Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

πρόσωπο καὶ κράτος



Miguel_Hernandez
 […] Ἡ ἀκραία μορφὴ τῆς ἀντικειμενοποίησης ἀντιπροσωπεύεται, ἐννοεῖται, ἀπὸ τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος ἀγνοεῖ τὸ μυστήριο τοῦ προσώπου, ἔχει ὑπ’ ὄψη του μιὰ ἀφηρημένη μονάδα, ὄχι τὸ ζωντανὸ πρόσωπο. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι ὑπαρξιακό, δὲν κρύβει μέσα του αὐτὸ τὸ στοιχεῖο ὑπαρξιακότητας ποὺ εἶναι παρόν, λόγου χάρη, στὴν πατρίδα, στερεῖται κάθε θαλπωρῆς καὶ κάθε ζωῆς. Τὸ Κράτος εἶναι μόνο καὶ μόνο μιὰ λειτουργία ἀντικειμενοποίησης, καὶ ὅ,τι ἀντιτίθεται περισσότερο στὴ μέθεξη. Ἡ μέθεξη δὲν εἶναι ποτὲ γνώρισμα τῶν λειτουργιῶν τοῦ Κράτους καὶ ὅταν ἀπαντᾶται σ’ αὐτές, εἶναι πάντα ἐξ αἰτίας τῆς εἰσβολῆς μέσα της κάποιου στοιχείου ἄλλης τάξεως. […] Ἡ δύναμη μιᾶς κοινωνίας καὶ εἰδικότερα ἡ κρατικὴ δύναμη δὲν συνιστᾶ ἀξία ἀφ’ ἑαυτοῦ της, καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκδήλωση μιᾶς δαιμονικῆς φύσης. Ἡ ἀδυναμία τοῦ προσώπου μπροστὰ στὴν κοινωνία, μπροστὰ στὸ Κράτος, μπορεῖ νὰ ἀντιπροσωπεύει τὴν ὑψηλότερη ἀξία. Αὐτὸ ποὺ ὑπερέχει μὲ τὴ δύναμη μέσα σ’ αὐτὸν τὸν ἀντικειμενοποιημένο, ἔκπτωτο κόσμο, δὲν εἶναι καθόλου αὐτὸ ποὺ ἔχει τὴ μεγαλύτερη ἀξία. Ὁ ἄνθρωπος ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν κοινωνία, τὸ ἔθνος, τὸ Κράτος, ἀλλὰ συμβαίνει νὰ συνθλίβεται ἀπὸ τὴν κοινωνία, τὸ ἔθνος, τὸ Κράτος ποὺ ἔχουν γίνει εἴδωλα τοῦ ἀντικειμενοποιημένου καὶ ἔκπτωτου κόσμου, τοῦ κόσμου τῆς διάσπασης, ὅπου οἱ σχέσεις στηρίζονται στὴ βία. Τὸ ἰδιαίτερο γνώρισμα τοῦ ἀντικειμενοποιημένου καὶ κοινωνικοποιημένου κόσμου εἶναι νὰ εἰσάγει παντοῦ τὴν τάξη, τὴν διαταγή, τὴν ἐξουσία. Αὐτὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς ὄψεις κάθε ἀντίληψης ποὺ ἑδράζεται στὴν κοινωνιολογία. Μιὰ ἄλλη ὄψη εἶναι νὰ μὴ βλέπει (αὐτὴ ἡ ἀντίληψη) μέσα στὸν κόσμο, τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐργασία καὶ νὰ (ἀνα)παριστάνει τὸν κόσμο καὶ τὴν κοινωνικὴ ζωὴ μὲ πρότυπο τὸ ἐργαστήριο ἢ τὸ ἐργοστάσιο. Λησμονοῦμε συχνὰ ὅτι μιὰ φιλοσοφία τῆς ἐργασίας δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἀντιυλιστική, καὶ ὅτι ἡ ἐργασία εἶναι πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς οὐσίας καὶ ὄχι ὑλικῆς ὅπως ἤθελε ὁ Marx. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἐργασία μπορεῖ νὰ μπεῖ στὴν ὑπηρεσία ὄχι μόνο τῆς κοινωνίας ἀλλὰ τῆς μέθεξης. Ἂν συμβαίνει αὐτό, συμβαίνει στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ ἐργασία ἀντιπροσωπεύει μιὰ ἰδιότητα τοῦ προσώπου. Στὸν κομμουνισμὸ δὲν ὑπάρχει μέθεξη, δὲν ὑπάρχει τίποτε περισσότερο ἀπὸ μιὰ ἐπικοινωνία ποὺ θέλουμε μὲ τὸ ζόρι νὰ τῆς προσδώσουμε ἕνα χαρακτήρα μέθεξης. Ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὅπως ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Κράτος εἶναι ἡ μετατροπὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἀντικείμενο. Καὶ ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο δὲν αἴρεται παρὰ μὲ μιὰ πράξη ποὺ ἀνακαλύπτει τὸ «ἐσύ»· κι αὐτὸ δὲν ἀποκαλύπτεται οὔτε μέσα στὸν καπιταλισμό, οὔτε μέσα στὸν ὑλιστικὸ κομμουνισμό. […]

