες για να ξαναβρούμε μια υγιεινή διατροφή. Αυτό προϋποθέτει την εκ νέου δημιουργία εκατομμυρίων αγροτών, οι οποίοι θα είναι παραγωγικοί και αποτελεσματικοί, χωρίς ωστόσο να πέσουμε στην παγίδα της υπερπαραγωγής, να αποκτήσουμε δηλαδή μια γεωργία χωρίς φυτοφάρμακα και χωρίς μεταλλαγμένα. Ενας δεύτερος στόχος είναι η αναδιάρθρωση εκ βάθρων του ενεργειακού τομέα, εγκαταλείποντας την πυρηνική ενέργεια και αναπτύσσοντας εναλλακτικές μορφές ενέργειας. Τέλος, πρέπει να πολεμήσουμε εναντίον της παρασιτικής παραγωγής (όπως η διαφήμιση) ή της επικίνδυνης (όπως είναι οι εξοπλισμοί), άρα πρέπει να επιδιώξουμε τη σταδιακή απεμπλοκή απ’ αυτά. Αλλά είναι επίσης απαραίτητο να επανεξετάσει κανείς την αυτοκινητοβιομηχανία. Να παράξουμε άλλα μεταφορικά μέσα: πάνω απ’ όλα δημόσια μέσα μεταφοράς. Παράγοντας όλα αυτά που λέω θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας έξω από τη λογική τού να παράγουμε όλο και περισσότερα, αλλά αντιθέτως θα αποτελούν μέρος μιας παραγωγής που βασίζεται στη λογική της ικανοποίησης των πραγματικών αναγκών των πολιτών.

• Και όσον αφορά τους όρους της παραγωγής;

Το τρίτο είναι η μείωση των ωρών εργασίας. Η σημερινή κατάσταση είναι απολύτως παράλογη. Εάν ένας Αρειανός έφτανε στη Γη και έβλεπε πώς ζούμε, θα μας αντιμετώπιζε ως τρελούς και θα είχε εκπλαγεί από τη βλακεία με την οποία οργανώνονται οι άνθρωποι. Γιατί από τη μια πλευρά υπάρχουν δεκάδες εκατομμύρια άνεργοι και από την άλλη υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι οι οποίοι εργάζονται σαν τρελοί, ακόμη και 15 ώρες ημερησίως. Η απόλυτη βλακεία! Πρέπει να δουλεύουμε λιγότερο για να έχουμε όλοι δουλειά. Σήμερα, μεταξύ άλλων, δουλεύουμε όλο και περισσότερο για να κερδίζουμε όλο και λιγότερα, γιατί έχουμε εμπλακεί σε έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό. Δουλεύοντας λιγότερο μπορούμε να κερδίζουμε περισσότερα και πάνω απ’ όλα να ζούμε καλά. Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Για αρχή πρέπει να επιστρέψουμε στα εθνικά μας νομίσματα. Το πράγμα μιλά από μόνο του, πρέπει να βγούμε από το ευρώ, αλλιώς δεν υπάρχει πιθανότητα να υλοποιήσουμε ένα τέτοιο πρόγραμμα.

• Ποιος θα ήταν ο ρόλος των «αγορών» σε μια κοινωνία «αποανάπτυξης»;

Προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης, πιστεύω ότι είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε την Αγορά από τις αγορές. Οι δεύτερες δεν υπακούν ποτέ σε έναν καθαρό νόμο ενός ιδεώδους ανταγωνισμού κι αυτό είναι καλό. Οι πελατειακές σχέσεις δεν είναι ποτέ απολύτως απρόσωπες. Περικλείουν πάντοτε κάτι από το πνεύμα του δώρου που μια κοινωνία της αποανάπτυξης οφείλει να ξαναβρεί. Ενας μεγάλος αριθμός ανθρώπινων κοινωνιών γνωρίζει τις αγορές και τα νομίσματα (και ειδικά στην Αφρική), αλλά αυτές δεν είναι κοινωνίες της Αγοράς ή κοινωνίες εκτός Αγοράς.



Ποιος είναι

Ο Σερζ Λατούς γεννήθηκε το 1940 στη Βαν. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες, Φιλοσοφία και Οικονομικά. Είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Paris-Sud (Ορσέ) και ειδικός στις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις Βορρά-Νότου. Από το 2002 έχει αφιερωθεί στη μελέτη του φαινομένου της αποανάπτυξης. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Προς μια κοινωνία της λιτής αφθονίας» Εκδόσεις των Συναδέλφων (2013), «Καστοριάδης» Εκδόσεις των Συναδέλφων (2011), «Το στοίχημα της αποανάπτυξης» Εκδόσεις Βάνιας (2008).