Νικόλαος Μπερντιάεφ, Πέντε στοχασμοὶ περὶ ὑπάρξεως, μτφρ. Βάσω & Σωτήρης Γουνελᾶς, ἐκδ. Παρουσία, Ἀθήνα 1996

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

ἀναρχία - ὁ μυστικὸς θάνατος


Νίκος Κασκούρας, Ἀρχιτέκτονας
[…] τὶ σχέση μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ δολοφονία προσώπων μὲ τὸν ἀναρχισμό, μὲ τὴ διδασκαλία μιᾶς μὲ πάθος ἐπιδιωκώμενης κοινωνίας χωρὶς κράτος καὶ χωρὶς αὐταρχικὸ καταναγκασμό, μὲ τὸ κίνημα ἐνάντια στὸ κράτος καὶ τὴ νομιμοποιημένη βία; Ἀπολύτως καμία. Ὅμως οἱ ἀναρχικοὶ θεωροῦν ὅτι οἱ διδασκαλίες καὶ οἱ ἐξαγγελίες δὲν ἐπαρκοῦν· τὸ καινούριο κοινωνικὸ οἰκοδόμημα δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ, διότι τὸ ἐμποδίζει ἡ βία τῶν ἐξουσιαστῶν· ἔτσι βγάζουν τὸ συμπέρασμα ὅτι μαζὶ μὲ τὴν προφορικὴ καὶ γραπτὴ προπαγάνδα, καθὼς καὶ μὲ τὸν σχεδιασμό, συμβαδίζει καὶ ἡ καταστροφή. Αὐτοὶ ἀδυνατοῦν πάρα πολὺ στὸ νὰ θέτουν ὅρια· ἔτσι τουλάχιστον προπαγανδίζουν τὴν πράξη καὶ κάνουν προπαγάνδα μέσῳ τῆς πράξης. […]
Ἡ πολιτικὴ τῶν δολοφονικῶν ἐπιθέσεων τῶν ἀναρχικῶν, ἐξαιτίας τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἀγωνίζεται μιὰ μικρὴ ὀμάδα, καταλήγει ἐν μέρει νὰ ἐξομοιωθεῖ μὲ αὐτὴ τῶν μεγάλων κομμάτων. Αὐτὴ ὑποκρύπτει μιὰ ἀλαζονεία. […]
Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ βασικὸ σφάλμα τῶν ἐπαναστατῶν ἀναρχικῶν, τὸ ὁποῖο συμμεριζόμουν κι ἐγὼ γιὰ ἀρκετὸ μαζί τους, τὸ ὅτι πιστεύουν δηλ. ὅτι μποροῦν νὰ πετύχουν τὸ ἰδανικὸ τῆς μὴ βίας μέσῳ τῆς βίας. […] Καὶ ἡ ἀναρχικὴ βία εἶναι μιὰ αὐταρχικὴ βία. Συνεπῶς κάθε βία εἶναι ἢ δεσποτισμὸς ἢ αὐταρχισμός.
Οἱ ἀναρχικοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ ἑξῆς: ἕνας σκοπὸς ἐπιτυγχάνεται μονάχα ὅταν τὸ μέσο ἔχει ἤδη βαφτεῖ μὲ τὸ χρῶμα αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ποτὲ δὲν φτάνει κάποιος στὴ μὴ βία μέσῳ τῆς βίας. Ἡ ἀναρχία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἀναρχικοί, πραγματικοὶ ἀναρχικοί, ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἀσκοῦν πλέον καμιὰ βία. […]
Ἡ ἀναρχία ποτὲ δὲν θὰ εἶναι μιὰ ὑπόθεση τῶν μαζῶν, ποτὲ δὲν θὰ ἔρθεῖ στὸν κόσμο μέσῳ τῆς ἐπιδρομῆς ἢ τῆς ὁπλισμένης ἐξέγερσης. Καὶ ἀκόμη περισσότερο, τὸ ἰδανικὸ τοῦ ὁμοσπονδιακοῦ σοσιαλισμοῦ δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ μὲ τὸ νὰ περιμένουμε μέχρις ὅτου τὸ ἤδη συσσωρευμένο κεφάλαιο καὶ ἡ κυριότητα τῆς γῆς νὰ περιέλθουν στὰ χέρια τοῦ λαοῦ. Ἡ ἀναρχία δὲν εἶναι μιὰ ὑπόθεση τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ τοῦ παρόντος· εἶναι μιὰ ὑπόθεση τῆς ζωῆς κι ὄχι τῶν ἀπαιτήσεων. […]
Ὅποιος δολοφονεῖ, βαδίζει πρὸς τὸν θάνατο. Αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ δημιουργήσουν τὴ ζωὴ πρέπει νὰ εἶναι ἐκ νέου ζωντανοὶ καὶ ἀπὸ μέσα τους ἀναγεννημένοι. […]
Ἡ κατάσταση τῆς ἀναρχίας μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ μονάχα σ’ ἕνα καινούριο κόσμο, σὲ μιὰ χώρα ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη ἀνακαλυφθεῖ. Αὐτὴ τὴ χώρα κι αὐτὸν τὸν πλούσιο κόσμο θὰ τὰ βροῦμε ὅταν θ’ ἀνακαλύψουμε, ὁ καθένας μέσα στὸν ἑαυτό του, μέσῳ τοῦ χάους καὶ τῆς ἀναρχίας, μέσῳ τῆς πρωτόφαντης, σιωπηρῆς καὶ βαθιᾶς ζωῆς, ἕναν καινούργιο ἄνθρωπο. Μόνο τότε θὰ ὑπάρξει ἀναρχία, μόνο τότε θὰ ὑπάρξουν ἀναρχικοί, ἐδῶ κι ἐκεῖ, μεμονωμένοι, διασκορπισμένοι· αὐτοὶ τότε θὰ συναντοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ δὲν θὰ σκοτώνουν τίποτε ἄλλο παρὰ μονάχα τὸν ἑαυτό τους, ἕνας μυστικὸς θάνατος, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ μέσῳ τῆς πιὸ βαθιᾶς ἐνδοσκόπησης στὴν ἀναγέννηση· […]
Ἡ μεγάλη ἐποχὴ θὰ ἔρθει γιὰ ’κείνους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἀνέχονται πιὰ ὄχι μόνο καταστάσεις καὶ θεσμούς, ἀλλὰ οὔτε τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό: γι’ αὐτοὺς ὁι ὁποῖοι δὲν θὰ σκοτώνουν ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό. […]
Μόνο ὅποιος λογαριάζει τὸ ἄγνωστο, λογαριάζει σωστά. Διότι ἡ ζωὴ καὶ ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται μέσα μας εἶναι ἀκόμη ἄγνωστα κι ἀκατονόμαστα γιὰ μᾶς. […]
Καὶ θέλω νὰ πῶ μονάχα τὸ ἑξῆς: αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ποὺ ἐγὼ προτάσσω, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐμφανιστεῖ ὡς μιὰ ἐξωτερικὴ πραγματικότητα, πρέπει ἀρχικὰ νὰ γεννηθεῖ καὶ νὰ καλλιεργηθεῖ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου. Σήμερα ὁ σοσιαλισμὸς κατέληξε μὲ ἀνεπαίσθητο τρόπο νὰ γίνει μιὰ κακομεταχειρισμένη λέξη· συμπεριέλαβε ἕνα σωρὸ πράγματα, τὰ ὁποῖα τώρα εἶναι ἄσχετα μεταξύ τους. Ὁ δογματισμὸς καὶ ὁ ἀγώνας τῶν συνθημάτων, τὰ ὁποῖα κάποιος εἶχε θέσει ὡς οὐτοπικὰ ὁρόσημα γιὰ τὴν ἀρχὴ μιᾶς νέας περιόδου, βαίνουν παντοῦ πρὸς τὸ τέλος τους· ἡ πραγματικότητα ἐξω ἀπὸ τὶς λέξεις ἔγινε παντοῦ ρευστή, ἀνυπολόγιστη καὶ ἀσταθής. Καθαρότητα ὑπάρχει μονάχα στὴ σφαίρα τῆς ἀπόδειξης καὶ τῶν λέξεων. Ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει ἡ ζωὴ σταματάει ἡ συστηματική.
Καὶ οἱ ἀναρχικοὶ μέχρι τώρα ὑπῆρξαν πάρα πολὺ συστηματικοὶ καὶ περιορισμένοι σὲ σταθερὲς καὶ στενὲς ἔννοιες· καὶ αὐτὴ εἶναι τελικὰ ἡ ὁριστικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, γιατὶ οἱ ἀναρχικοὶ θεωροῦν πολύτιμη τὴν ἀνθρωποκτονία. Ἔχουν συνηθίσει νὰ μὴν ἔχουν πλέον σχέση μὲ ἀνθρώπους ἀλλὰ μὲ ἔννοιες. 


Γκούσταβ Λαντάουερ, Ἀναρχικὲς σκέψεις πάνω στὸν ἀναρχισμό, μτφρ. Γιάννης Καραπαπᾶς, πρωτοδημοσιεύθηκε τὸ 1901 στὴν ἐφημερίδα «Τὸ Μέλλον»

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

«φούντωσε τὸ συχώριο»




[…] βάλε μὲ τὸ νοῦ σου τὴ μεγάλη συναδέλφωση
ποὺ δίχως τὰ ξεδιάντροπα μικροσκόπια μᾶς περιμένει:
παρέες-παρέες οἱ πεθαμένοι
στὰ λιγοφώτιστα κοιμητήρια
ταιριάζουν ἔρημοι μέσ’ στὸν ἄκρατο ζόφο ποὺ ξεθυμαίνει
στὴν ἀχερούσια νύχτα τὴ μαρμαροτράχηλη
δίχως ἔθιμα καὶ σπίτια δίχως ἄλλην ἱστορία
δείχνοντας μονάχα τὴ μαρτυρία
πὼς ὁ Χριστὸς μιὰ μέρα παραπάτησε κι ἀμέσως
φούντωσε τὸ συχώριο στὸ βαθὺ κι ἀχάλαστο σημάδι
π’ ἄφησεν ἡ φτέρνα του τ’ ἀστέρια γιὰ ν’ ἀδράξει
μὲ καταπράσινα κλαδιὰ τὰ χέρια τῶν ἁγίων
καὶ τῶν ἀγγέλων τὰ φτερὰ χιλιάδες ροδοπέταλα…
Βάλε μὲ τὸ νοῦ σου τὴν ἀθρυμμάτιστη σύναξη ὁποῦ ξεγράφει
καὶ διαίωνιζε τὸ διάλειμμα τῆς ἀγάπης.

Νίκος Καροῦζος, Χρονικὸ τῆς ἀταραξίας

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Ἀπ. Θωμᾶς - ἡ σωστικὴ ἀναμονὴ στὴν κοινότητα



[…] ἡ περίπτωση τοῦ Θωμᾶ περιγράφεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ὡς ἕνα εἶδος σημασιολογικῆς τυπολογίας γιὰ κάθε περίπτωση ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἀρκεῖται στὴν ἐμπειρία τῶν ἄλλων ἢ στὴν βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ διατυπώνει τὴν ἀπαίτηση μιᾶς προσωπικῆς προσέγγισης καὶ ἀτομικῆς ἐπιβεβαίωσης.
Ἡ «ἀπιστία» τοῦ Θωμᾶ εἶναι ἕνα πανανθρώπινο φαινόμενο γιὰ ὅλα τὰ πνευματικὰ καὶ ὑπερφυσικὰ γεγονότα. Ὁ Θωμᾶς, ὡς χαρακτηριστικὸς «τύπος» ὅλων μας, ἐκφράζει τὴν ἀνθρώπινη ἱστορικὴ περιπέτεια καὶ τὴν πνευματικὴ πορεία ὅλων μας πρὸς τὴν πίστη. Ἡ πίστη δὲν εἶναι κάτι τὸ δεδομένο. Ὁ ἄνθρωπος κινεῖται συνεχῶς μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας. Ὁ ἄνθρωπος πάντα σχοινοβατεῖ στὶς μεγάλες του ὑπαρξιακὲς καὶ μεταφυσικὲς ἀναζητήσεις. Τὸ πρόβλημα δὲν βρίσκεται στὶς ἀνησυχίες, στὶς ἀμφιβολίες καὶ στοὺς πνευματικοὺς προσανατολισμούς. Αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ σύνηθες. Τὸ πρόβλημα βρίσκεται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐμμένει καὶ ἀπολυτοποιεῖ τὶς ἀμφισβητήσεις του καὶ τὴν «ἀπιστία» του. Ὅταν ἡ ἀπιστία παίρνει μόνιμη καὶ κυρίαρχη θέση στὴ ζωή μας.
Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς βρέθηκε καὶ αὐτὸς στὸ μεγάλο δίλημμα τῆς ἀποδοχῆς ἢ μὴ ἀποδοχῆς τοῦ μηνύματος τῆς ἀνάστασης. Ἐκφράζει ἐλεύθερα τὴν προσωπική του δυσχέρεια. Ὅμως δὲν ἐμμένει καὶ δὲν ἀπολυτοποιεῖ τὴν «ἀπιστία» του, ἀλλὰ ἐπιμένει στὴν ἀναγκαιότητα τῆς προσωπικῆς ἐπιβεβαίωσης. Μέσα του αἰσθάνεται μιὰ ἔντονη διαλεκτικὴ λειτουργία μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας. Ἡ ἀπιστία σ’ αὐτὴ τὴ  μορφὴ τῆς ἀναζήτησης μιᾶς προσωπικῆς βεβαιότητας δὲν εἶναι ἀρνητικὸ στοιχεῖο, μᾶλλον βαθαίνει τὴν πίστη καὶ τὴν κάνει πιὸ οὐσιαστικὴ καὶ πιὸ προσωπική. Τὸ κρίσιμο σημεῖο βρίσκεται ὅταν ἡ ἀπιστία ἀπολυτοποιεῖται καὶ δὲν διαλέγεται μὲ τὴν πίστη. Ἡ ἐπικινδυνότητα στὸν πνευματικὸ χῶρο βρίσκεται στὸ γεγονὸς τῆς αὐτονόμησης τῆς ἀπιστίας ἀπὸ τὶς πνευματικὲς λειτουργίες τῆς ζωῆς.
Ὁ Θωμᾶς, παρὰ τὴν προσωπικὴ δυσχέρεια καὶ τὴν «ἀπιστία» του, δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν κοινότητα τῶν μαθητῶν καὶ τὴν Ἐκκλησία. Δὲν ἀπολυτοποιεῖ τὴν ἀρνητικὴ προσωπική του πεποίθηση καὶ δὲν αὐτονομεῖ τὴν πνευματική του περιπέτεια. Ἐμμένει μ’ ἐμπιστοσύνη στὶς ἐμπειρίες καὶ στὶς βεβαιότητες τῆς κοινότητάς του καὶ ἀναμένει τὴν δική του ὥρα, τὴν ἀποκαλυπτικὴ «ὥρα», ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος εἶχε μιὰ παράλληλη καὶ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία σὲ σχέση μὲ τὸν ἀναστάντα Κύριο. Παρὰ τὴν τριπλὴ ἄρνησή του καὶ τὴν ἀποτυχία του νὰ μείνει πιστὸς στὶς κρίσιμες στιγμὲς τοῦ Διδασκάλου του, δὲν ἀφέθηκε μοιραία στὴν ἄρνηση καὶ στὴν ὀλιγοπιστία του. Παρέμεινε καὶ αὐτὸς στὴν κοινότητα τῶν μαθητῶν καὶ καταξιώθηκε, ἀργότερα, τῆς ἀποκατάστασής του ἀπὸ τὸν Ἀναστάντα, μὲ ἐκεῖνα τὰ περίφημα «φιλεῖς με;» καὶ «ποίμανε τὰ πρόβατά μου».

Γεωργίου Π. Πατρώνου, Κήρυγμα καὶ Θεολογία, τ. Β´, ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα 2003

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Τὸ «ὡσαννὰ» τοῦ φόβου



Μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται στὰ Ἱεροσόλυμα. Πλῆθος συγκεντρωμένου κόσμου Τὸν ἐπευφημεῖ ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ. Ὅμως σὲ πέντε μόλις ἡμέρες τὸ πλῆθος θὰ ζητᾶ ἐν μέσῳ προπηλακισμῶν καὶ εἰρωνικῶν σχολίων τὴν παραδειγματικὴ καταδίκη Του. Ὁ ἑρμηνευτικὸς πυρήνας αὐτῆς τῆς τραγικῆς ἀναδίπλωσης ἴσως περιέχεται ἐν μέρει καὶ στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ὄχλος προϋπάντησε τὸν Χριστὸ ζητωκραυγάζοντας, ἐπειδὴ εἶχε πληροφορηθεῖ τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου.
Τὴν ἐξήγηση γιατὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς μεταβάλλεται σὲ ὀργισμένη ἀποδοκιμασία δίνει ἡ ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου κατὰ τὶς τρεῖς πρῶτες ημέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Στὶς ἀκολουθίες τῆς Μ. Δευτέρας, Μ. Τρίτης καὶ Μ. Τετάρτης ἡ Ἐκκλησία προβάλλει, μεταξὺ ἄλλων, ἕνα συμβολικὸ περιστατικό, μία παραβολή καὶ ἕνα γεγονός ἀντίστοιχα. Οἱ ἀναφορὲς αὐτὲς συνιστοῦν μία μεστὴ ἀπάντηση στοὺς αἰῶνες σχετικὰ μὲ τὴ δραματικὴ ἀλλαγὴ τῆς στάσης τοῦ πλήθους ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀπάντηση ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ δίψα τῆς ἀντικειμενικότητας καὶ τῆς ἰσχύος, οἱ ὁποῖες καὶ ἀποτελοῦν τὴ θεμελιώδη πειρασμικὴ ζύμη κάθε ὁλοκληρωτισμοῦ.
Τὴ Μ. Δευτέρα λοιπὸν ὁ Χριστὸς καταρᾶται μία συκιὰ μὲ πυκνὸ φύλλωμα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναζήτησε καρποὺς ἀλλὰ δὲν βρῆκε. Ὁ συμβολισμὸς πρὶν τὴν ἀποκήρυξή Του ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες Του εἶναι προφανής: ἡ τυπικὴ εὐσέβεια εἶναι ἕνα προσωπεῖο ποὺ ἀποκρύβει τὴν ὑπαρκτικὴ φτώχεια.
Τὴ Μ. Τρίτη ἡ Ἐκκλησία θυμίζει τὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων. Μωρὲς χαρακτηρίζονται ἐκεῖνες ποὺ σπατάλησαν τὸν κόπο τῆς παρθενίας στὴ ρηχότητα τῆς πνευματικῆς αὐτάρκειας. Ἡ ἄσκησή τους δὲν ὑπῆρξε ποτὲ μία ἀναμονή, ποὺ σημαίνει ἀγωνία γιὰ τὴν ἀπάντηση τοῦ Νυμφίου, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἦταν μία παραμονή, ποὺ καθιστοῦσε τὸν Ἀναμενόμενο ὑπόχρεο στὶς κατακτήσεις τῶν ἀρετῶν τους.
Τὴ Μ. Τετάρτη ἔρχεται ἡ ἀντιθετικὴ παράθεση δύο προσώπων: μιᾶς πόρνης καὶ τοῦ προδότη Ἰούδα. Τὴν πρώτη σώζει ἡ πονετικὴ αἴσθηση τῆς ἀπόστασής της ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ἐνῶ τὸν δεύτερο καταδικάζει ὁ ἀνικανοποίητος ἀπὸ τὸν Χριστὸ πόθος του νὰ σαρώνει ἡ ἀποτελεσματικότητα τὴν καρδιά.
Ἡ βαϊοφόρος προϋπάντηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶχε ὡς ἀποκλειστικὸ κίνητρο τὸ θαῦμα, καὶ ὄχι μία βαθύτερη ἀποτίμηση τῆς πραγματικότητας στὴν ὁποία τὸ θαῦμα παραπέμπει, εἶναι ἔκφραση τριῶν συμπλεγμάτων: τοῦ ἄκαρπου εὐσεβισμοῦ, τῆς ἠθικῆς κατασφάλισης καὶ τῆς ἀνάγκης γιὰ κατίσχυση. Μὲ τοὺς τρόπους αὐτοὺς ἡ ζωὴ μένει ἀμεταποίητη, πνίγεται στὶς ψευδαισθητικὲς βεβαιότητες «καθαρότητας» καί, νομοτελειακά, θέλει νὰ ἐπιβληθεῖ αὐτοδικαιωτικά.
Τὸ «ὡσαννὰ» εἶναι ὁ σπαραγμὸς τῆς ζωῆς ἔναντι τῶν φόβων της. Ἔναντι τοῦ φόβου νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι εἶμαι ἕνα βοερὸ κενό, ἔναντι τοῦ φόβου ὅτι τὰ ἠθικά μου κατορθώματα δὲν σώζουν, ἔναντι τοῦ φόβου ὅτι ἡ ἠχηρὴ ἀποτελεσματικότητα δὲν εἶναι ἀλήθεια. Οἱ ἐπιπόλαιοι χειροκροτητὲς τοῦ Χριστοῦ ψάχνουν ἕναν σωτήρα ποὺ δὲν θὰ ἀποκαλύψει ποτὲ τὸ κρυμμένο μυστικό: τὴν ἐκχώρηση τῆς ἑκούσιας ἀνεπάρκειας νὰ ζῶ στὸ θαῦμα, τὴν προδοσία τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης χάριν τῆς ἀδιατάρακτης ἡσυχίας ποὺ προσφέρουν οἱ μεσσίες ἐξουσιαστές. Ἀλίμονο, ἂν ὁ σωτήρας ἀποδειχθεῖ… Χριστός - σφάγιο τῆς ἀκατανόητης γιὰ τὸν συμπλεγματικὸ ἐγωτισμὸ σταυρικῆς αὐτοπαράδοσης.
Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς «ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτῇ» (Λκ. 19, 41).

Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας